Διδάγματα από την κατάντια του ΠΑΣΟΚ: Ο “πολυσυλλεκτικός” δρόμος προς το πουθενά

Δεν υπάρχει κανείς που αμφιβάλλει ότι η δημοσκοπική κατάρρευση είναι αντανάκλαση του πολιτικού κατήφορου που σηματοδότησε η διετία των μνημονίων με πρωθυπουργό τον ΓΑΠ. Το ΠΑΣΟΚ κατάντησε τόσο αισχρά δεξιό που κατάφερε να σπάσει τους δεσμούς του με την κοινωνική βάση που δεν το είχε εγκαταλείψει παρά τις αλλεπάλληλες προδοσίες, τις τελευταίες δεκαετίες.

Για τον κόσμο που είχε μέχρι πρόσφατα αυταπάτες για το ΠΑΣΟΚ και τώρα τις βλέπει να εξανεμίζονται, το ερώτημα “γιατί κατάντησε έτσι το ΠΑΣΟΚ;” είναι πολύ καυτό. Είναι ένα ερώτημα που δεν πρέπει να ξεπεραστεί εύκολα. Αν δεν εξηγήσουμε σωστά το “γιατί;” είναι πολύ δυσκολότερο να βρούμε προς τα πού πρέπει να αναζητήσουμε την εναλλακτική λύση. Εύκολη, αλλά λάθος απάντηση είναι αυτή που λέει πως υπήρχε κάποτε ένα “παλιό, καλό ΠΑΣΟΚ”, το οποίο όμως προδόθηκε από την ηγεσία του. Αυτό το επιχείρημα διατηρούσε μια αξιοπιστία επί αρχηγίας Σημίτη. Τότε, οι εκσυγχρονιστές είχαν υποτίθεται αλώσει το κόμμα, αλλά το βαθύ ΠΑΣΟΚ διατηρούσε την “ψυχή” του, η οποία στην ανάγκη θα ανασταινόταν. Όμως, η επικράτηση του ΓΑΠ επί του Βενιζέλου προβλήθηκε (όχι μόνο από τον ίδιο τον ΓΑΠ, αλλά και από τους μεγαλοεκδότες που στήριζαν τον Βενιζέλο) ως η ολική επαναφορά του παλιού ΠΑΣΟΚ.

Τώρα, ο ίδιος ο ΓΑΠ έδωσε το δαχτυλίδι στον Βενιζέλο. Και το πιο αποκαλυπτικό για την κατάσταση: μέσα σε όλη αυτή την άγρια διετία, δεν υπήρξε η παραμικρή οργανωμένη έκφραση ενός αντίπαλου δέους εντός ΠΑΣΟΚ. Οι βουλευτές που δεν ψήφισαν το 1ο μνημόνιο διαγράφηκαν χωρίς να κουνηθεί φύλλο. Όσα στελέχη είχαν σκοπό να κοντράρουν το μνημόνιο, επέλεξαν την αποχώρηση κατά μόνας, επιδιώκοντας τώρα κάποιες συνεργασίες με το ΣΥΡΙΖΑ ή με την ΔΗΜΑΡ. Ένα κόμμα που ακόμα επιτίθεται στην Αριστερά για την “μονολιθικότητα” και το “συγκεντρωτισμό” της, έφτασε να εκλέγει αρχηγό τον μοναδικό υποψήφιο με το σταλινικό ποσοστό του 97,33%. Πού βρισκόταν και βρίσκεται λοιπόν η “ψυχή” του ΠΑΣΟΚ; Στο 2,66% που απομένει;

Πρέπει να κινηθούμε πέρα από τη θεωρία της “προδοσίας” ή της “εξαγοράς συνειδήσεων” για να ερμηνεύσουμε τι συνέβη.

Το ΠΑΣΟΚ ανήκει σε μια οικογένεια κομμάτων, αυτή την ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, που έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά και ακολούθησαν παρόμοια πορεία προσαρμογής σε όλες τις απαιτήσεις του καπιταλισμού. Ένα από τα οργανωτικά χαρακτηριστικά αυτών των κομμάτων είναι η λεγόμενη πολυσυλλεκτικότητα. Περηφανεύονται για τη δυνατότητά τους να εγκολπώνουν τάσεις εντελώς αντιθετικές μεταξύ τους, τόσο στο πολιτικό επίπεδο, όσο και στο ταξικό.

