Ο Αμίν Αμιτόζ, απεργός πείνας στο «κίνημα της κατσαρίδας» στην Ινδία και μέλος της Πανινδικής Φοιτητικής Ένωσης (AISA) μίλησε για το υπόβαθρο και τις εμπειρίες αυτού του κινήματος σε διαδικτυακή εκδήλωση που οργάνωσε το SWP, το αδελφό κόμμα του ΣΕΚ στη Βρετανία, στις 3 Αυγούστου.
Λαλ Σαλάμ, κόκκινους χαιρετισμούς σε όλες και όλους.
Αυτό που καταφέραμε είναι ότι ανάψαμε την πολιτική συνείδηση, ξυπνήσαμε τη συνείδηση του λαού αυτής της χώρας. Και λυγίσαμε ένα καθεστώς που έμοιαζε ανίκητο. Ο υπουργός Ρατζνάθ Σινγκ ρωτήθηκε ποιος θα αναλάβει την ευθύνη για τους 22 ανθρώπους (τότε ο αριθμός των φοιτητών που είχαν δολοφονηθεί θεσμικά, δηλαδή αυτοκτονήσει, μετά τη διαρροή των θεμάτων στις πανινδικές ιατρικές εξετάσεις ήταν ακόμα μικρότερος). Το κίνημα όμως είχε ήδη σημάνει το προσκλητήριο.
Όταν, λοιπόν, ρωτήθηκε ποιος θα αναλάβει την ευθύνη και ποιος θα παραιτηθεί, ο Ρατζνάθ Σινγκ διακήρυξε με θράσος: αυτή δεν είναι σαν τις παλιές κυβερνήσεις, δεν θα υπάρξουν παραιτήσεις. Εμείς λοιπόν νικήσαμε τον «ανίκητο». Κερδίσαμε μια σημαντική νίκη απέναντί τους.
Μπροστά μας όμως μένουν ανοιχτά το ζήτημα ολόκληρου του εκπαιδευτικού συστήματος, το ζήτημα της απασχόλησης και τα μεγαλύτερα ζητήματα της δημοκρατίας. Χρειάζεται να συνεχίσουμε ασταμάτητα τον αγώνα ενάντια σε αυτό το καθεστώς.
Πρώτα απ' όλα θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι. Εμείς, οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες της AISA, το λέμε καθαρά: αυτό είναι φασιστικό καθεστώς. Είναι καθεστώς με στενούς δεσμούς με το ντόπιο κεφάλαιο και την αντιδραστική μορφή της ντόπιας αστικής τάξης, με δεσμούς με τη διεθνή αστική τάξη. Είναι η πιο αντιδραστική μορφή του καπιταλισμού και μάλιστα ενός καπιταλισμού σε παρακμή. Έτσι χαρακτηρίζουμε τον ερχομό του BJP στην εξουσία το 2014. Δεν ήταν μια απλή εναλλαγή στην εξουσία. Ήταν κάτι διαφορετικό ακόμα και από την προηγούμενη κυβέρνηση του NDA με επικεφαλής το BJP.
Μεγαλώνοντας μέσα στη δεκαετία του 2000, μας τάιζαν τεράστια όνειρα. Είχαμε φιλοδοξίες. Τόσα μέσα ενημέρωσης, τόσες ταινίες μάς έλεγαν να έχουμε μεγάλες προσδοκίες. Και όταν εμφανίστηκε ο Μόντι στο προσκήνιο το 2014, φτάσαμε να αναρωτιόμαστε αν έχουμε καν στοιχειώδη δικαιώματα ως πολίτες, όχι αν μπορούμε να έχουμε μεγάλες προσδοκίες.
Έτσι θυμάμαι την πρώτη θητεία του Μόντι. Το 2019 ξέσπασε το κίνημα ενάντια στους νόμους CAA-NRC, την ισλαμοφοβική νομοθεσία που στερούσε δικαιώματα από τους μουσουλμάνους της Ινδίας. Γενναίες μουσουλμάνες έστησαν τα Σαχίν Μπαγκ σε όλη τη χώρα, δηλαδή καθιστικές διαμαρτυρίες διαρκείας που έκλειναν κεντρικούς δρόμους, από το όνομα της γειτονιάς του Δελχί όπου στήθηκε η πρώτη· ακολούθησαν η Βομβάη και άλλες πόλεις. Αυτές οι γενναίες γυναίκες διαδήλωναν ενάντια σε αυτούς τους άδικους και άνισους νόμους, που άρπαζαν τα δικαιώματα ιθαγένειας από τους μουσουλμάνους, τους Αντιβάσι (τους αυτόχθονες) και τα τρανς άτομα.
