Στις 14 Ιούνη του 1917 ο Ε. Βενιζέλος έφτανε στην Αθήνα και όρκιζε τη νέα του κυβέρνηση. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε εγκαταλείψει την Ελλάδα στις αρχές του μήνα. Στην ομιλία που έκανε από έναν εξώστη στο Σύνταγμα δήλωσε ότι είναι αυτονόητο ότι η Ελλάδα θα βρεθεί: «παρά το πλευρόν των Δημοκρατικών Εθνών, τα οποία αγωνίζονται υπέρ της ελευθερίας του κόσμου κατά των Μεσευρωπαϊκών Δυνάμεων των οποίων σύμμαχοι είναι οι δυο κληρονομικοί μας εχθροί» δηλαδή η Βουλγαρία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η «επίσημη» είσοδος την Ελλάδας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ένα κρίσιμο βήμα που οδήγησε στην τραγωδία της Σμύρνης το 1922.
Σε ένα άλλο σημείο της ομιλίας του ο Βενιζέλος δήλωσε ότι τον εμψύχωνε «η σταθερά και αναλλοίωτος εμπιστοσύνη, η οποία από μιας ήδη επταετίας εκδηλούται υπό του Έθνους προς τον αγώνα του οποίου είμαι σημαιοφόρος».
Βέβαια η επικράτηση του «σημαιοφόρου» τον Ιούνη του 1917 δεν ήταν προϊόν ούτε εκλογών ούτε επανάστασης των απλών ανθρώπων. Ήταν το αποτέλεσμα της ωμής επέμβασης των ιμπεριαλιστών της Αντάντ και -στην συγκεκριμένη περίπτωση- της Γαλλίας. Την προηγούμενη μέρα του σχηματισμού της κυβέρνησης, γαλλικά στρατιωτικά τμήματα είχαν αποβιβαστεί στην Αθήνα και τον Πειραιά και είχαν καταλάβει όλα τα σημεία-κλειδιά. Ο Βενιζέλος έφτασε στην πρωτεύουσα με 400 Κρητικούς χωροφύλακες από τη Θεσσαλονίκη. Είχε προηγηθεί τις προηγούμενες βδομάδες η στρατιωτική κατάληψη της Θεσσαλίας από τους Γάλλους, της Ηπείρου από τους Ιταλούς και του Ισθμού από γαλλορωσικές μονάδες.
“Διχασμός”
Αυτό που είχε προηγηθεί ήταν μια κατάσταση εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στα δυο μεγάλα στρατόπεδα της άρχουσας τάξης που έφτασε μέχρι τα κατάβαθα της κοινωνίας και έχει μείνει στην ιστορία ως «Εθνικός Διχασμός». Από τον Σεπτέμβρη του 1916 μέχρι τον Ιούνη του 1917 η Ελλάδα είχε δυο κυβερνήσεις, μια της «Εθνικής Άμυνας» με έδρα τη Θεσσαλονίκη και μια του «βασιλείου της Ελλάδας» στην Αθήνα, με δυο στρατούς, δυο εδαφικές επικράτειες: Μακεδονία, Κρήτη, κάποια νησιά του Αιγαίου η πρώτη, Αττική, Στερεά, Ηπειρο, Πελοπόννησο η δεύτερη.
Το θέμα που δίχασε την άρχουσα τάξη ήταν με ποιους όρους και με ποιες συμμαχίες θα διαχειριζόταν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο που ξέσπασε το 1914. Η μια πλευρά της άρχουσας τάξης, που είχε επικεφαλής τον Βενιζέλο, πίστευε ότι η συμμετοχή στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ θα επέτρεπε στην Ελλάδα να διατηρήσει τα κέρδη των Βαλκανικών Πολέμων και να τα επαυξήσει. Η άλλη πλευρά, με επικεφαλής το βασιλιά Κωνσταντίνο, υποστήριζε ότι η Ελλάδα έπρεπε να παραμείνει ουδέτερη κάτι που εξυπηρετούσε τους γερμανικούς σχεδιασμούς.
Και οι δυο πλευρές ήταν αρπακτικές και πολεμοκάπηλες, αλλά διαφωνούσαν στη μέθοδο και τους χειρισμούς. Αυτό το μαρτυρούν δυο χαρακτηριστικά επεισόδια που έγιναν αφορμή για την πρώτη ρήξη του Βενιζέλου με τον Κωνσταντίνο στις αρχές του 1915.