Το ΠΑΣΟΚ είχε τη δυνατότητα να είναι το κόμμα που έχει στις τάξεις του τον Νίκο Φωτόπουλο της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, ένα μεγάλο μέρος των εργαζόμενων της ΔΕΗ, αλλά και τους υπουργούς που έκαναν τα παζάρια για το ξεπούλημα της επιχείρησης. Είχε τη δυνατότητα να είναι το κόμμα των εργατριών της Β' Αθήνας που έλπιζαν σε αλλαγές για την αξιοπρέπειά τους, αλλά και του Πέτρου Κωστόπουλου, στα περιοδικά του οποίου η αξία μιας γυναίκας κρίνεται από το νούμερο του σουτιέν της.

Αυτό ήταν το “όλον ΠΑΣΟΚ” στο οποίο ορκίζονταν όλοι οι αρχηγοί του. Πίσω από τη λατρεία της πολυσυλλεκτικότητας υπάρχει μια επικίνδυνη παρεξήγηση. Σύμφωνα με αυτήν, σε ένα κόμμα με εκατοντάδες χιλιάδες συνδικαλισμένους εργάτες και λίγες χιλιάδες καπιταλιστές, μικροαστούς και απατεώνες πολιτικοί, οι εργάτες είναι αυτοί που στο τέλος θα καθορίσουν την έκβαση της αντιπαράθεσης. Υπήρξαν πολλές “αριστερές” εκδοχές υπεράσπισης αυτής της αντίληψης. Για παράδειγμα, θεωρίες που έλεγαν ότι η εργατική τάξη είναι αναγκασμένη να συγκατοικήσει μαζί με άλλες τάξεις, μέσα σε μεγάλα και ευρύχωρα κόμματα, γιατί αυτός είναι ο μόνος δρόμος να αποκτήσει πρόσβαση στην εξουσία.

Μαντρωμένη

Όπως αποδείχθηκε στην πράξη, αντί τα πολυσυλλεκτικά κόμματα να γίνουν όχημα ώστε η εργατική τάξη να σπάσει το άβατο της πολιτικής εξουσίας, μετατράπηκαν σε βασικό εργαλείο με το οποίο οι καπιταλιστές στρογγυλοκάθησαν στην εξουσία, έχοντας την αυτοπεποίθηση ότι η εργατική πρωτοπορία βρίσκεται μαντρωμένη σε ένα ακίνδυνο κόμμα.

Όλη η δυναμική των αγώνων της δεκαετίας του '70 στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης μετατράπηκε σε εκλογική εκτίναξη των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Τα κόμματα αυτά εξασφάλισαν ότι η φωτιά του Μάη του '68 θα σβήσει χωρίς διαμαρτυρίες και πως οι ελπίδες της ανατροπής θα μετατραπούν σε ελπίδες αλλαγής από τα πάνω. Μ'αυτήν την έννοια, το ΠΑΣΟΚ και τα αντίστοιχα κόμματα ήταν πάντα κόμματα της άλλης πλευράς.

Η εγκατάλειψη των προεκλογικών συνθημάτων και υποσχέσεων δεν είναι φαινόμενο του 2009, αλλά του 1976. Ήδη από τότε η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ άρχισε να διαγράφει όσους είχαν την απαίτηση ή την ψευδαίσθηση ότι το “στις 18 σοσιαλισμό” θα μετατρέπονταν σε πραγματικότητα. Από το “σοσιαλισμό” του '74 φτάσαμε στην υπόσχεση της “αλλαγής” του '81. Και πολύ γρήγορα η μεγάλη αλλαγή αποδείχθηκε μεγάλη απάτη. Μια ματιά στη Διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη, με την οποία ιδρύθηκε το ΠΑΣΟΚ αποδεικνύει ότι δεν ήταν μόνο τις μεγάλες στρατηγικές υποσχέσεις που διέψευσε το ΠΑΣΟΚ, αλλά και στοιχειώδη μέτρα εκδημοκρατισμού και δικαιοσύνης.

Η Διακήρυξη υποσχόταν το διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, κοινωνικοποίηση της μοναστηριακής περιουσίας, ουδετεροποίηση της Μεσογείου από τους στρατιωτικούς συνασπισμούς, αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό και πολιτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, ακύρωση όλων των διμερών συμφωνιών με το Πεντάγωνο. Οι υποσχέσεις για κατάργηση των ΜΑΤ, για “εκδημοκρατισμό” του στρατού μοιάζουν σαν να απέχουν αιώνες. Πόσο μάλλον η φράση “πίσω από το ΝΑΤΟ, πίσω από τις αμερικάνικες βάσεις είναι οι μονοπωλιακές πολυεθνικές επιχειρήσεις και τα ντόπια υποκατάστατά τους. Γι' αυτό η κοινωνική απελευθέρωση, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός, αποτελεί τον θεμέλιο λίθο του Κινήματός μας”.

