Από τον Λαμπράκη στον Παύλο Φύσσα και από τον “Φον Γιοσμά” στον Μπαλτάκο

Στις 22 Μάη του 1963 ο Γρηγόρης Λαμπράκης, βουλευτής συνεργαζόμενος με την ΕΔΑ ήταν στη Θεσσαλονίκη για να μιλήσει σε εκδήλωση της Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη. Ένα μήνα πριν, ο Λαμπράκης είχε γίνει πρώτη είδηση όταν έσπασε την απαγόρευση της Α’ Μαραθώνιας Πορείας από την κυβέρνηση του Καραμανλή.

Η εκδήλωση τελικά πραγματοποιήθηκε σε κλειστό χώρο, λόγω των απειλών για αντισυγκεντρώσεις «αγανακτισμένων πολιτών». Όμως και πάλι, ο Λαμπράκης και ο Γ. Τσαρουχάς, βουλευτής της ΕΔΑ, προπηλακίστηκαν ενώ έμπαιναν στο κτίριο. Οι «αγανακτισμένοι πολίτες» εκτός από απειλές εκτόξευαν και πέτρες. Η αστυνομία τους παρακολουθούσε απαθής.

Ο Λεωνίδας Κοντουδάκης, νεολαίος της ΕΔΑ τότε, ήταν εκεί. Περιέγραψε τι έγινε πέρσι σε συζήτηση για τα 50 χρόνια από τη δολοφονία του Λαμπράκη στο τετραήμερο “Μαρξισμός” που οργανώνει κάθε χρόνο το ΣΕΚ:

«Όταν τελείωσε η ομιλία, κατά τις 10.30μμ, κατεβήκαμε στην είσοδο του κτιρίου. Η αστυνομία μάς είπε να περιμένουμε μέχρι να αδειάσει το χώρο από τους τραμπούκους. Άφησε καμιά 30ριά να περάσουν, το Λαμπράκη μαζί με συνοδούς. Εμείς, καμιά 15ριά νέοι μπήκαμε μπροστά, ακολουθώντας το πεζοδρόμιο της Ερμού, φτάνοντας στη γωνία με τη Βενιζέλου, είδαμε ότι το πεζοδρόμιό μας ήταν καθαρό από τραμπούκους. Στο απέναντι ήταν καμιά 20ριά υψηλόβαθμοι της αστυνομίας. Προχωράμε στη διασταύρωση και βλέπουμε το πεζοδρόμιο Βενιζέλου προς Εγνατία καθαρό.

Μετά δέκα μέτρα ακούω τον συνοδό του Λαμπράκη, Σύλλα Παπαδημητρίου, έχω τη φωνή του ακόμη στο μυαλό μου, να λέει “από εδώ παιδιά” και περνάνε τη διασταύρωση. Ακούμε μαρσάρισμα, οι δρόμοι ήταν ημίφωτοι. Δεν είδα το αντικείμενο στο κεφάλι του, αλλά άκουσα τη φωνή μιας συντρόφισσα, της Ειρήνης, που είπε “τον σκότωσαν”. Ρίχνω δυο δρασκελιές και τρέχω πάνω από το Λαμπράκη. Τον ανασηκώνω -ήταν κάτω φαρδύς πλατύς- και είχε αρχίσει να τρέχει λίγο αίμα από τη μύτη».

Ο Λαμπράκης μεταφέρθηκε ουσιαστικά νεκρός στο νοσοκομείο, ξεψύχησε τέσσερις μέρες μετά. Η κηδεία του μετατράπηκε σε μια μεγαλειώδη διαδήλωση, με εκατοντάδες χιλιάδες στους δρόμους. Ήταν η μεγαλύτερη διαδήλωση από την απελευθέρωση το 1944. Η δολοφονία αντί να τρομοκρατήσει το κίνημα το γιγάντωσε.

Το χτύπημα που σκότωσε τον Λαμπράκη το έδωσαν με το περίφημο τρίκυκλο που οδηγούσαν δυο ρεμάλια τραμπούκοι της «εθνικοφροσύνης», ο Γκοτζαμάνης και ο Εμμανουηλίδης. Όμως, η φασιστική συμμορία που ανήκαν είχε την πιο υψηλή κάλυψη και διασυνδέσεις που έφταναν μέχρι την κυβέρνηση της ΕΡΕ, το Παλάτι, τον Άρειο Πάγο.

