Ιστορία
40 χρόνια από το Woodstock

Πριν από 40 χρόνια, στις 15-18 Αυγούστου του 1969, σε ένα αγρόκτημα στους λόφους Μπέθελ της Ν. Υόρκης έγινε το μουσικό φεστιβάλ του Γούντστοκ. Υπολογίζεται, ότι στα τρία μερόνυχτα που διήρκεσε, (κυριολεκτικά καθώς οι μουσικοί συνέχιζαν να παίζουν καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας) συμμετείχαν σχεδόν μισό εκατομμύριο άνθρωποι. Οι μουσικοί που πέρασαν από τη σκηνή στη διάρκεια των τριών αυτών ημερών ήταν η αφρόκρεμα, της ποπ-ροκ μουσικής, αν και συμμετείχαν και μουσικοί, όπως ο ινδός βιρτουόζος του σιτάρ Ραβί Σανκάρ. Όμως το Γούντστοκ δεν έμεινε στην ιστορία, απλά σαν το μεγαλύτερο γεγονός στην ιστορία της ποπ κουλτούρας. Ήταν ένα κοινωνικό γεγονός που σημάδεψε την εποχή του, η λέξη Γούντστοκ, είναι πλέον συνώνυμη της δεκαετίας του ‘60. Ήταν τέτοια η επιρροή του ώστε, η χούντα στην Ελλάδα το απαγόρευσε, αμέσως μετά την πρώτη προβολή της ταινίας ξυλοκοπώντας και όσους είχαν την τύχη να πάνε εκείνο το βράδυ στο Παλλάς.

Την πρώτη μέρα του φεστιβάλ άνοιξε ο μαύρος τραγουδοποιός Ρίτσι Χέιβενς. Η ιστορική, πλέον εκτέλεση του παραδοσιακού Motherless Child ξεσήκωσε το πλήθος με τον Χέιβενς να κραυγάζει ξανά και ξανά τη λέξη «ελευθερία». Η συντηρητική Αμερική των αρχών του ’60, στο τέλος της δεκαετίας σμπαραλιάζονταν από την εικόνα ενός μαύρου να τραγουδάει μπροστά σε χιλιάδες επαναστατημένους νέους. Νέους και των δύο φύλλων και όλων των φυλών που μισούσαν το σύστημα, τον πόλεμο, το ρατσισμό, την καταπίεση. Νέους που δεν φοβούνταν να κολυμπάνε και να τριγυρνάνε γυμνοί μαζί με τα παιδιά τους, που έκαναν ελεύθερο έρωτα, που κάπνιζαν μαριχουάνα.    

Ο Τζο Μακ Ντόναλντ, από τους Country Joe and the Fish, με μια ακουστική κιθάρα ανάγκασε όλο τον κόσμο να σηκωθεί όρθιος και να τραγουδήσει μαζί του στον αντιπολεμικό «Fish Cheer..»: «Εμπρός στρατηγοί, τρέξτε και κυνηγήστε τούς κόκκινους, καλός κομμουνιστής είν’ ο νεκρός κομμουνιστής, εμπρός Γουόλ Στρητ, μην καθυστερείς, ο πόλεμος είναι πάρτυ, θα βγουν καλά λεφτά από τις στρατιωτικές προμήθειες, εμπρός μητέρες και πατέρες στείλτε τους γιούς σας στο Βιετνάμ και γίνετε οι πρώτοι στη γειτονιά που θα τους παραλάβετε σε πακέτο».

Η Τζόαν Μπαέζ, που ο άντρας της βρίσκονταν στη φυλακή για άρνηση στράτευσης, χλεύασε τον τότε κυβερνήτη της Καλιφόρνια Ρ. Ρήγκαν και τραγούδησε το «Τζο Χιλ», για τον εργάτη συνδικαλιστή και τραγουδοποιό των IWW που δολοφονήθηκε το 1915 από τις αρχές. Η Janis Joplin, oι Gratefull Dead, που αργότερα θα συμμετείχαν και στο κίνημα συμπαράστασης στους Μαύρους Πάνθηρες, ο Arlo Guthrie, γιός του μεγάλου επαναστάτη τραγουδοποιού του 1930-40 Woody Guthrie, ο Carlos Santana, «εκπροσωπώντας» την ισπανόφωνη Αμερική, οι εκρηκτικοί The Who από τη Βρετανία,  οι Band το συγκρότημα του B.Dylan, οι Ten Years After, o Joe Cocker, οι Jefferson Airplane, οι Crosby, Stills, Nash and Young στην παρθενική τους εμφάνιση – και τόσοι άλλοι - έπαιξαν ακούραστα και υπό βροχή για τρεις ολόκληρες μέρες. Το φεστιβάλ έκλεισε πάλι με ένα μαύρο, τον μεγάλο κιθαρίστα της ροκ μουσικής, Τζίμι Χέντριξ να «δολοφονεί» ξημερώματα της Δευτέρας τον αμερικάνικο εθνικό ύμνο με την παραμορφωμένη ηλεκτρική του κιθάρα. 

