Περιβάλλον
H Πάρνηθα και η πυρκαγιά: Mετά τις φωτιές, οι πλημμύρες;

Μια από τις παράπλευρες αλλά καθόλου ασήμαντες συνέπειες της φωτιάς στην Πάρνηθα είναι οι επιπτώσεις στα πλημμυρικά φαινόμενα των γειτονικών και όχι μόνο περιοχών. Το φαινόμενο είναι απλό: Η φυτοκάλυψη και η ύπαρξη χλωρίδας επιδρά κατά κανόνα θετικά στην απορροή των νερών της βροχής, καθώς τα φυτά και οι ρίζες συγκρατούν, απορροφούν προς το έδαφος μεγάλες ποσότητες των όμβριων, κι έτσι ένα μόνο μέρος της βροχής καταλήγει στα ρέματα και μάλιστα με χρονική επιβράδυνση, καθιστώντας όλη τη διαδικασία «βροχή – απορροή – πορεία προς τη θάλασσα» πιο ήπια και ακίνδυνη.

Η αποψίλωση της Πάρνηθας αποτελεί πολλαπλή καταστροφή. Καθώς δεν υπάρχει πια η βλάστηση για να συγκρατεί το βρόχινο νερό, αυτό θα ρέει από την πρώτη στιγμή επιφανειακά, «ξεπλένοντας» τον φλοιό του βουνού από το χωμάτινο μέρος του και παρασέρνοντας ό,τι βρεθεί στην πορεία του: κλαδιά, κορμούς, πέτρες, ζώα και μη χειρότερα. Φτάνοντας μάλιστα στον φυσικό αποδέκτη, στο ρέμα, το «μπαζώνει» με όλα αυτά τα φερτά που κουβαλάει, μειώνοντας την ίδια την ικανότητά του να κατεβάζει νερά προς τα κάτω. Το ξέπλυμα της Πάρνηθας από το εδαφικό της στρώμα δυσκολεύει ακόμη πιο πολύ το να ξαναφυτρώσουν δέντρα, θάμνοι και βλάστηση, καθώς οι γεωλόγοι επισημαίνουν ότι σε πολύ μικρό βάθος κάτω από το χώμα υπάρχει στρώση ασβεστολίθων.  Όσο για την αντιπλημμυρική προστασία του Λεκανοπεδίου, αποκτά μερικές ακόμη απειλές, στις ήδη αρκετές που αντιμετωπίζει σήμερα. 

Τα κυβερνητικά επιτελεία εξήγγειλαν  άμεσα «Αντιπλημμυρικά και αντιδιαβρωτικά έργα».  Μην φανταστεί κανείς τίποτα μακρόπνοο. Πρόκειται για την κατασκευή μικρών αναβαθμών, σκαλοπατιών με λεκάνη στη χαμηλή πλευρά τους, σε κατάλληλες θέσεις στα ορεινά των ρεμάτων Αγίας Τριάδας, Γιαννούλας, Αχαρνών και άλλων παραποτάμων του Κηφισού, ώστε να συγκρατούνται οι φερτές ύλες μέσα στη λεκάνη και να καθυστερεί κατά το δυνατό όλη η πορεία προς τα κάτω. Αντίστοιχα έργα από λιθορριπές, κορμούς δέντρων αλλά και μπετόν είχαν κατασκευαστεί πριν λίγα χρόνια στο Νταού και άλλα ρέματα όταν κάηκε η Πεντέλη. 

Eγκλημα

Τα έργα αυτά, αν εξαιρέσει κανείς ότι παραπέμπουν στη λαϊκή παροιμία «Να σε κάψω (κυριολεκτικά) Γιάννη, να σ’αλείψω λάδι» είναι στην πραγματικότητα χρήσιμα και πρέπει να γίνουν, όμως εγείρουν μια σειρά από εύλογες απορίες και ζητήματα σχετικά με το αντιπλημμυρικό πρόβλημα στο λεκανοπέδιο Αττικής. Δεν είναι μόνο οι πυρκαγιές, και στην ουσία δεν έχει να κάνει με «ακραία φαινόμενα» με θεομηνίες, το γεγονός ότι σχεδόν κάθε 2-3 χρόνια, με μια δυο δυνατές μπόρες ολόκληρες γειτονιές «πνίγονται», οι δρόμοι γίνονται ποτάμια, υπόγεια πλημμυρίζουν. 

