Μόνο με τις ψήφους της ΝΔ ψηφίστηκε, εν μέσω απεργιακών κινητοποιήσεων της ΠΟΣΠΕΡΤ, την περασμένη εβδομάδα το νομοσχέδιο του υπουργείου Επικρατείας για τη συγκέντρωση και αδειοδότηση επιχειρήσεων ΜΜΕ. Το εν λόγω νομοσχέδιο υποτίθεται ότι έχει στόχο να «νοικοκυρέψει» το ραδιοτηλεοπτικό πεδίο, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι ο βασικότερός του στόχος είναι να μετατρέψει ακόμα περισσότερο την ενημέρωση σε εμπόρευμα, που θα παράγεται και θα πουλιέται από μεγάλα πλέον συγκροτήματα και μεγαλοεπιχειρήσεις στο χώρο των ΜΜΕ, δίνοντας τη δυνατότητα στα αρπαχτικά της αγοράς να καταβροχθίσουν ακόμα και την ΕΡΤ και μάλιστα με προίκα την περιουσία της και την υποδομή της.
Μία ματιά στον ίδιο το νόμο το αποδεικνύει. Ο υπουργός Επικρατείας θα έχει το απόλυτο προνόμιο του καθορισμού των αδειών που θα προκηρυχθούν. Θα επιτρέπεται η πολυϊδιοκτησία, ενισχύονται οι συγχωνεύσεις σε τηλεόραση και ραδιόφωνα και ευνοούνται τα μεγάλα συγκροτήματα τύπου. Όλα αυτά θα ελέγχονται από την Επιτροπή Ανταγωνισμού στην οποία θα δημιουργηθεί με προεδρικό διάταγμα τμήμα ελέγχου της αγοράς ΜΜΕ.
Πιο αναλυτικά, με το νέο νόμο επιτρέπεται ο έλεγχος μέχρι 100% σε τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό σταθμό αντί του 25% που ίσχυε μέχρι σήμερα. Επίσης επιτρέπεται η συμμετοχή και σε άλλη επιχείρηση της ίδιας μορφής, όπως πχ σε δεύτερο κανάλι. Επιτρέπεται η συμμετοχή σε πέντε ραδιοφωνικούς σταθμούς, ενώ για τη συμμετοχή σε εφημερίδες και περιοδικά δεν υπάρχουν περιορισμοί. Σε αυτό το καθεστώς παραδίδεται και η δημόσια τηλεόραση, αφού σύμφωνα με το άρθρο 17, το οποίο αναφέρεται στην ίδρυση θυγατρικής εταιρείας για την ψηφιακή τηλεόραση, θα συμμετέχουν ιδιωτικοί φορείς με ποσοστό μέχρι και 49%. Ετσι ανοίγει ο δρόμος για να γίνει η ΕΡΤ το φιλέτο που θα αρπάξει ο κάθε Λαμπράκης ή Αλαφούζος ή ακόμα και κάποιος πολυεθνικός κολοσσός.
Αν αυτός ο νόμος εφαρμοστεί τότε θα λειτουργήσει σε βάρος του δικαιώματος της ενημέρωσης, θα οδηγήσει σε ακόμα περισσότερα τηλεσκουπίδια, θα έχει επιπτώσεις στον ίδιο τον πολιτισμό και θα μετατρέψει την πραγματική ενημέρωση σε είδος υπό εξαφάνιση. Αυτή δεν είναι μία απαισιόδοξη πρόβλεψη, αλλά είναι το αποτέλεσμα της ιδιωτικοποίησης των ΜΜΕ και της συγκεντροποίησής τους σε όλο και λιγότερα χέρια, όπως την έχουμε δει όλη τη δεκαετία του ‘80 στο εξωτερικό και στις αρχές του ‘90 στην Ελλάδα.