Τον Γενάρη εκείνης της χρονιάς, η Αγγλία πρότεινε στον Βενιζέλο να βγει η Ελλάδα στον πόλεμο σε βοήθεια της Σερβίας που υπέκυπτε στην αυστροουγγρική εισβολή. Σε αντάλλαγμα θα έπαιρνε μελλοντικά την Μικρά Ασία. Η απάντηση του Βενιζέλου ήταν θετική φτάνει να έμπαιναν στον πόλεμο και η Ρουμανία και η Βουλγαρία. Ήταν διατεθειμένος να δώσει στη δεύτερη την περιοχή της Καβάλας-Δράμας. Στην περίπτωση αυτή, εξηγούσε ο Βενιζέλος σε υπόμνημά του, η Ελλάδα θα έχανε 2.000 τετραγωνικά χλμ. με μόλις 30 χιλιάδες Έλληνες κατοίκους και θα κέρδιζε 125.000 χλμ. με 800.000 κατοίκους.
Ο Κωνσταντίνος δέχτηκε αλλά στους επόμενους μήνες η Βουλγαρία αποφάσισε να μπει στον πόλεμο εναντίον της Σερβίας και στο πλευρό της Γερμανίας. Το σχέδιο του Βενιζέλου ναυάγησε: ο «κληρονομικός εχθρός» είχε προτεραιότητα. Για τους αντιβενιζελικούς ο στρατός προοριζόταν να διαφυλάξει τα «κέρδη» εις βάρος της Βουλγαρίας και των «σλάβων».
Δυο μήνες μετά ξεκίνησαν οι αγγλογαλλικές ναυτικές επιχειρήσεις για την εκπόρθηση των Δαρδανελίων με τελικό στόχο την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Ο Βενιζέλος συνέλαβε την ιδέα να προσφέρει τις χερσαίες δυνάμεις για την επιχείρηση που δεν διέθεταν οι Αγγλογάλλοι. Η Ελλάδα θα αποκτούσε λόγο στη ρύθμιση του «ζητήματος των Στενών» και θα εξασφάλιζε εδαφικές παραχωρήσεις στη Μικρά Ασία. Αρχικά ο Κωνσταντίνος δέχτηκε. Όμως, το Γενικό Επιτελείο αρνήθηκε τόσο γιατί η επιχείρηση ήταν ριψοκίνδυνη όσο και γιατί θα αδυνάτιζε το μέτωπο με τη Βουλγαρία.
Τον Οκτώβρη του 1915 γαλλικός στρατός αποβιβάζεται στη Θεσσαλονίκη και ουσιαστικά τη θέτει υπό την κατοχή του. Για δυο χρόνια η πόλη και μια μεγάλη ζώνη γύρω της ζούσε ουσιαστικά υπό γαλλική κατοχή. Η συνέχεια ήταν η απαίτηση της Γερμανίας να αποκτήσει «τα αυτά προνόμια» με τους Αγγλογάλλους.
Το αντιβουλγαρικό μένος βέβαια δεν εμπόδισε την κυβέρνηση που είχε διορίσει ουσιαστικά ο Κωνσταντίνος να παραδώσει σε γερμανο-βουλγαρική δύναμη τα οχυρά του Ρούπελ τον Μάη του 1916 και να διατάξει την παράδοση του Δ’ Σώματος Στρατού και της Καβάλας τον Αύγουστο.
Επίσης και οι δυο πλευρές ήταν αυταρχικές. Ο Κωνσταντίνος ανέτρεψε ουσιαστικά δυο φορές τον εκλεγμένο πρωθυπουργό Βενιζέλο, ο τελευταίος οργάνωσε στρατιωτικό πραξικόπημα και οι δυο έκλεισαν εφημερίδες αντιφρονούντων, χρησιμοποίησαν παρακρατικές συμμορίες και βία. Τον Νοέμβρη του 1916 αντιβενιζελικές παραστρατιωτικές ομάδες οργάνωσαν ένα λουτρό αίματος εναντίον των βενιζελικών στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις. Αντίστοιχα, οι βενιζελικοί χρησιμοποίησαν τις γαλλικές ξιφολόγχες για να καταλάβουν την εξουσία στη Θεσσαλονίκη, και υποστήριξαν το συμμαχικό ναυτικό αποκλεισμό της νότιας Ελλάδας, που σήμαινε τεράστιες ελλείψεις τροφίμων και φρικτές κακουχίες για τον απλό λαό. Τον Γενάρη του 1917 όταν η Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας έστειλε στρατό να καταλάβει τη Νάξο «έπεισε» τους κατοίκους της Απειράνθου με τα πολυβόλα. Το αποτέλεσμα ήταν 32 νεκροί και 44 τραυματίες.
