Ιστορία
Πριν 70 χρόνια: Οι “Βάρκιζες” σε Γαλλία, Ιταλία

1 Μάη 1947. Συγκέντρωση ακτήμονων αγροτών στην Πορτέλα ντελέ Τζινέστρε

Την πρώτη βδομάδα του Μάη του 1947, δυο πολιτικά γεγονότα σημάδεψαν το τέλος της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου και των ελπίδων για ριζική κοινωνική αλλαγή που είχε γεννήσει η συντριβή του φασισμού στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Δυο κόμματα, πρωταγωνιστές της αντιφασιστικής Αντίστασης, πετάχτηκαν έξω από τις κυβερνήσεις συνεργασίας σε δυο από τις σημαντικότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΓΚΚ) και το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΙΚΚ).

Ήταν ένα σημείο καμπής για την πολιτική ιστορία αυτών των χωρών. Όταν εκδιώχτηκαν από την κυβέρνηση τα δυο αυτά κόμματα διέθεταν μαζική επιρροή. Το γαλλικό κόμμα είχε 930.000 μέλη και ήταν το μεγαλύτερο κόμμα στο κοινοβούλιο. Το ιταλικό κόμμα είχε περίπου 1.800.000 μέλη κι ήταν το τρίτο μεγαλύτερο κόμμα. Κι όμως, οι υποσχέσεις των ηγεσιών τους ότι θα έφερναν εργατικές κατακτήσεις μέσα από τη συμμετοχή τους στις μεταπολεμικές κυβερνήσεις τσακίστηκαν.

Ο δρόμος που οδήγησε στο 1947 είχε την αφετηρία του στις στρατηγικές επιλογές αυτών των κομμάτων στην περίοδο της Αντίστασης και της Απελευθέρωσης. Ο πόλεμος, με τα δεινά που έφερνε για τους εργάτες και τους φτωχούς σε συνδυασμό με την αντιφασιστική πάλη, έφερνε προ των πυλών την επανάσταση. 

Μια μελέτη για τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Γαλλία το καλοκαίρι του 1944 αναφέρει ότι στην περιοχή της Τουλούζης: «Μέσα στο μεθυστικό ενθουσιασμό της Απελευθέρωσης, εργατικές απελευθερωτικές επιτροπές σύντομα ανέλαβαν τον έλεγχο όλων των μεγάλων χώρων δουλειάς στην περιοχή –σε οπλοστάσια, βιομηχανίες μετάλλου, τράπεζες, ακόμα και φυλακές- αλλά και, το πιο σημαντικό, στο σύνολο της αεροναυπηγικής βιομηχανίας. Ο διευθυντής ενός τέτοιου εργοστασίου παραπονέθηκε ότι ‘η επιτροπή μετατρεπόταν σταδιακά σε σοβιέτ. Ζητά πληροφορίες για τα αποθέματα υλικών, για την κατάστασή τους, για ό,τι υπάρχει στις αποθήκες. Ζητά ακόμα τα κλειδιά όλων των γραφείων’».

Όταν οι παρτιζάνοι απελευθέρωναν τη μια μετά την άλλη τις μεγάλες πόλεις της βόρειας Ιταλίας τον Απρίλη του 1945, στα εργοστάσια κυμάτιζαν κόκκινες σημαίες και τα αφεντικά ζητούσαν καταφύγιο στην Ελβετία ή στα αρχηγεία του αμερικάνικου και βρετανικού στρατού. Στο νότο, η αγροτική δυσαρέσκεια απλωνόταν ακόμα και στα παραδοσιακά κάστρα του συντηρητισμού (και της μαφίας). 

«Βίαιη ωρίμανση»

Όμως, η επιλογή των ηγεσιών των δυο κομμουνιστικών κομμάτων δεν ήταν να βαθύνουν αυτές τις διαδικασίες. Ο στρατηγικός τους στόχος δεν ήταν η επανάσταση, αλλά η διαχείριση, μαζί με τους «προοδευτικούς πολιτικούς» της αστικής τάξης. Το κόμμα θα συμμετείχε στην κυβέρνηση, θα έφερνε φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις, θα κέρδιζε θέσεις στο κράτος και έτσι μετά τη «προοδευτική δημοκρατία» ή τη «νέα, λαϊκή δημοκρατία» (το πρώτο στάδιο) θα περνούσε ειρηνικά στο σοσιαλισμό. 

Οι βάσεις αυτής της στρατηγικής είχαν μπει από τη δεκαετία του ’30 και τα Λαϊκά Μέτωπα. Αλλά στις συνθήκες πολέμου και εξέγερσης, όπου εκατομμύρια ριζοσπαστικοποιημένοι εργάτες/τριες και καταπιεσμένοι στρέφονταν στ’ αριστερά και έχτιζαν νικηφόρα κινήματα Αντίστασης χρειαζόταν να επιβληθεί ξανά από τα πάνω με απότομη στροφή δεξιά. Απαιτούταν δηλαδή σοκ «βίαιης ωρίμανσης» για να θυμηθούμε την περιβόητη έκφραση του Δραγασάκη το 2013. 

