Ιστορία
Γενάρης 1933: H άνοδος του Χίτλερ ΔΕΝ ήταν αναπόφευκτη

Ο Χίτλερ ορίστηκε Καγκελάριος από τον στρατάρχη Χίντενμπουργκ

Στις 30 Γενάρη του 1933 ο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, έχρησε τον Αδόλφο Χίτλερ καγκελάριο του Γερμανικού Ράιχ. Το ναζιστικό κόμμα (NSDAP), μια εγκληματική οργάνωση που έσπερνε τα προηγούμενα χρόνια τον τρόμο και τον θάνατο στις φτωχογειτονιές διαλύοντας εργατικές συγκεντρώσεις και δολοφονώντας συνδικαλιστές, "κόκκινους", Εβραίους και ξένους αναλάμβανε τώρα την διακυβέρνηση της χώρας. Η ιστορία έμπαινε στις πιο μαύρες της σελίδες -τις σελίδες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, της ναζιστικής κτηνωδίας και του Ολοκαυτώματος. Η Γερμανία, η πατρίδα του Μαρξ, του Γκέτε και του Μπετόβεν, η χώρα με τη μεγαλύτερη και ισχυρότερη αριστερά στον κόσμο λίγα μόνο χρόνια πίσω, θα γινόταν τώρα συνώνυμη με το Άουσβιτς, το Νταχάου και την Τρεμπλίνκα. 

Τα βιβλία της επίσημης ιστορίας συνδέουν την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία με έναν γραμμικό σχεδόν τρόπο με την οικονομική κρίση που χτύπησε τον πλανήτη ολόκληρο τη δεκαετία του 1930. Το κραχ του 1929 και οι μετασεισμοί του χτύπησαν, είναι αλήθεια, ιδιαίτερα τη Γερμανία. Η οικονομία της ήταν ήδη αδυνατισμένη από την ήττα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και τις εξωφρενικές επανορθώσεις που της είχαν επιβάλλει οι νικητές. Η "ανάκαμψη" που γνώρισε στα μέσα της δεκαετίας του 1920 δεν ήταν μόνο αναιμική αλλά, ακόμα χειρότερα, είχε στηριχτεί σε δάνεια κύρια από την Αμερική -που οι τραπεζίτες απαιτούσαν ξαφνικά να ξεπληρωθούν εδώ και τώρα. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό: χιλιάδες επιχειρήσεις χρεοκόπησαν μέσα σε λίγες εβδομάδες, η παραγωγή έπεσε μέσα στην τριετία 1929-1932 σχεδόν 50% κάτω και οι άνεργοι και οι ημιαπασχολούμενοι ξεπέρασαν τα 8 εκατομμύρια. Μέσα στην ίδια τριετία τα εκλογικά ποσοστά του ναζιστικού κόμματος απογειώθηκαν: από το 2,8% του Μάη του 1928 εκτινάχθηκε στο 18% στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 1930 για να φτάσει στο 37% στις πρώτες εκλογές (Ιούλης) του 1932. 

Αλλά η ευθεία σύνδεση της οικονομικής κατάρρευσης με την αλματώδη αυτή άνοδο των ναζί είναι λανθασμένη. Η οικονομική κρίση δεν οδηγεί με μαθηματική νομοτέλεια στην ενίσχυση του φασισμού. Μια ολόκληρη αλληλουχία από γεγονότα -κυνικές επιλογές της άρχουσας τάξης από τη μια και θανάσιμα σφάλματα της αριστεράς από την άλλη- ήταν υπεύθυνη και για τις "επιτυχίες" των ναζί και για την τελική άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933.

Ο φόβος της επανάστασης

Τον Νοέμβρη του 1918 οι εργάτες και οι στρατιώτες της Γερμανίας ξεσηκώθηκαν ενάντια όχι μόνο στον πόλεμο αλλά και ενάντια στον Κάιζερ και το καθεστώς του. 