Μετά ήρθε το κίνημα Κισάν, το κίνημα των αγροτών, ένας μεγάλος σταθμός: οι αγρότες πάλεψαν ενάντια στους τρεις αγροτικούς νόμους. Το μπαρούτι λοιπόν, το καύσιμο για το σημερινό κίνημα, ήταν πάντα εκεί. Χρειαζόταν μόνο μια σπίθα. Και το κίνημα CJP, το Cockroach Janta Party, το «Λαϊκό Κόμμα της Κατσαρίδας» ξεκίνησε σαν σάτιρα: μια σατιρική ανάρτηση στο Τουίτερ, με μια ηλεκτρονική φόρμα που κυκλοφόρησε. Λίγο πριν, ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου Σουριακάντ είχε αποκαλέσει όλους εμάς, τους άνεργους νέους, «κατσαρίδες» που τα βάζουν με το σύστημα και γίνονται ακτιβιστές κάθε λογής μόνο και μόνο για να ενοχλούν ανθρώπους σαν τον ίδιο.
Έτσι ξεκίνησε το κίνημα. Και είδαμε ένα τεράστιο κύμα από τα κάτω. Εμείς, ως αριστεροί, στην αρχή τα είχαμε χαμένα με όσα γίνονταν. Νομίζω όλοι τα είχαν χαμένα. Γρήγορα όμως καταλάβαμε: αυτό το χάος είναι η δημοκρατική έκφραση της εποχής μας. Μπορεί να σε συνεπαίρνει και να σε ζαλίζει, αλλά η Αριστερά πρέπει να μάθει όχι απλώς να επιβιώνει μέσα σε αυτό το χάος, αλλά και να ανθίζει μέσα του. Έπρεπε επίσης να παραδεχτούμε, με ειλικρίνεια, ότι θα υπήρχαν στιγμές που δεν θα τα ξέραμε όλα. Μπορεί να μην είχαμε την ακριβή θεωρητική διατύπωση της στιγμής. Ήμασταν όμως στο κατώφλι: βάζαμε σε πράξη τις ιδέες μας, την πολιτική μας γραμμή. Γι' αυτό ριχτήκαμε στο κίνημα. Στις 16 Ιούνη είχαμε μεγάλη αγωνία αν η Αστυνομία του Δελχί θα μας δώσει άδεια να διαδηλώσουμε στο Τζαντάρ Μαντάρ, τον καθιερωμένο χώρο διαδηλώσεων του Δελχί, δίπλα στο Κοινοβούλιο. Προς έκπληξή μας, τη δώσανε.
Απεργία διαρκείας
Στις 20 Ιούνη θυμάμαι την εξαγγελία της απεργίας διαρκείας. Στη σκηνή βρισκόταν η πανινδική πρόεδρος της AISA, η συντρόφισσα Νέχα. Και πηδήξαμε τα κιγκλιδώματα όταν είδαμε τους αστυνομικούς να μπαίνουν στον χώρο και να προσπαθούν να διαλύσουν τους διαδηλωτές, που ήταν αποφασισμένοι να συνεχίσουν επ' αόριστον μέχρι την παραίτηση του υπουργού Νταρμέντρα Πραντάν. Ήταν σημείο καμπής και για μένα.
Για την 20ή Ιούνη ίσως δεν θα μιλήσει πολύς κόσμος. Εγώ την έζησα από πρώτο χέρι, γι' αυτό θα πω δυο λόγια. Περικυκλώσαμε τη σκηνή όπου βρισκόταν όλη η ηγεσία του κινήματος CJP. Την υπερασπιστήκαμε. Ο κόσμος φώναζε συνθήματα, χτυπούσε κατσαρόλες, χτυπούσε μεταλλικά πιάτα. Και σιγά σιγά, σταθερά, απωθήσαμε τους αστυνομικούς και τους άντρες της Δύναμης Ταχείας Δράσης, της RAF. Έτσι το κίνημα πήρε την πρώτη αποφασιστική του θέση: ήθελε στα αλήθεια την παραίτηση του υπουργού Νταρμέντρα. Δεν ήταν ένα κίνημα για τα μάτια.
Μετά, στις 28 Ιούνη, ο Σονάμ Ουανγκτσούκ ανακοίνωσε την απεργία πείνας του. Εμείς, οι φοιτητές και οι νέοι αυτής της χώρας, οι σύντροφοι της AISA, καταλάβαμε ότι είχαμε μεγάλο μερίδιο σε αυτό το κίνημα. Και αποφασίσαμε να μπούμε κι εμείς, με δική μας απεργία πείνας. Ξεκινήσαμε με μια ομάδα έξι ατόμων. Τρεις από εμάς η συντρόφισσα Νέχα, ο σύντροφος Μανίς κι εγώ — συνεχίσαμε την απεργία πείνας μέχρι τις 20 Ιούλη, για 23 μέρες. Τη λύσαμε όταν ανακοινώθηκε το «Σανσάντ Γκεράο», η πορεία περικύκλωσης του Κοινοβουλίου. Πιστεύω ότι οι ρίζες της δημοκρατίας βαθαίνουν όταν τρέμουν οι διάδρομοι της εξουσίας, όταν η συνείδηση του λαού πέφτει επιτέλους με όλο της το βάρος πάνω στην άρχουσα τάξη.
