Η ταινία «Με λένε Ερνέστο» είναι μια ενδιαφέρουσα ημι-αυτοβιογραφική (βασισμένη στην ιστορία της παιδικής ηλικίας του σκηνοθέτη Μπενχαμίν Άβιλα) ταινία, που ρίχνει φως στον «βρώμικο πόλεμο» της χούντας που κυβερνούσε την Αργεντινή τη δεκαετία του ’70 εναντίον των αγωνιστών της αριστεράς.
Αφηγείται την ιστορία της λαθραίας παιδικής ηλικίας του μικρού Χουάν, ο οποίος φυγαδεύτηκε το 1976 με τους γονείς του στην Κούβα για να επιστρέψει στην Αργεντινή τρία χρόνια μετά. Για ποιο λόγο; Οι γονείς του ανήκαν στην αντάρτικη οργάνωση Μοντονέρος που είχε εξαρθρωθεί από τις παραστρατιωτικές ακροδεξιές οργανώσεις και το καθεστώς του Βιντέλα, αλλά το 1979 έκαναν μια απελπισμένη προσπάθεια να επιστρέψουν στη χώρα και να συνεχίσουν το αντάρτικο κατά της χούντας. Φυσικά γύρισαν με ψεύτικα ονόματα και βιογραφικά.
Ο Χουάν (προφανώς βαφτισμένος προς τιμήν του Περόν) μετονομάστηκε Ερνέστο (προς τιμήν του Τσε Γκεβάρα) Εστράδα από την Κόρδοβα και καλέστηκε να προσαρμοστεί σε μια διπλή ζωή: Στο σχολείο, ήταν ο επαρχιώτης συνεσταλμένος Ερνέστο. Στο σπίτι παρακολουθούσε καθημερινά τους γονείς του μαζί με τον θείο του Μπέτο να προσπαθούν να οργανώσουν επιχειρήσεις κατά της χούντας, καλυμένοι πίσω από μια οικογενειακή επιχείρηση σοκολατοποιίας.
Η ταινία παρακολουθεί τα γεγονότα μέσα από τα μάτια του Χουάν/Ερνέστο και το κάνει με τρόπο εξαιρετικό γιατί αξιοποιεί όλη την ειλικρίνεια και την ευαισθησία ενός δωδεκάχρονου, που σαν μαθητής διαβάζει, κοινωνικοποιείται, ερωτεύεται. Όμως τα σημαντικά συμβαίνουν στην αποθήκη – αρχηγείο, με τις μυστικές συναντήσεις των ανταρτών, τα κρυμμένα όπλα, την ιδεολογική καθοδήγηση. Εκεί προβλέπεται και η δική του κρυψώνα πίσω από τις κούτες με τα σοκολατάκια.
Η διπλή ζωή ασφαλώς έχει τις επιπλοκές της. Ο Ερνέστο αγαπά και θαυμάζει τους γονείς του και τον εμβληματικό θείο Μπέτο, κρέμεται κυριολεκτικά από τα χείλη τους, αλλά δυσκολεύεται να κρατήσει το διαχωρισμό: Ένα πρωί θα αρνηθεί να αναλάβει την έπαρση της σημαίας στο σχολείο γιατί οι Περονιστές δεν την αναγνωρίζουν σαν δική τους.
Ξέρει ότι η αλήθεια βρίσκεται αλλού, κι όχι στη σχολική αίθουσα όπου διδάσκεται κάθε είδους «κοινό νου» όπως την ανωτερότητα των κονκισταδόρες σε σχέση με τους ιθαγενείς της Αμερικής. Την ίδια στιγμή ερωτεύεται την αδελφή του κολλητού του και θα οργανώσει με την οικογένειά του ένα πάρτυ την ημέρα των ψεύτικων γενεθλίων του. Οι αντιθέσεις δεν συμφιλιώνονται αλλά οξύνονται.
Προσδοκίες
Στην πραγματικότητα η μεγαλύτερη αντίφαση που βίωσε ο Ερνέστο και οι δικοί του ήταν αυτή ανάμεσα στις προσδοκίες των Μοντονέρος για βίαιη ανατροπή της χούντας μέσω του αντάρτικου και την πραγματικότητα, το γεγονός ότι πάλευαν απομονωμένοι μέσα σε ένα σκληρό μιλιταριστικό καθεστώς.