Αυτό το καθήκον το ανέλαβαν οι δυο ηγέτες των κομμάτων, ο Παλμίρο Τολιάτι που έφτασε στην Ιταλία από τη Μόσχα τον Απρίλη του 1944 και ο Μορίς Τορέζ που επέστρεψε πάλι από τη Μόσχα τον Οκτώβρη του 1944. Είχαν τις ευλογίες του Στάλιν και σαφείς οδηγίες. 

Πρώτα ήρθε η «βίαιη ωρίμανση» στην Ιταλία με την περίφημη «στροφή του Σαλέρνο». Εκεί, τον Απρίλη του 1944 ο Τολιάτι ανακοίνωσε ότι το κόμμα όχι μόνο είναι έτοιμο να μπει και να στηρίξει την κυβέρνηση Μπαντόλιο, ενός πρώην στρατάρχη του Μουσολίνι, αλλά ότι δεν θέτει καν ζήτημα μοναρχίας (ο βασιλιάς Βικτωρ Εμμανουήλ Β’ είχε καταφύγει στο νότο με τη βοήθεια των Συμμάχων το 1943). Το κόμμα δεν εγκατέλειπε μόνο την σοσιαλιστική επανάσταση, αλλά και βασικά δημοκρατικά αιτήματα στο όνομα της «εθνικής ενότητας» και του «αντιφασιστικού πολέμου». 

Στην Γαλλία ο Τορέζ ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει άλλη κυβέρνηση πέρα από αυτή που συμμετείχε το κόμμα ήδη από το 1943, δηλαδή η κυβέρνηση του στρατηγού Ντε Γκολ. Ο Ντε Γκολ είχε διατάξει τη διάλυση των «εθελοντικών» σχηματισμών της Αντίστασης και την ενσωμάτωσή τους στο γαλλικό στρατό –με επικεφαλής τους πιο αντιδραστικούς αξιωματικούς. Στις αρχές Νοέμβρη διέταξε τη διάλυση των «Πατριωτικών Πολιτοφυλακών» στο Παρίσι. Είχαν σχηματιστεί με βάση τα εργοστάσια από τις αρχές του 1944 και μετά την απελευθέρωση άρχισαν να αναπτύσσονται ραγδαία. Ο Μορίς Τορέζ, έβγαλε μια μακροσκελή ομιλία, και δεν είπε ούτε μια λέξη για τις Πολιτοφυλακές. Και για όσους δεν κατάλαβαν, το μήνυμα ήρθε σαφέστατο στην εισήγησή του στην ΚΕ του κόμματος τον Γενάρη: «Ένα κράτος, ένας στρατός, μια αστυνομία». Οσο για τους εργάτες, το σύνθημα του κόμματος ήταν: «Παράγετε! Παράγετε! Παράγετε πιο πολύ!»

Τα επιχειρήματα των ηγεσιών ήταν ότι η επανάσταση ήταν ανέφικτη από την στιγμή που εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες των Συμμάχων βρίσκονταν στη Γαλλία και την Ιταλία. Αυτός που έμενε ανοιχτός ήταν ο δρόμος των μεταρρυθμίσεων. 

Μεταρρυθμίσεις έγιναν. Τα Συντάγματα που υιοθετήθηκαν για παράδειγμα ήταν από τα πιο προοδευτικά, έγιναν εθνικοποιήσεις, ιδιαίτερα στην Γαλλία όπου κλάδοι όπως η ενέργεια, η αυτοκινητοβιομηχανία, ένα μεγάλο μέρος του πιστωτικού συστήματος πέρασαν στον έλεγχο του κράτους. 

Απολογισμός

Όμως, οι όποιες μεταρρυθμίσεις έφεραν πολύ λιγότερα κέρδη για την εργατική τάξη από αυτά που πετύχαιναν οι αστοί. Την ίδια ώρα που τα δυο Κομμουνιστικά Κόμματα έριχναν όλο το βάρος τους στο να αποτρέπουν απεργίες και να συζητάνε τα σχέδια «παραγωγικής ανασυγκρότησης» στους διαδρόμους των υπουργείων, η άρχουσα τάξη ανασυγκροτούσε το κράτος και τα κόμματά της. 

Η «συνέχεια του κράτους» ήταν πράγματι το κύριο μέλημα του Ντε Γκολ. Και μιας και το γαλλικό κράτος είχε συνεργαστεί σούμπιτο με τους ναζί μέσα από το δωσιλογικό καθεστώς του Βισί, η «κάθαρση» των δωσιλόγων έμεινε επιδερμική. Η Γαλλία ήταν μια αποικιακή δύναμη και το Μάη του 1945 ο γαλλικός στρατός έσφαξε χιλιάδες Αλγερινούς που διαδήλωναν για την ανεξαρτησία στο Σετίφ. Οι κομμουνιστές υπουργοί δεν έβγαλαν τσιμουδιά και το ΓΚΚ κατήγγειλε τη «φασιστική συνομωσία» των… εξεγερμένων Αλγερινών. 