Όταν το ΠΑΣΟΚ ανέβηκε στην κυβέρνηση το 1981 αποδείχθηκε ποιος έχει περισσότερο βάρος στη ζυγαριά της πολυσυλλεκτικότητας. Όχι οι εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες και εργάτριες, αλλά οι τραπεζίτες και οι καπιταλιστές. Οι επιθέσεις στις “ελλειμματικές” δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις ξεκίνησαν το 1982 με υπουργό τον Αρσένη. Τότε ξεκίνησαν και τα κλεισίματα των εργοστασίων ως μέθοδος “αναθέρμανσης” της οικονομίας, όπως και η λάσπη κατά των τεμπέληδων εργαζόμενων. Η σύγκρουση με τα οργανωμένα συνδικάτα ήρθε μόλις το 1983, όταν το ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να περιορίσει τις δυνατότητες απεργιών στις ΔΕΚΟ. Το 1985, η λιτότητα έγινε επίσημη πολιτική επιλογή, με υπουργό τον Σημίτη. Η πορεία από τότε μέχρι σήμερα είναι μια διαρκής προσαρμογή στις απαιτήσεις για σταθερότητα του ελληνικού καπιταλισμού.

Αυτή η ανασκόπηση είναι κρίσιμη λόγω των διλημμάτων που έχει σήμερα η Αριστερά ως προς το πώς να αντιμετωπίσει την βαριά κρίση του ΠΑΣΟΚ. Και ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΔΗΜΑΡ δηλώνουν ανοιχτά ότι θέλουν να καλύψουν τον χώρο που αφήνει ελεύθερο το ΠΑΣΟΚ. Σ'αυτή την κατεύθυνση προβάλλουν την πολυσυλλεκτικότητά τους, προσπαθώντας μάλιστα να τη διευρύνουν, για να χωρέσουν στελέχη και αντιλήψεις από το βαθύ ΠΑΣΟΚ. Ο Αλέξης Τσίπρας έχει ξεχάσει το τελευταίο διάστημα την “ριζοσπαστική αριστερά”, ανακαλύπτοντας τον πατριωτισμό, την εθνική ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια, το “νέο συνασπισμό εξουσίας”. Η ελπίδα ότι τα κόμματα της Αριστεράς θα γίνουν καινούργιο και καλύτερο ΠΑΣΟΚ στη θέση του παλιού, αν δεν είναι απλώς προεκλογική δημαγωγία, είναι επικίνδυνη.

Απέναντι στον εξωραϊσμό της πολυσυλλεκτικότητας, υπάρχει μια διαφορετική αντίληψη για το τι κόμμα χρειαζόμαστε, πολύ πιο ειλικρινής και σίγουρα πολύ πιο απαραίτητη σήμερα. Είναι μια αντίληψη που ξεκινάει από την αφετηρία ότι στην κοινωνία υπάρχουν δύο βασικές τάξεις, οι εργαζόμενοι και οι καπιταλιστές, και κάθε προσπάθεια να συμβιβαστούν αυτές οι δύο τάξεις στα πλαίσια ενός κόμματος καταλήγει πάντα υπέρ των καπιταλιστών. Αυτοί έχουν το πάνω χέρι στην κοινωνία, αυτοί έχουν τον πλούτο και τον έλεγχο του κράτους.

Χρειαζόμαστε ένα κόμμα που, αντίθετα, θα μπορέσει να συγκεντρώσει τις δικές μας δυνάμεις, τις δυνάμεις των εργατών με τρόπο που δεν θα βάζει στόχο να συμβιβαστεί και να ενταχθεί στους μηχανισμούς, αλλά να ανατρέψει και να συντρίψει τους καπιταλιστές και το κράτος τους. Ένα κόμμα που δεν θα δίνει  προτεραιότητα στην παρέμβασή του στο Κοινοβούλιο, αλλά την παρέμβασή του στους πραγματικούς αγώνες, μέσα στους εργατικούς χώρους με στόχο να οργανώσει τα πιο ξεκάθαρα και τα πιο μαχητικά τμήματα της τάξης μας, ώστε μέσα από κάθε μάχη να βγαίνουμε σοφότεροι, πιο ικανοί και πιο οργανωτικοί για την επόμενη. Την ώρα που οι καπιταλιστές και τα κόμματά τους χάνουν τον έλεγχο, δεν χρειαζόμαστε περισσότερη πολυσυλλεκτικότητα, αλλά περισσότερη συγκέντρωση δυνάμεων, περισσότερη εστίαση πάνω στο στόχο, περισσότερους μαχητές και μαχήτριες που καταλαβαίνουν ότι για να αλλάξει ο κόσμος χρειάζεται κάτι παραπάνω από μία ψήφος την Κυριακή των εκλογών.