Η άρχουσα τάξη χρειάστηκε τη βοήθεια της ηγεσίας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) και πέντε ολόκληρα χρόνια για να σταθεροποιήσει (κάπως) ξανά την κυριαρχία της. Αλλά ο φόβος της επανάστασης συνέχιζε να την καταδιώκει. Ο Χίτλερ, παρά την καταδίκη και την φυλάκισή του (για λίγους μήνες) μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα "της Μπυραρίας" το Νοέμβρη του 1923 είχε την υπόγεια υποστήριξη και χρηματοδότηση των πιο ισχυρών ονομάτων του γερμανικού επιχειρηματικού κόσμου, που έβλεπαν στα τάγματα εφόδου (τα διαβόητα SA και SS) τη δύναμη που θα μπορούσε να διαλύσει τις εργατικές οργανώσεις. Σε μια συγκέντρωση βιομηχάνων ο Ρούντολφ Ες, ο αρχηγός των SS, τους έδειξε μια φωτογραφία από μια μεγάλη εργατική διαδήλωση με κόκκινες σημαίες. "Εδώ κύριοι", είπε, "βλέπετε τις δυνάμεις της καταστροφής που αποτελούν μια επικίνδυνη απειλή για τα γραφεία, τα εργοστάσια και τις περιουσίες σας". Ύστερα τους έδειξε φωτογραφίες από παρελάσεις των SA και των SS. "Στην άλλη πλευρά σχηματίζονται οι δυνάμεις της τάξης..." Το κραχ του 1929 και η οικονομική κατάρρευση πολλαπλασίασαν τους φόβους τους για μια νέα επανάσταση -και μαζί της και την στήριξη απέναντι στους ναζί. 

Υπήρχε ένα ακόμα ζήτημα που έστρεφε την άρχουσα τάξη προς τους ναζί: η συνθήκη των Βερσαλιών, η συνθήκη που είχαν επιβάλλει το 1919 οι νικητές του Α' Παγκοσμίου Πολέμου στην ηττημένη Γερμανία. Το κραχ, η ανάκληση των δανείων και η οικονομική κατάρρευση ενίσχυσαν τις πιο "ριζοσπαστικές" απόψεις μέσα στην άρχουσα τάξη που θεωρούσαν μοναδική λύση ένα νέο πόλεμο. Και ο πιο κατάλληλος άνθρωπος για ένα νέο πόλεμο ήταν αδιαμφισβήτητα ο Χίτλερ.

Το αποτέλεσμα ήταν να κάνει το κράτος ολοένα και περισσότερο τα "στραβά μάτια" απέναντι στους ναζί. Στις 15 Ιούνη του 1932 η κυβέρνηση του Φον Πάπεν νομιμοποίησε τα SA και τα SS -τα τάγματα εφόδου των ναζί που ευθύνονταν ήδη για εκατοντάδες δολοφονίες.

Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) ήταν η κυρίαρχη πολιτική δύναμη σε όλη σχεδόν την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1919-1933). Το SPD -το κόμμα που είχε στα ιδρυτικά του μέλη τον Φρίντριχ Ένγκελς- είχε μετατραπεί πια σε ένα κόμμα της εξουσίας, της συγκυβέρνησης με τη δεξιά και της "νομιμότητας". Το SPD ήταν ο εφευρέτης της "θεωρίας των δύο άκρων": η δημοκρατία κινδύνευε σύμφωνα με την ανάλυσή του όχι μόνο από τους ναζί αλλά και από τους κομμουνιστές -από το Κομμουνιστικό Κόμμα (KPD) που είχε πρωτοστατήσει στην αποτυχημένη επανάσταση του 1923. Στις προεδρικές εκλογές του 1932, το SPD υποστήριξε τον Χίντενμπουργκ, τον υποψήφιο του "δημοκρατικού τόξου" (που επανεκλέχτηκε για μια δεύτερη 7ετία με ένα 53%), απέναντι τόσο στον Χίτλερ όσο και στον Τέλμαν (τον γραμματέα του KPD). Ήταν μια προκλητική επιλογή. Ο Χίντενμπουργκ δεν ήταν απλά και μόνο ο αρχιστράτηγος του Κάιζερ στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν στην πραγματικότητα (μαζί με τον υπαρχηγό του, τον Έριχ Λούντεντορφ) ο άτυπος πρωθυπουργός - δικτάτορας της Γερμανίας στα χρόνια του πολέμου. 

Τυπική

Η σχέση ανάμεσα στο SPD και τη "δημοκρατία" και τη "νομιμότητα" γινόταν ολοένα και πιο τυπική. Τη διετία 1930-32, το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα συμβιβάστηκε με την αυταρχική, δεξιά κυβέρνηση του Χάινριχ Μπρύνινγκ που κυβερνούσε χωρίς την έγκριση του κοινοβουλίου, "νομιμοποιημένη" μόνο από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας (τον Χίντενμπουργκ δηλαδή) με προεδρικά διατάγματα. 

Η λύση του Μπρύνινγκ απέναντι στην κρίση που μάστιζε τη γερμανική οικονομία ήταν η άγρια λιτότητα και η εξίσου άγρια περιστολή των εργατικών δικαιωμάτων. Αλλά ούτε αυτό στάθηκε ικανό να κινητοποιήσει το SPD. Το αποτέλεσμα ήταν να χρεωθεί το ίδιο τις αποτυχίες τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικό επίπεδο. Στις εκλογές του 1930, τα ποσοστά του έπεσαν (από το 30% το 1930) στο 24%. Και ο κατήφορος συνεχίστηκε και στις δυο εκλογικές μάχες του 1932.