Στην Ιταλία που είχε ζήσει είκοσι χρόνια φασισμού, και όπου χιλιάδες αντιστασιακοί είχαν δώσει τη ζωή τους από το 1943 μέχρι το 1945, η «κάθαρση» έγινε φάρσα που εκτυλίχτηκε σε τραγωδία. Τον Ιούνη του 1946 ο Τολιάτι ως υπουργός Δικαιοσύνης υπέγραψε μια αμνηστία που απάλλαξε από κάθε δίωξη ακόμα και τους πιο σιχαμένους φασίστες βασανιστές. Ο νόμος πρόβλεπε διάκριση ανάμεσα σε «συνήθη» και «ιδιαιτέρως στυγερά» βασανιστήρια. Για παράδειγμα, ένα δικαστήριο απάλλαξε τον φασίστα μπάτσο που βασάνισε με ηλεκτρισμό στα γεννητικά όργανα έναν κρατούμενο επειδή «η πράξη είχε εκφοβιστική πρόθεση, όχι κτηνώδες κίνητρο». Το 1960 από τους 64 νομάρχες οι 62 ήταν ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι επί φασισμού. Το ίδιο ίσχυε και για τους 135 αστυνομικούς διευθυντές. 

Η τελική πράξη

Όλοι αυτοί οι συμβιβασμοί υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζαν το κέρδισμα των «μεσαίων στρωμάτων» και την άνοδο της επιρροής των δυο ΚΚ. Έτσι τα πιο δεξιά κόμματα θα απομονώνονταν και τα πιο μετριοπαθή θα προσέγγιζαν μια συμμαχία με τα ΚΚ. Αυτές οι προσδοκίες κατέρρευσαν. Η Χριστιανοδημοκρατία στην Ιταλία δυνάμωσε, και η δεξιά στην Γαλλία ανασυγκροτήθηκε έστω κι αν ο Ντε Γκολ αποχώρησε από την πολιτική το 1946. Οι ανασυντεταγμένοι αστοί είχαν πια τη δυνατότητα να πετάξουν τα ΚΚ από τις κυβερνήσεις σαν στυμμένες λεμονόκουπες.

Δυο παράγοντες ώθησαν στην αποβολή των δυο κομμάτων από τις κυβερνήσεις τον Μάη του 1947. Ο πρώτος ήταν το ξεκίνημα του Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ρωσία. Τον Μάρτη του 1947 ο πρόεδρος Τρούμαν είχε αναγγείλει το Σχέδιο Μάρσαλ, την οικονομική βοήθεια στην Ευρώπη, με στόχο να ανασχέσει την ρώσικη επιρροή. 

Ο δεύτερος λόγος ήταν η κοινωνική δυσαρέσκεια και οι εργατικοί αγώνες που έβαζαν πίεση στις ηγεσίες των ΚΚ να σταματήσουν τους συμβιβασμούς. Στις 28 Απρίλη οι εργάτες της Ρενό Μπιγιανκούρ έξω από το Παρίσι κατέβηκαν σε απεργία, παρά τις αρχικές προσπάθειες της CGT να την σταματήσει (τροτσκιστές αγωνιστές έπαιξαν ρόλο στο ξεκίνημα της απεργίας). Οι κομμουνιστές βουλευτές αρνήθηκαν να καταδικάσουν την απεργία όπως αρνήθηκαν να καταγγείλουν –για πρώτη φορά- ένα αντιαποικιακό κίνημα, στο Βιετνάμ συγκεκριμένα. Με αυτή την αφορμή διώχτηκαν από την κυβέρνηση. 

Στην Ιταλία, την Πρωτομαγιά του 1947 μια ακροδεξιά συμμορία μαφιόζων άνοιξε πυρ στη συγκέντρωση των ακτημόνων αγροτών στη Πορτέλα ντελέ Τζινέστρε. Έντεκα νεκροί, ανάμεσά τους μικρά παιδιά και εξήντα πέντε τραυματίες ήταν ο απολογισμός. Ένα κύμα αγανάκτησης σάρωσε τη χώρα, με έξι εκατομμύρια εργάτες να συμμετέχουν σε μια 24ωρη γενική απεργία διαμαρτυρίας. Κι ο ντε Γκασπέρι, με την αμερικάνικη ενθάρρυνση, παραιτήθηκε αρχικά και μετά επέστρεψε σχηματίζοντας μια νέα κυβέρνηση χωρίς τους κομμουνιστές.

Στη Γαλλία και στην Ιταλία η επαναστατημένη εργατική βάση δεν έφτασε μέχρι την εξέγερση του Δεκέμβρη 1944 που είχαμε στην Ελλάδα. Αλλά οι ηγεσίες των ΚΚ έκαναν τις δικές τους Βάρκιζες. 

 

Απεργία στη Ρενό, Απρίλης 1947