Εργατικό κίνημα
OKANA: Κόντρα στη διάλυση

Οι εργαζόμενοι του ΟΚΑΝΑ αγωνίζονται να διαφυλάξουν τον οργανισμό και τον ολοκληρωμένο χαρακτήρα των προγραμμάτων απεξάρτησης, κόντρα στις προσπάθειες της διοίκησης να κατακερματίσει τα προγράμματα και να «στοιβάξει από δω και από κει», όπως χαρακτηριστικά είπαν, τους ασθενείς. Αφετηρία του αγώνα αυτού ήταν η άμεση απάντηση των εργαζόμενων στην προσπάθεια της διοίκησης να κλείσει τη δομή της Νίκαιας. 

Έγιναν στάσεις εργασίας στις 26 Οκτώβρη και 8 και 15 Νοέμβρη, γενικές συνελεύσεις και συνέντευξη τύπου, καθώς και καταγγελία ενάντια στη διοίκηση για τις απαράδεκτες μεθόδους «ανάκρισης» με τις οποίες προσπάθησε να τους τρομοκρατήσει, σαν απάντηση στην ανακοίνωσή τους ενάντια στο κλείσιμο της δομής και την αναδιάρθρωση με καθαρά οικονομικά κριτήρια.

Οι εργαζόμενοι του οργανισμού συνεχίζουν με μια πρωτοβουλία συνάντησης εργαζόμενων από όλες τις δομές, στην οποία θα συζητηθεί το μέλλον του οργανισμού. Κοινός τόπος των εργαζόμενων είναι ότι “σχέδια” χωρίς λεφτά δε γίνονται και αυτή είναι η απάντησή τους στη διοίκηση. Στόχος τους ταυτόχρονα είναι να γίνει τακτική αυτή η συνάντηση ώστε να συζητιούνται προτάσεις και να μπορούν να παρθούν αποφάσεις.

Στίγμα

Μιλήσαμε με τους εργαζόμενους για τις «αλλαγές» που προτείνει η διοίκηση, πάντα στην κατεύθυνση της εξοικονόμησης προσωπικού: προσπαθεί να «λύσει» το πρόβλημα της μη απορρόφησης της λίστας αναμονής, μετακινώντας ασθενείς και προσωπικό μεταξύ των δομών και προσπαθώντας να διαχωρίσει τους ασθενείς που απαράδεκτα χαρακτηρίζει «λιμνάζοντες» ή «κολλώδεις», από τους υπόλοιπους, σε μια ξεχωριστή δομή «χαμηλής οδού» (δηλ. που η αποκλειστική της δουλειά θα είναι να χορηγεί μεθαδόνη). Είναι αυτοεκπληρούμενη προφητεία για ασθενείς και εργαζόμενους: η δομή δεν μπορεί να βοηθήσει, διαιωνίζει το στίγμα και την απομόνωση. 

Παράλληλα, στο ίδιο μοτίβο, η διοίκηση αντιμετωπίζει την απεξάρτηση και τις ψυχικές ασθένειες (που κάποιοι εξαρτημένοι αντιμετωπίζουν) σαν καθαρά βιολογικά ζητήματα που λύνονται μόνο με χορήγηση φαρμάκων. Αυτό οδηγεί σε περεταίρω στιγματισμό και αποκλεισμό των ασθενών, καθώς τους απομακρύνει από ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα με σύνδεση με την τοπική τους κοινωνία.  Οι ασθενείς δεν έχουν να αντιμετωπίσουν μια εκ φύσης «κλειστόμυαλη» κοινωνία, αλλά μια κοινωνία στην οποία καλλιεργείται συστηματικά ο φόβος προς τους εξαρτημένους και τους ψυχικά ασθενείς. Δεν πρέπει να υποτιμάμε ότι αυτόν τον φόβο έχει εκμεταλλευτεί και η ακροδεξιά και έχει κάνει επιθέσεις σε βάρος των τοξικοεξαρτημένων.

Στον αντίποδα, οι εργαζόμενοι εκτιμούν ότι οι αποκεντρωμένες δομές που συνδέονται με τους δήμους, τις κοινωνικές υπηρεσίες και τα νοσοκομεία θα βοηθήσουν στο να υπάρχει ολοκληρωμένος θεραπευτικός προσανατολισμός, πιο προσωπική σχέση μεταξύ εργαζόμενων και ασθενών και λιγότερες μετακινήσεις (που πάντα αποτελούν ένα τεράστιο φορτίο σε ασθενείς και φτωχούς ανθρώπους και στις οικογένειές τους). Με τη συνεργασία ΟΚΑΝΑ – Δήμου – νοσοκομείων δε θα χρειάζεται δηλαδή ο ασθενής να εξυπηρετείται από δυο διαφορετικές υπηρεσίες, επειδή η μία θα λείπει από τη μονάδα του ή δε θα αξιοποιείται στο δήμο του.

Γίνεται σαφές ότι το κόστος της λειτουργίας των προγραμμάτων δεν μπορεί να καλυφθεί επιβαρύνοντας τους ασθενείς, ούτε φορτώνοντας με περισσότερη εργασία τους εργαζόμενους. Η σύνδεση του αγώνα για ποιοτικά προγράμματα απεξάρτησης με το αίτημα για δημόσια δωρεάν Υγεία και καμία περικοπή στις δομές πρόνοιας είναι απαραίτητη.