Ο συμβολισμός ήταν προφανής. Το καλοκαίρι του ’69, οι ΗΠΑ σπαράσσονταν από τις εσωτερικές συγκρούσεις, κλείνοντας τρία χρόνια συνεχούς κοινωνικής αναταραχής. Είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται η ήττα στο Βιετνάμ, την ίδια στιγμή που το αντιπολεμικό κίνημα βρίσκονταν σε πλήρη ανάπτυξη με την πλειοψηφία των αμερικάνικων κολλεγίων και πανεπιστημίων να βρίσκονται σε συνεχή κατάληψη και το κράτος να προσπαθεί να επιβληθεί στέλνοντας την αστυνομία και την εθνοφρουρά. Στα γκέτο των μεγαλουπόλεων των ΗΠΑ, στο Ντητρόιτ, το Λος Άντζελες,  ξεσπάσανε εξεγέρσεις των μαύρων, των ισπανόφωνων, αλλά και φτωχών λευκών που μόνο με την εθνοφρουρά και τους πεζοναύτες κατάφεραν οι αρχές να καταστείλουν αφήνοντας πίσω τους δεκάδες νεκρούς σε κάθε μια από αυτές.

Κίνημα

Η ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος ήταν ταχύτατη. Ο φιλειρηνικός προσανατολισμός του κινήματος των μαύρων είχε φθάσει στα όριά του με τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ το 1968, την ίδια στιγμή που το κόμμα των Μαύρων Πανθήρων κέρδιζε χιλιάδες μέλη και οργάνωνε ένοπλες περιπολίες και συσσίτια στα γκέτο. 

Το SDS, οι φοιτητές του Δημοκρατικού Κόμματος, που έπαιζαν βασικό ρόλο στις αντιπολεμικές κινητοποιήσεις και στο κίνημα για τα ίσα δικαιώματα, μετά την άγρια καταστολή στο συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος στο Σικάγο το ’68, κινήθηκαν στα αριστερά και δημιούργησαν μια σειρά από αυτόνομες και επαναστατικές οργανώσεις. Το όλο μίγμα, γίνονταν ακόμα πιο εκρηκτικό, καθώς στο κίνημα συμμετείχαν δεκάδες χιλιάδες βετεράνοι και φαντάροι στο ίδιο το Βιετνάμ, καθώς και αρνητές στράτευσης. 

Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό κλίμα προέκυψε το Γούντστοκ, αρχικά όχι σαν κάποιο κινηματικό γεγονός, αλλά σαν επένδυση. «Αποφασίσαμε να δώσουμε στο φεστιβάλ τον τίτλο ‘Τρεις μέρες ειρήνης και μουσικής’, θέλοντας από τη μια να τονίσουμε τη σχέση με το κίνημα ειρήνης, αλλά ταυτόχρονα να δώσουμε το μήνυμα ότι δεν θέλαμε να ξεσπάσουν ταραχές» αναφέρει ένας από τους διοργανωτές του. Το φεστιβάλ, το διοργάνωσε μια εταιρία που συγκροτήθηκε από φιλελεύθερους παραγωγούς, γόνους πλουσίων οικογενειών και επιχειρηματίες που ήθελαν να δημιουργήσουν ένα «γεγονός» που να εκφράσει τη νέα κουλτούρα με το αζημίωτο φυσικά. Το συνολικό κόστος της παραγωγής έφτασε τα 2,4 εκατομμύρια δολάρια – λεφτά που οι διοργανωτές έλπιζαν να εισπράξουν από τα εισιτήρια.

Περίμεναν περίπου 50.000 κόσμο, αλλά ήδη τη δεύτερη μέρα, αναγκάστηκαν να σταματήσουν το κόψιμο εισιτηρίων και να ανοίξουν την περίφραξη για να εισβάλλουν οι εκατοντάδες χιλιάδες νέων που συνέρρεαν, έχοντας δημιουργήσει μια ουρά αυτοκινήτων μήκους 33 χιλιομέτρων, εξαιτίας εμποδίων που έβαζε η αστυνομία. Τελικά και ο κυβερνήτης και οι αρχές της πολιτείας, αφού ταλαντεύτηκαν για λίγο, αποφάσισαν ότι ο όγκος του πλήθους ήταν τέτοιος που αν ξέσπαγαν επεισόδια, η κατάσταση θα έβγαινε εκτός ελέγχου και αποφάσισαν να μην εμποδίσουν τη διεξαγωγή του φεστιβάλ. 

Οι παραγωγοί μπήκαν αρχικά μέσα, αλλά τελικά έβγαλαν λεφτά και  για τα δισέγγονά τους από τις πωλήσεις των δίσκων και της ταινίας - που  40 ολόκληρα χρόνια μετά εξακολουθούν να πουλάνε ασταμάτητα. Όσοι δεν έχετε ακούσει το δίσκο ή δει την ταινία, κάντε το. Ακόμα και αν δεν σας ενθουσιάσει το είδος της μουσικής, η ταινία αποτελεί ένα εξαιρετικό μουσικό ντοκιμαντέρ για τους νέους και το κίνημα στην Αμερική τη δεκαετία του ’60.