Η εικόνα στην TV της γριούλας που την βγάζει η πυροσβεστική από το πλημμυρισμένο υπόγειο είναι θλιβερή όσο και συνηθισμένη και οι ευθύνες των κυβερνήσεων που διαχειρίζονται αυτό τον φαύλο κύκλο απέραντες, δεν πρόκειται όμως μόνο για αναλγησία και φαυλότητα, όπως και με τη φωτιά στην Πάρνηθα, το πλημμυρικό έγκλημα ήταν κι αυτό προμελετημένο.

Έχει κοινές ρίζες με το ζήτημα της αυθαίρετης δόμησης και  μας πάει πίσω, στη «χρυσή εποχή» της μεταπολεμικής ανάπτυξης, όταν η Αθήνα με υπουργό δημοσίων έργων τον  Κων/νο Καραμανλή πρεσβύτερο και με υπόδειξη του αμερικανικού σχεδίου Μάρσαλ ανοικοδομήθηκε με κέντρο την αντιπαροχή οικοπέδων.  Ολόκληρα κομμάτια εργατών μετοίκησαν στην πρωτεύουσα αναζητώντας δουλειά στις οικοδομές και καλύτερη μοίρα από τη φτώχεια και την αστυνομοκρατία της επαρχίας.  Τότε, το όνειρο  ενός διαμερίσματος σε νεόδμητη πολυκατοικία δεν είχε αποδέκτη τους φτωχούς εργάτες,  για δε εργατικές κατοικίες ούτε λόγος να γίνεται. Για τον κόσμο αυτό η αυθαίρετη δόμηση υποτυπωδών παραπηγμάτων στις παρυφές της επίσημης πόλης, σε περιοχές χωρίς δρόμους και υποδομές ήταν υποχρεωτική επιλογή. Το χτίσιμο στις κοίτες των ρεμάτων ήταν κομμάτι αυτής της κατάστασης και δεν υπέπιπτε μόνο η φτωχολογιά σ’αυτή την παράβαση, όπως κάποιοι ισχυρίζονται. 

 Το μετεμφυλιοπολεμικό κράτος που διαχειριζόταν η Δεξιά στηριζόταν απόλυτα στο μηχανισμό του πλουτίσματος από την οικοδομή, γι’συτό σκόπιμα αγνόησε τη στοιχειώδη μέριμνα για πολεοδομικό σχεδιασμό, καθορισμό ζωνών πρασίνου, οριοθετήσεις και προστασία των ρεμάτων. Τα πάρκα και τα ρέματα καταπατήθηκαν βασικά και κύρια από τους εργολάβους και τους κάθε λογής «οικοδομικούς συνεταιρισμούς» που φρόντιζαν να τα δεσμεύουν και ιδιοκτησιακά.   Το ελληνικό κράτος ήταν επίσης εξαιρετικά τσιγγούνικο στην κατασκευή υποδομών. Ελάχιστα δίκτυα υδροσυλλογής και μεταφοράς όμβριων κατασκευάστηκαν, κι αυτά σε κεντρικές και επιφανείς περιοχές, όχι φυσικά στις «γούβες» του λεκανοπεδίου που τα είχαν ανάγκη. Το παντορροϊκό σύστημα στο κέντρο της πόλης αντιμετωπίστηκε στα πρόχειρα με διαχωριστές όμβριων – ακάθαρτων που λειτουργούν μέχρι σήμερα με ατέλειες και με παράνομες συνδέσεις των  λυμάτων των βιομηχανιών με τα ρέματα που απέμειναν.