Το μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς είχε στεγάσει και οργανώσει όλο τον εμετό των δωσιλόγων της κατοχής στις παρακρατικές συμμορίες των «εθνικοφρόνων πολιτών» με την άμεση καθοδήγηση της αστυνομίας, της χωροφυλακής, της ΚΥΠ.

Κάποιοι είχαν φτάσει «ψηλά». Ένα μήνα πριν την δολοφονία του ο Λαμπράκης είχε ξαπλώσει με μια γροθιά μέσα στην αίθουσα της βουλής τον Κ.Παπαδόπουλο, βουλευτή Κιλκίς της ΕΡΕ που μαζί με άλλους «συναδέλφους» είχαν επιτεθεί σε βουλευτές της ΕΔΑ. Ο Παπαδόπουλος ήταν «οπλαρχηγός» του Ελληνικού Εθνικού Στρατού (ΕΕΣ) που είχαν εξοπλίσει οι ναζί στην Κατοχή για να πολεμήσουν τον ΕΛΑΣ. Μεταπολεμικά πέρασε από το «πλυντήριο», έβαλε τη ναζιστική στολή στη «ναφθαλίνη» και έγινε βουλευτής της εθνικοφρόνου παρατάξεως.

Ο Ξενοφών Γιοσμάς δεν έφτασε τόσο ψηλά. Ήταν άμεσα εμπλεκόμενος στην δολοφονία του Λαμπράκη, ως αρχηγός του λεγόμενου «Συνδέσμου Αγωνιστών Εθνικής Αντιστάσεως και Θυμάτων Πολέμου». Ο τίτλος είναι παραπλανητικός βέβαια: επρόκειτο για μια παρακρατική συμμορία που στρατολογούσε βετεράνους του δωσιλογισμού και «λεβέντες» του υποκόσμου.

Παρέα με τα Ες-Ες

Ήταν γνωστός και ως «φον Γιοσμάς». Στην Κατοχή έδρασε στην «Αντικομμουνιστική Οργάνωση Κατερίνης», μετά στο Τάγμα Πούλου που είχε διαπράξει σφαγές και λεηλασίες παρέα με τα Ες-Ες, έγινε και «υπουργός» στην «κυβέρνηση Τσιρονίκου» που εγκατέστησαν οι ναζί στη Βιέννη όταν έφυγαν από την Ελλάδα. Αυτό το κάθαρμα έκανε λίγα χρόνια φυλακή μεταπολεμικά και όταν αποφυλακίστηκε εντάχτηκε στον «εθνικό κορμό».

Ο Καραμανλής, ο «εθνάρχης» της δεξιάς, στο «Αρχείο» του που έχει δημοσιευτεί προσπάθησε να αποσείσει κάθε ευθύνη:

«H πολιτική ευθύνη δια το έγκλημα λογικώς απεκλείετο. Πρώτον, διότι η κυβέρνησίς μου μόνον ζημία ηδύνατο να αναμένει εξ αυτού, δεύτερον διότι ο Λαμπράκης ως πολιτικός παράγων ήτο ασήμαντος, διά να μην είπω ανύπαρκτος. Kαι τρίτον και σπουδαιότερον, διότι μόνον οι ηλίθιοι θα ηδύναντο να οργανώσουν μίαν επισφαλή δολοφονίαν με τρίκυκλον και εν μέσω Aγοράς...

Kατά την διάρκειαν της ομιλίας του συγκεντρώθηκαν εις τον δρόμον εξτρεμιστικά στοιχεία της δεξιάς με πρόθεσιν να τον αποδοκιμάσουν. Φαίνεται ότι μεταξύ αυτών υπήρχαν και μερικοί οργανωμένοι, που είχαν ως σκοπόν, όχι να δολοφονήσουν, αλλά να «στραπατσάρουν», όπως έλεγαν... Επίσης, ότι ορισμένα αστυνομικά όργανα ηνέχθησαν τα σχέδια αυτά, πιστεύοντας ότι με τον τρόπον αυτό εκπληρούν την αντικομμουνιστικήν αποστολήν των».

Αυτά είναι «λογικώς» και «κυριολεκτικώς» ψέματα. Η ΕΡΕ του Καραμανλή είχε κατευθείαν κανάλια επικοινωνίας και συνεργασίας με τους παρακρατικούς-ορφανά του Χίτλερ. Όπως είχε και έχει η ΝΔ του Σαμαρά και του Μπαλτάκου με τους Κασιδιαρέους της Χρυσής Αυγής.