Η κυβέρνηση καλλιεργούσε συστηματικά την αντίληψη ότι τα πανεπιστήμια είναι φωλιές «αντεθνικών» και «στασιαστικών στοιχείων», που από τη μια τσεπώνουν δημόσιο χρήμα και από την άλλη μιλάνε ενάντια στη χώρα. Αυτό το αφήγημα προσπάθησαν να το υφάνουν και γύρω από το Πανεπιστήμιο του Δελχί και γύρω από άλλα κεντρικά πανεπιστήμια, γύρω από κάθε εκπαιδευτικό χώρο όπου συναντούσαν αντίσταση. Με το κίνημα CJP όμως, νομίζω, οι αγώνες μας ξεχείλισαν έξω από τις πανεπιστημιουπόλεις.
Το είχαμε ξαναδεί αυτό το ξεχείλισμα, στο κίνημα των αγροτών και στο κίνημα του Σαχίν Μπαγκ. Δεν φανταζόμασταν όμως ποτέ ότι τα ζητήματα της εκπαίδευσης και της απασχόλησης θα έπαιρναν τέτοια δυναμική. Κι όμως, την πήραν. Μας εξέπληξε, οφείλουμε να το πούμε. Το μέγεθος του κύματος και η ζωή που πήρε από μόνο του το κίνημα μάς άφησαν άναυδους. Και μετά το ξεκίνημα του κινήματος CJP, στις 20 Ιούλη, ήρθε μια κτηνώδης αστυνομική επίθεση στους διαδηλωτές. Χρησιμοποιήθηκαν τα λάθι (γκλομπ από μπαμπού), χρησιμοποιήθηκαν διάφορα είδη βομβίδων. Χρησιμοποιήθηκαν και όπλα με σκάγια, κάτι που αποτελεί σοβαρό έγκλημα πολέμου. Στο Μπιχάρ, για παράδειγμα, όταν φοιτητές βγήκαν σε αντίστοιχες διαδηλώσεις αλληλεγγύης προς τους χτυπημένους της 20ής Ιούλη, η αστυνομία χρησιμοποίησε ακόμα και καλάσνικοφ.
Μετά την 20ή Ιούλη, ο Μόντι περίμενε ότι θα φοβηθούμε την κυβέρνηση, ότι θα φοβηθούμε το καθεστώς. Αντίθετα, οι νέοι και οι φοιτητές αυτής της χώρας έμαθαν την αλληλεγγύη. Ακόμα και μετά τους νεκρούς της 20ής Ιούλη, το ίδιο βράδυ φοβόμασταν όλοι ότι το κίνημα μάλλον έχει διαλυθεί. Και όμως, οι νέοι και οι φοιτητές ξαναγέμισαν το Τζαντάρ Μαντάρ. Στα χίντι λέμε: «ουνχόνε ντουμπάρα ααμπάντ καρ ντιγιά Τζαντάρ Μαντάρ κο» δηλαδή «έκαναν το Τζαντάρ Μαντάρ να ξανανθίσει». Ήταν μια άνοιξη διαδηλώσεων και αμφισβήτησης.
Τότε κατάλαβα ότι αυτή η κυβέρνηση θα αναγκαστεί να δώσει την παραίτηση του Νταρμέντρα Πραντάν. Αυτή ήταν η πορεία του κινήματος. Το μεγαλύτερο κατόρθωμά μας, νομίζω, ήταν ότι ανάψαμε ξανά τη φαντασία της νεολαίας και των φοιτητών, ότι την ξαναξυπνήσαμε. Ήταν ένας γενικός δημοκρατικός ξεσηκωμός με τους δικούς του προοδευτικούς στόχους. Και ο άξονάς του ήταν αυτός: να βάλουμε τέλος στο μίσος που έσπερνε η κυβέρνηση ανάμεσα σε ινδουιστές και μουσουλμάνους, στη βάση της κάστας, της θρησκείας και του δόγματος. Και να ενώσουμε πραγματικά αυτή τη χώρα γύρω από ένα αίτημα: θέλουμε σωστή, ισότιμη, προσβάσιμη, προσιτή, ποιοτική εκπαίδευση. Θέλουμε αξιοπρεπή δουλειά σε αυτή τη χώρα.
Αυτή τη νίκη, νομίζω, την κερδίσαμε. Αλλά δεν έχουμε ακόμα νικήσει το καθεστώς Μόντι. Το κίνημα πρέπει να συνεχιστεί. Μπορεί να βρει τις πολιτικές του μεταφράσεις, αλλά το κίνημα πρέπει να συνεχιστεί. Σας ευχαριστώ πολύ.
Επιμέλεια
Λέανδρος Μπόλαρης