Το Περονιστικό Κίνημα Μοντονέρος δημιουργήθηκε στα χρόνια της προηγούμενης δικτατορίας του Ονγκανία, γύρω στα 1970, από ετερογενή κομμάτια υποστηρικτών του Χουάν Περόν (από καθολικούς μέχρι τη φοιτητική νεολαία και αριστερούς). Πίστευαν στη βίαιη κατάληψη της εξουσίας από μια φωτισμένη Περονική ηγεσία, τη ρήξη με τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ και την ίδρυση μιας ανεξάρτητης σοσιαλιστικής Αργεντινής. Η σημαία τους ήταν κόκκινη με ένα όπλο και ένα δόρυ που συμβόλιζε τους ιθαγενείς Αμερικανούς.
Η επιστροφή του Περόν στα πολιτικά πράγματα σήμαινε γι’αυτούς μια τεράστια διάψευση, καθώς επρόκειτο για την πιο συμβιβαστική και δεξιά διακυβέρνηση, ο ίδιος ο Περόν κατήγγειλε δημόσια το κίνημα των Μοντονέρος και άνοιξε το δρόμο για τις ακροδεξιές συμμορίες ΑΑΑ (Αργεντίνικος Αντικομουνιστικός Συνασπισμός) που τα επόμενα χρόνια θα εξόντωναν όλους τους εχθρούς του καθεστώτος. Οι Μοντονέρος αντέδρασαν με θεαματικές εκτελέσεις γραφειοκρατών και απαγωγές επιφανών προσώπων αλλά το παιχνίδι είχε χαθεί και γι’αυτούς και για το μαζικό κίνημα. Η χούντα του Βιντέλα που επωφελήθηκε από την πολιτική και οικονομική κρίση απλά τους αποτέλειωσε.
Η προσπάθεια των αγωνιστών που επέστρεψαν το 1979 ήταν από την αρχή καταδικασμένη. Ήταν εντελώς απομονωμένοι από την εργατική τάξη και την υπόλοιπη κοινωνία. Η μαχητικότητα και η αυτοθυσία τους σύντομα τους οδήγησε στην εξόντωση. Ο Χουάν/Ερνέστο παρακολουθεί από τη μυστική του κρυψώνα την πτώση, το φινάλε μιας συγκλονιστικής περιόδου της ζωής του, και η ταινία αυτή αποτελεί φόρο τιμής για όλους τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες που έπεσαν σ’αυτή τη μάχη. Η εναλλαγή των σκηνών με κινούμενα σχέδια στα «δύσκολα» σημεία είναι ένα κινηματογραφικό εύρημα που δυναμώνει τη δραματουργική εξέλιξη της ιστορίας.
Ο Μπενχαμίν Άβιλα έχει επίσης συν-σκηνοθετήσει το ντοκιμαντέρ «Nietos», γύρω από τα παιδιά των Ντεσαπαρασίδος (των «εξαφανισμένων» κατά τη διάρκεια της δικτατορίας), τα οποία ξαναβρήκαν την αληθινή τους ταυτότητα χάρη στις Μητέρες της Πλατείας Μαΐου -της οργάνωσης που αγωνίστηκε για να μην θαφτεί η υπόθεση αυτή. Στην παραγωγή της ταινίας βρίσκεται και ο Λουΐς Πουένσο, που είχε γυρίσει το 1985 την «Επίσημη ιστορία» πάνω στο ίδιο θέμα.
Ο σκηνοθέτης δεν επιχειρεί κριτική αποτίμηση του Μοντονεριστικού κινήματος, όμως στο ερώτημα αν οι γονείς του ήταν «καλοί γονείς» είναι ξεκάθαρος: Ήταν οι καλύτεροι, «...δεν πάλεψαν για να πεθάνουν, αλλά για να ζήσουν». Αυτό φαίνεται στην ταινία κι έχει ιδιαίτερη αξία σε εποχές που ευδοκιμούν κάθε είδους ρεαλιστικές μεταμέλειες.