“Η Ζωή εν Τάφω”
Η κυβέρνηση του Βενιζέλου έβαλε την Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και εξασφάλισε τον «θαυμασμό» και την «ευμένεια» των Συμμάχων της Αντάντ με άφθονο αίμα. Η περίφημη Μάχη του Σκρα τον Μάη του 1918 για παράδειγμα κόστισε περίπου 450 νεκρούς και 2.300 τραυματίες, δηλαδή το 1/5 της δύναμης που εκπόρθησε το βουλγάρικο οχυρό. O Στρατής Μυριβήλης στο αντιπολεμικό του μυθιστόρημα “Η Ζωή εν Τάφω” έχει αφιερώσει ένα συγκλονιστικό κεφάλαιο σε αυτή τη μάχη.
Η άλλη όψη αυτής της «ένδοξης προσπάθειας» ήταν η καταστολή των εξεγέρσεων που ξεσπούσαν σε μια σειρά μονάδες, όπως στο 2ο Σύνταγμα Πεζικού στη Λαμία τον Γενάρη του 1918 και στο 12 Σύνταγμα στα Σέρβια τον Ιούνη. Οι «στασιαστές» ήταν αντιβενιζελικοί φαντάροι και -λιγοστοί- αξιωματικοί. Όμως, αυτό που τους ωθούσε στην εξέγερση ήταν η απέχθεια για τον πόλεμο και τις θυσίες που σήμαινε γι’ αυτούς και τις οικογένειές τους. Ήταν χρόνια που οι μεγαλέμποροι, οι εφοπλιστές, οι τραπεζίτες και οι βιομήχανοι έκαναν χρυσές δουλειές και οι εργάτες και οι αγρότες πλήρωναν με αίμα και στερήσεις.
Η συνέχεια αυτής της πολεμικής εξόρμησης ήταν η συμμετοχή στην εκστρατεία της Ουκρανίας στις αρχές του 1919 στο πλευρό των Γάλλων ιμπεριαλιστών και η απόβαση στη Σμύρνη αμέσως μετά. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε τελειώσει, αλλά ο ελληνικός στρατός βρέθηκε να πολεμάει στα βάθη της Ανατολίας το 1920-21, για τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και των Αγγλων ιμπεριαλιστών.
Ο Βενιζέλος πανηγύριζε για την «εθνική επιτυχία» της Συνθήκης των Σεβρών με την οποία έπαιρνε τα ανταλλάγματα που επεδίωκε από το 1915: την Ελλάδα «των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Όμως, τον Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς ο «τροπαιούχος» και «σημαιοφόρος» μαυρίστηκε άγρια στις εκλογές, τις πρώτες που έγιναν από τον Μάη του 1915.
Το αντιπολεμικό κίνημα και οι απεργίες έπαιρναν μεγάλες διαστάσεις. Και η Αριστερά, το νεαρό ΣΕΚΕ (Κ) που είχε ιδρυθεί δυο χρόνια πριν, μίλαγε με όλη τη δύναμή του ενάντια στον πόλεμο. Τον Σεπτέμβρη του 1920 κατάγγειλε την Συμφωνία των Σεβρών και διακήρυττε:
«Η ώρα του πολέμου έφθασεν! Ο εχθρός ευρίσκεται εντός των συνόρων και όχι πέραν αυτών! Είναι αυτοί οι εκμεταλλευταί μας οι οποίοι κρύπτονται όπισθεν των διαφόρων αστικών κομμάτων και οι οποίοι εμφανίζονται ενώπιον του λαού με πατριωτικά και εθνικιστικά ενδύματα, ενώ οι ίδιοι ως εργοδόται, ως τραπεζίται, ως τοκισταί, ως γαιοκτήμονες, ως έμποροι, ως πολιτικοί, τυραννούν και καταπιέζουν τον τόπο. Αυτοί είναι οι πραγματικοί –οι φυσικοί- εχθροί μας».
Διαβάστε επίσης