Ένα τρανταχτό παράδειγμα αυτής της πολιτικής το βλέπουμε με το τηλεοπτικό τοπίο των ΗΠΑ, όπου από το 1986 οι τηλεοπτικοί σταθμοί μπορούν να γίνουν ιδιοκτησία του οποιουδήποτε χωρίς περιορισμούς και κανόνες. Το αποτέλεσμα ήταν όχι φυσικά ο πλουραλισμός μέσα από την απελευθέρωση της αγοράς αλλά η δημιουργία των λεγόμενων μεγιστάνων του τύπου, που έχουν μετατραπεί σε πολυεθνικούς κολοσσούς και ελέγχουν όχι μόνο τα τηλεοπτικά κανάλια, αλλά και την παραγωγή ταινιών κινηματογράφου, την κυκλοφορία της μουσικής, τις εκδόσεις βιβλίων και κάθε μορφή πολιτισμού. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Ρούπερτ Μέρτοχ, που είναι ιδιοκτήτης του Fox News αλλά και μία σειρά άλλων MME σε όλο τον κόσμο, καθώς και της κινηματογραφικής εταιρείας 20th Century Fox. Ο Μέρτοχ, αφού εξαγόρασε τους Times του Λονδίνου έκανε πρόσφατα πρόταση εξαγοράς του εκδοτικού ομίλου στον οποίο ανήκει η οικονομική εφημερίδα «Wall Street Journal». Σύμφωνα με δημοσιεύματα των εφημερίδων οι 200 εργαζόμενοι της εφημερίδας κατέβηκαν σε απεργία «θέλοντας να εκφράσουν την υποστήριξή τους στην ανεξαρτησία της εφημερίδας, που αισθάνονται ότι «απειλείται» σε περίπτωση εξαγοράς της από τον επιχειρηματία». Ο Μέρτοχ έχει στο ενεργητικό του την πιο στυγνή παρέμβαση στην ελεύθερη ενημέρωση. Είναι γνωστός για τις επιθέσεις στους εργαζόμενους του Τύπου, έχει απορρίψει πάμπολλα ρεπορτάζ επειδή τα έβρισκε «αριστερών αποχρώσεων», ενώ ζήτησε την απόλυση ενός ανταποκριτή στο Ιράκ επειδή ήταν, κατά τη γνώμη του, «κόκκινος». Αρνήθηκε να αναγνωρίσει τα συνδικάτα του Τύπου και απέλυσε 5.000 εργάτες του Τύπου.
Το αντίστοιχο παράδειγμα της Ευρώπης ήταν το φαινόμενο Μπερλουσκόνι που έφτασε να ελέγχει σχεδόν όλα τα τηλεοπτικά δίκτυα και μία σειρά από εφημερίδες. Αυτή η εξέλιξη σήμανε για την Ιταλία και τη δολοφονία της πραγματικής ενημέρωσης αφού τα ΜΜΕ που έλεγχε ο Μπερλουσκόνι μετατράπηκαν σε μέσα κουκουλώματος των σκανδάλων της κυβέρνησής του.
Ενα παράδειγμα του πώς λειτουργεί ο ανταγωνισμός των ΜΜΕ στο επίπεδο της ενημέρωσης δίνει ο Μάικλ Μουρ στο βιβλίο του «Ηλίθιοι Λευκοί» σχετικά με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των αμερικάνικων εκλογών το 2000. «Τη νύχτα των εκλογών, όταν έκλεισαν οι κάλπες επικρατούσε μεγάλη σύγχυση με την καταμέτρηση των ψήφων στη Φλώριντα. Τελικά την απόφαση την πήρε ο υπεύθυνος εκλογικής κάλυψης του τηλεοπτικού καναλιού Fox News. Αποφάσισε ότι το Fox θα έβγαινε στον αέρα και θ’ ανακοίνωνε ότι ο Μπους κέρδισε τη Φλώριντα και άρα τις εκλογές. Τα άλλα δίκτυα άρχισαν να τρέχουν σαν τρελά μόλις δόθηκε το σύνθημα από το Fox, φοβούμενα μήπως δώσουν την εντύπωση ότι καθυστερούν ή ότι έχουν χάσει την είδηση-παρόλο που οι ρεπόρτερ τους στη Φλώριντα επέμεναν ότι οι δύο υποψήφιοι βρίσκονταν ακόμα πολύ κοντά. Αλλα ποιος χρειάζεται τους δημοσιογράφους όταν παίζεις το «ακολουθήστε τον πρώτο»- κι ο πρώτος, στην περίπτωση αυτή ήταν ο Τζον Ελις, ο υπεύθυνος κάλυψης των εκλογών για λογαριασμό του Fox. Ποιος είναι ο Τζον Ελις; Είναι ο πρώτος ξάδερφος του Τζορτζ και του Τζεμπ Μπους».
Ποιότητα
Στην Ελλάδα η «απελευθέρωση» της τηλεόρασης από το κρατικό μονοπώλιο ήταν ένα από τα βασικά συνθήματα της ΝΔ στις αρχές του 90. Το επιχείρημα ότι ο ανταγωνισμός ιδιωτικής και κρατικής τηλεόρασης θα οδηγήσει στη βελτίωση της ποιότητας μοιάζει σήμερα με ανέκδοτο. Η ΝΔ είχε και τότε όπως και σήμερα στόχο να παραδώσει ένα ακόμα φιλέτο, τις δημόσιες συχνότητες, στους ιδιώτες. Αυτό που ακολούθησε ήταν η πλήρης αναρχία της αγοράς σε βάρος της ενημέρωσης και της ποιότητας. Το πώς εννοούσε βέβαια η ΝΔ την «απελευθέρωση» της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου φάνηκε στη συνέχεια, όταν ο Μητσοτάκης κατέθεσε στη βουλή νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης, που είχε σαν στόχο να επιβάλει ένα καθεστώς λογοκρισίας του Τύπου.