Καθώς η Αθήνα αναπτυσσόταν όλο και πιο πολύ, όλο και πιο άναρχα, το πρόβλημα δεν άργησε να σκάσει. Οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης και κυρίως το ΠΑΣΟΚ του Τρίτση και του Κουλουμπή προσπάθησε να το διαχειριστεί, όχι  να το λύσει. Έτσι ψηφίστηκαν νόμοι για τη νομιμοποίηση των αυθαιρέτων, την οριοθέτηση των ρεμάτων, τα έργα συλλογής και βιολογικής επεξεργασίας λυμάτων, το κτηματολόγιο,  καθώς όμως η κερδοσκοπία πάνω στη γη περνούσε σε μια νέα φάση, το αποτέλεσμα ήταν ο εκσυγχρονισμός της κρίσης και όχι η αντιμετώπισή της. Τι σημαίνει αυτό;

Ότι οι οριοθετήσεις ρεμάτων για παράδειγμα, όπου έγιναν αμφισβητούνται διαρκώς από κάθε είδους καταπατητές με την ανοχή και συμπαιγνία του κράτους και των δημοτικών αρχών. Σε πάμπολλες περιπτώσεις, με μελέτες και με το νόμο έγινε τσιμέντωμα της κοίτης, και οι παραρεμάτιοι χώροι παραδόθηκαν στην ιδιωτική πρωτοβουλία για τους «αναπτύξει» με μεζονέτες, εμπορικά κέντρα, μπουζουκομάγαζα και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί. 

Eπενδυτές

Έτσι κυριολεκτικά «εξαφανίστηκαν» ολόκληρα ρέματα και μαζί το οικοσύστημά τους και οι δημόσιοι χώροι, που περιήλθαν στα χέρια των επενδυτών. Για την αντιπλημμυρική προστασία αυτό σήμαινε καθαρή δυσμενοποίηση της κατάστασης. Το νερό της βροχής απορρέει γρηγορότερα στις επιφάνειες τσιμέντου και ασφάλτου και δυσκολεύεται βέβαια να βρει το τσιμεντωμένο πρώην ρέμα, θαμμένο κάτω από τον «αναπλασμένο» χώρο, με αποτέλεσμα να «πνίγει» τις χαμηλές περιοχές που βρίσκει στο δρόμο του.

Για τις φτωχές συνοικίες στα νότια της Αθήνας, Ρέντη, Μοσχάτο, Τζιτζιφιές, Καμίνια, οι πλημμύρες είναι ζήτημα ρουτίνας. Προκλητικά περιβάλλονται από γιγάντια οδικά,  υδραυλικά (και πρόσφατα ολυμπιακά) έργα, όμως οι ίδιες δεν διαθέτουν στοιχειώδη δίκτυα. Ποτέ δεν βρέθηκε γι’αυτές ένα στοιχειώδες πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων που να  βάλει μπρος ολοκληρωμένα έργα για τις χαμηλές περιοχές. Αντίθετα, ποιός μπορεί να ξεχάσει τις πλημμύρες στη διάρκεια των έργων της λεωφόρου Κηφισού, που λειτούργησαν σαν φράγμα και έπνιξαν τον Ρέντη;  

Επιτροπές αγώνα κατοίκων, περιβαλλοντικοί σύλλογοι, τοπικές ομάδες και παρατάξεις έχουν κατά καιρούς αγωνιστεί για να περισώσουν ό,τι απέμεινε από τη μανία των αρπακτικών, για να διεκδικήσουν έργα που βελτιώνουν ουσιαστικά την καθημερινή ζωή και όχι έργα βιτρίνας. Χρειάστηκε να συγκρουστούν με την αμείλικτη λογική της αγοράς και να βάλουν τις ανάγκες των ανθρώπων πάνω από τα κέρδη. Σε αυτές τις προσπάθειες χρωστάμε τα όποια  θετικά βήματα και την αποτροπή αρκετών μεγαλειωδών σχεδίων «ανάπλασης». Δε θα μας σώσουν τα έργα του Σουφλιά αλλά οι ίδιοι οι αγώνες μας, αυτό το μήνυμα πρέπει να δυναμώσουμε το επόμενο διάστημα, ώστε οι  πλημμύρες που είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα έρθουν τα επόμενα χρόνια, να σαρώσουν αυτούς που πραγματικά ευθύνονται, τους καπιταλιστές μεγαλοεργολάβους και τους κυβερνώντες και όχι τις συνοικίες στους πρόποδες της Πάρνηθας.