Το KPD είχε τις ρίζες του στη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Καρλ Λήμπκνεχτ και τον "Σπάρτακο", την επαναστατική, αντιπολεμική "φράξια" του SPD της περιόδου πριν από το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου. Αλλά ούτε και αυτό είχε πια το 1930 μεγάλη σχέση με τις επαναστατικές του παραδόσεις. Η επικράτηση του σταλινισμού στη Ρωσία είχε τον αντίκτυπό της στο γερμανικό κόμμα -ο Μπράντλερ, ο γραμματέας της εποχής της επανάστασης του 1923 είχε διαγραφεί και τη θέση του είχε πάρει ο Τέλμαν, ένας "εκλεκτός" του Στάλιν. 

Και δεν ήταν μόνο τα πρόσωπα που είχαν αλλάξει: η ανάλυση του KPD στηριζόταν τώρα στα διαβόητα ιδεολογήματα της επονομαζόμενης "Τρίτης Περιόδου". Ο φασισμός και ο καπιταλισμός ήταν ένα και το αυτό σύμφωνα με την ανάλυσή του. Όλες οι πολιτικές δυνάμεις που βρίσκονταν στα δεξιά του χαρακτηρίζονταν "φασιστικές". Αυτό είχε δυο συνέπειες. Από τη μια μεριά μια υποτίμηση του κινδύνου του ναζισμού - "Μετά τον Χίτλερ εμείς" κατέληγε η διαβόητη ανακοίνωση του KPD στις 30 Γενάρη. Από την άλλη μεριά, έναν ακραίο σεχταρισμό - γιατί το κόμμα δεν θα μπορούσε φυσικά να συνεργάζεται με φασίστες. 

Άρνηση

Η μεγαλύτερη απειλή, σύμφωνα με το KPD, δεν προερχόταν από τους ίδιους τους ναζί αλλά από το SPD, το οποίο χαρακτήριζαν "σοσιαλφασιστικό κόμμα". Το KPD έδωσε ηρωικές μάχες απέναντι στους φασίστες. Αλλά η άρνησή του να συνεργαστεί με τα άλλα κόμματα της αριστεράς σήμαινε ότι αυτοί οι αγώνες πήγαν χαμένοι. 

Υπήρχαν κάποιες άλλες οργανώσεις της αριστεράς που έβλεπαν πολύ πιο καθαρά την απειλή του φασισμού. Το 1932 το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (SAP) που είχε διασπαστεί από το SPD την προηγούμενη χρονιά έστειλε μια ανοιχτή επιστολή στις ηγεσίες του SPD και του KPD με την οποία κυριολεκτικά τις εκλιπαρούσε να αναλάβουν κοινή δράση ενάντια στους φασίστες. Ακόμα πιο ξεκάθαρες ήταν οι προτροπές του (εξόριστου πλέον) Τρότσκι και των συντρόφων του που επέμεναν στην ανάγκη της δημιουργίας ενός Ενιαίου Μετώπου ενάντια στους ναζί. Αλλά οι δυνάμεις τους ήταν μικρές και η επιρροή τους ακόμα μικρότερη.

Στις 30 Γενάρη ο Χίντενμπουργκ, ο πρόεδρος του "δημοκρατικού τόξου" παρέδωσε την εξουσία στον Χίτλερ. Το ναζιστικό κόμμα είχε αναδειχθεί πρώτο και στις δυο εκλογικές αναμετρήσεις του 1932 (ας μην ξεχνάμε ότι τα SS και τα SA ήταν πλέον νόμιμα...). Αλλά δεν είχε την πλειοψηφία. Ακόμα χειρότερα, ανάμεσα στον Ιούλη και τον Νοέμβρη, το NSDAP έχασε ένα 4% και δυο εκατομμύρια ψήφους (έπεσε από το 37% στο 33%). Το άθροισμα των ψήφων του SPD και του KPD στις εκλογές του Νοέμβρη ήταν μεγαλύτερο από τις ψήφους του ναζιστικού κόμματος. 

Ο Χίτλερ δεν κέρδισε ποτέ τις εκλογές στη Γερμανία. Πήρε την εξουσία ύστερα από ένα προεδρικό πραξικόπημα. Δυστυχώς η αριστερά, ακόμα και εκείνη την ύστατη ώρα, αποδείχτηκε ανίκανη να το σταματήσει.