Τα ΜΜΕ σήμερα στοχεύουν στη μεγιστοποίηση του κέρδους μέσα από τη μεγιστοποίηση της ακροαματικότητας. Η αιτία είναι ότι το κάθε ΜΜΕ πουλάει τηλεθεατές ή ακροατές ή αναγνώστες στους διαφημιστές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ να βάζουν τα κέρδη τους πάνω από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αφού αντιμετωπίζουν το κοινό τους σαν αγοραστή των προϊόντων που πλασάρουν οι διαφημίσεις. Ο ανταγωνισμός για την ακροαματικότητα, έχει σαν αποτέλεσμα την αντιγραφή και την ομοιομορφία τόσο στην ειδησεογραφία όσο και στα προγράμματα ψυχαγωγίας.
Επιπλέον οι κάτοχοι των ΜΜΕ είναι σήμερα μεγαλοκαπιταλιστές που έχουν συμφέρον να προβάλλουν συγκεκριμένες πτυχές της πραγματικότητας ή ακόμα και να τη διαστρεβλώνουν. Ωστόσο ο ρόλος των ΜΜΕ είναι αντιφατικός γιατί πολύ απλά τα όσα προβάλουν πρέπει να έχουν κάποια σχέση με τις καθημερινές εμπειρίες του κόσμου που παρακολουθεί ή διαβάζει τα προϊόντα τους. Ετσι παρ’ όλο που προσπαθούν να αναπαράγουν τις κυρίαρχες ιδέες του συστήματος, το ρατσισμό, το σεξισμό, τον εθνικισμό, είναι αναγκασμένα να προβάλουν και πλευρές της πραγματικότητας για να δείχνουν ότι δήθεν εναρμονίζονται με τη ριζοσπαστικοποίηση του κόσμου.
Eργαζόμενοι
Η δύναμη που μπορεί να βάλει τέρμα στην ιδεολογική προπαγάνδα που προσπαθούν να επιβάλουν τα ΜΜΕ είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι. Δεν υποστηρίζουμε ότι το κράτος σαν ιδιοκτήτης ΜΜΕ εφαρμόζει τον πλουραλισμό. Η διαφορά είναι ότι στη δημόσια τηλεόραση υπάρχει μεγαλύτερη δυνατότητα συνδικαλισμού.
Η συντριπτική πλειοψηφία των δημοσιογράφων και των άλλων εργαζόμενων στον Τύπο δεν έχουν τίποτα κοινό με τον Τράγκα και τον Κακαουνάκη. Είναι εργαζόμενοι που επηρεάζονται και εμπνέονται από τις μάχες του κινήματος. Μέσα από τη δικιά τους δράση μπορεί να μπει τέλος στην ασυδοσία των βαρόνων των ΜΜΕ. Αυτή την προσπάθεια κάνουν συστηματικά μέσα στο χώρο των ΜΜΕ οι Financial Crimes, η κίνηση δημοσιογράφων και εργαζόμενων στα ΜΜΕ που έστησαν τα μέλη της Πρωτοβουλίας ΓΕΝΟΒΑ με στόχο να φέρουν μέσα στο χώρο των ΜΜΕ τα μηνύματα του αντικαπιταλιστικού και αντιπολεμικού κινήματος. Η έμπνευση από τις μάχες του παγκόσμιου κινήματος έδωσε με τη σειρά της αυτοπεποίθηση για το χτίσιμο σωματείων, για να ανοίξει η κόντρα ενάντια στις απολύσεις και τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων.
Αυτή η μάχη χρειάζεται να συνεχιστεί. Για να μην περάσει η λογοκρισία, για να μη μπορούν τα κανάλια και οι εφημερίδες να διαστρεβλώνουν τους αγώνες των εργαζομένων και της νεολαίας χρειάζεται ένα γερό εργατικό κίνημα μέσα στα ΜΜΕ. Η νέος νόμος του Ρουσόπουλου έχει σαν στόχο να μετατρέψει το τηλεοπτικό πεδίο σε μία νέα ζούγκλα τόσο για τις εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων όσο και για την ποιότητα των προγραμμάτων τους. Γι’ αυτό σήμερα είναι επιτακτική η ανάγκη για να γίνει πράξη το αίτημα του ενιαίου συνδικάτου τύπου που θα δώσει τη δυνατότητα να μεγαλώσουν οι αντιστάσεις απέναντι στην ασυδοσία των μεγαλοκαναλαρχών και της κυβέρνησης που τους στηρίζει και να ανοίξει ο δρόμος για πραγματικά πλουραλιστικά ΜΜΕ στην υπηρεσία των αναγκών της ενημέρωσης και όχι της ζούγκλας της αγοράς.