Τους μηχανισμούς αυτούς τους είχε χρησιμοποιήσει απλόχερα στις εκλογές της βίας και της νοθείας του 1961. Η ΚΥΠ, η Διεύθυνση Ασφαλείας, η Υπηρεσία Προπαγάνδας και Διαφωτίσεως του υπουργείου Προεδρίας, ο στρατός, τα ΤΕΑ με τις εντολές του Καραμανλή είχαν εξαπολύσει ένα όργιο βίας και νοθείας. Η άρχουσα τάξη, το Παλάτι και η πρεσβεία των ΗΠΑ είχαν τρομοκρατηθεί από το εκπληκτικό 25% που είχε πάρει η ΕΔΑ στις εκλογές του 1958. Κατάφεραν να περιορίσουν την εκλογική δύναμη της Αριστεράς, αλλά δεν σταμάτησαν το εργατικό και φοιτητικό κίνημα που φούντωνε. Κι ο Λαμπράκης είχε γίνει σύμβολο αυτού του κινήματος ιδιαίτερα μετά την στάση του στην Μαραθώνια Πορεία Ειρήνης.

Η συμμορία του Γιοσμά δεν δρούσε ανεξέλεγκτα. Οι ταυτότητες των μελών της, όπως και των άλλων παρακρατικών συμμοριών, είχαν την επικύρωση του «οικείου αστυνομικού τμήματος». Στη ταυτότητα αναγραφόταν: «ΣΚΟΠΟΣ: Η υπεράσπισις της πατρίδος μας και του Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, μέχρι τελευταίας πνοής παντού και πάντοτε και δι’ όλων των μέσων. ΥΠΟΧΡΕΩΣΙΣ: Η ενίσχυσις των Σωμάτων Ασφαλείας οσάκις παρίσταται ανάγκη διά την διατήρησιν της τάξεως και ησυχίας εις τον τόπον μας».

Η «αντισυγκέντρωση» των Γιοσμάδων είχε οργανωθεί από την Αστυνομία και την Χωροφυλακή. Ο υποστράτηγος Κ. Μήτσου της Χωροφυλακής, ο διευθυντής της Αστυνομίας Πόλεων Ε. Καμουτσής, ο μοίραρχος Καπελώνης της Ασφάλειας ήταν οι καθημερινοί καθοδηγητές των παρακρατικών. Αυτό το αποκάλυψε η δικαστική έρευνα, στην οποία προσπάθησε να βάλει κάθε εμπόδιο ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο Κόλιας (που το 1967 έγινε ο πρώτος «πρωθυπουργός» της χούντας».

Όταν ο Κασιδιάρης παζάρευε με τον Μπαλτάκο την στήριξη της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, βάδιζαν σε μονοπάτια που έχει ξαναπερπατήσει η «επίσημη» Δεξιά και οι φασίστες. Και οι διαβεβαιώσεις του Σαμαρά, του Δένδια και του Κεδίκογλου ότι το κόμμα τους και η κυβέρνησή τους καμιά σχέση δεν είχε με τους ναζί και τα τάγματα εφόδου τους, αξίζουν όσο κι οι διαβεβαιώσεις του Καραμανλή και της ΕΡΕ.

Οι σημερινοί χρυσαυγίτες είναι οι απόγονοι του φον Γιοσμά, των Γκοτζαμάνηδων και των Εμμανουηλίδηδων. Το αντιρατσιστικό και αντιφασιστικό κίνημα θα τους σαρώσει όπως σάρωσε και τους προγόνους τους –και μαζί τους θα ξηλώσει τα συγκοινωνούντα δοχεία, τα στηρίγματα και τους προστάτες τους.

Το κίνημα που ξεσηκώθηκε από τη δολοφονία του Λαμπράκη έφτασε στη μεγάλη έκρηξη των Ιουλιανών του 1965. Έχασε, γιατί δεν είχε την Αριστερά που του άξιζε. Σήμερα, οι εργάτες και η νεολαία μπορούν να φτάσουν ακόμα πιο μακριά και να νικήσουν, γιατί είναι πιο δυνατοί, πιο οργανωμένοι, με μεγαλύτερες εμπειρίες. Το δυνάμωμα της Αριστεράς του αντικαπιταλισμού και της επανάστασης είναι το καλύτερο εφόδιο σε αυτό το δρόμο.