Ο Μιχάλης Λυμπεράτος γράφει για την πρώτη νίκη του Αριστερού κινήματος στη μετεμφυλιακή Ελλάδα
Η νίκη της ΕΔΑ στις εκλογές του 1958 δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, παρότι η ελληνική Αριστερά φάνταζε πλήρως γονατισμένη μετά την ήττα του εμφυλίου πολέμου. Αντίθετα, ήταν το αποκορύφωμα μιας σταθερής διαδικασίας ανασυγκρότησης των πολιτικών συσχετισμών που είχε επιχειρήσει να ακυρώσει ο εμφύλιος και το ακραίο μετεμφυλιακό κράτος, τέτοιους που είχαν απορρεύσει μετά την αντιφασιστική νίκη στον Δεύτερο παγκόσμιο Πόλεμο. Γιατί η απήχηση που κέρδισε η Αριστερά εξαιτίας της Αντίστασης κατά τη διάρκεια της Κατοχής, δεν αποδυναμώθηκε όσο εκτεταμένα πίστευαν οι Αμερικανοί και οι εγχώριοι συνεργάτες τους, όταν της κατάφεραν ένα εξαιρετικά βίαιο πλήγμα με τον εμφύλιο πόλεμο. Να σημειωθεί ότι επρόκειτο πάντα για μια Αριστερά που είχε ως δεσπόζουσά της τη μαρξιστική ιδεολογία.
Πράγματι, παρά τους χιλιάδες νεκρούς στον εμφύλιο, την εκδίωξη των οργανωμένων οπαδών της από τη χώρα μετά την πτώση του Γράμμου (πάνω από 70.000) και τον κατατρεγμό που υπέστη από το ακραία αυταρχικό μετεμφυλιακό καθεστώς, ήδη στα 1956 είχε σπάσει πλήρως τα στεγανά πολιτικού αποκλεισμού που της είχαν θέσει και ανακτούσε εκ νέου έναν ηγεμονικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας. Έτσι, η Δημοκρατική Ένωσις που ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1956, όχι μόνο δέχτηκε στο εσωτερικό της την Αριστερά με την επωνυμία της Εθνικής Κίνησης Αλλαγής (ΕΔΑ και ΔΚΕΛ), επιβάλλοντας μια αναγκαστική εκλογική συνεργασία με το Κέντρο που πολέμησε ανηλεώς η πλειοψηφία των υψηλόβαθμων στελεχών του, αλλά συγκέντρωσε και την απόλυτη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, αν και η Δεξιά του Καραμανλή μέσω ενός ιδιότυπου εκλογικού νόμου, το «τριφασικό», εξασφάλισε τελικά μια πλαστή πλειοψηφία σε έδρες στη Βουλή. Επιπλέον, η ίδια η ΕΔΑ, παρότι εκπροσωπήθηκε με μόνο 20 υποψηφίους εξασφάλισε, όπως κατ` εκτίμηση μπορεί να συναχθεί, ποσοστά που κατά περιοχές άγγιζαν το 36% του εκλογικού σώματος (Θεσσαλονίκη) και 31% στην περιφέρεια πρωτευούσης, αλλά και πλειοψηφική παρουσία εκεί που παρουσίασε δικούς της υποψηφίους (Αθήνα, Πειραιά, Λάρισα, Κέρκυρα, Καβάλα, Λέσβο). Ήταν μια δυναμική που είχε διαφανεί και στις αναπληρωματικές εθνικές εκλογές του 1953-54, αλλά και τις δημοτικές εκλογές του Νοεμβρίου του 1954.
Το πιο συγκλονιστικό συμπέρασμα από αυτές τις εκλογές ήταν ότι 6 χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου, και παρά τα έκτακτα μέτρα του κράτους, η μαρξιστική Αριστερά είχε κατορθώσει να επιβληθεί στον χώρο της Κεντρο-αριστεράς, υποσκελίζοντας τελείως το Κέντρο, προκαλώντας του μια παρατεταμένη κρίση απήχησης, ενώ η ίδια είχε εξασφαλίσει μια άνοδο της εκλογικής της επιρροής σε σχέση με τις εκλογές του 1952 που στις μεγάλες πόλεις ξεπέρασε το 70%, αποφέροντάς της ένα πανελλαδικό ποσοστό που κυμαινόταν από 18 έως 20%, εμφανώς αντίστοιχο με το ποσοστό της δύναμης (γύρω στο 35%) που οι αντίπαλοί της της απέδιδαν, αν συμμετείχε στις εκλογές του 1946.
Κρίση
Το αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ήταν η παρατεταμένη κρίση της κυβέρνησης Καραμανλή (στην ουσία κυβέρνηση μειοψηφίας) που εκδηλώθηκε με σφοδρότητα, όταν παραιτήθηκαν την 1η Μαρτίου 1958 οι Ράλλης και Παπαληγούρας και 13 ακόμα βουλευτές της ΕΡΕ διαφώνησαν, μεταξύ άλλων, με την ασθμαίνουσα επιβολή της ενισχυμένης αναλογικής που πρότεινε η κυβέρνηση για να προσεταιριστεί το Κέντρο υπό τον Γ. Παπανδρέου, ώστε να αποφύγει μια νέα μελλοντική εκλογική ήττα.
Το νέο εκλογικό σύστημα που υιοθετήθηκε προέβλεπε την παραχώρηση εδρών σε δύο κατανομές, ενισχύοντας το πρώτο κόμμα, με ιδιαίτερα αυστηρούς περιορισμούς στη συμμετοχή στη δεύτερη κατανομή (25% σε αυτοτελή κόμματα, 35% σε συνασπισμούς κομμάτων) ώστε να αποκλειστεί από αυτή η Αριστερά, εις βάρος της οποίας, επιπλέον, ο νέος νόμος επιδαψίλευσε τη διχοτόμηση περιφερειών (Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη), στις οποίες η ΕΔΑ είχε ιδιαίτερη δύναμη.
Ωστόσο, στην κρίσιμη φάση η ΕΔΑ, αν και απέτυχε να διευρύνει τις συμμαχίες της, παρότι η ίδια μετασχηματίστηκε σε ενιαίο κόμμα (Α’΄ Συνδιάσκεψη της ΕΔΑ, Ιούλιος 1956) για να παρακάμψει τους περιορισμούς του εκλογικού νόμου, κατόρθωσε και διέσπασε τις δυνάμεις του Κέντρου, τμήμα των οποίων συντάχθηκαν μαζί της. Επειδή οι μάζες απέδωσαν ευθύνες για την πεισματική αντικομμουνιστική στάση των δυνάμεων της κεντροαριστεράς στην κρίσιμη φάση της επιθετικής αναδίπλωσης του κράτους της Δεξιάς, στήριξαν εκλογικά την ΕΔΑ.
Έτσι, στις εκλογές που διεξήχθησαν στις 11 Μαΐου 1958 η Δεξιά (ΕΡΕ) είχε μια γενναία πτώση των εκλογικών ποσοστών της (από 47, 4 σε 41,2%) με έμφαση στην πρωτεύουσα, όπου η δύναμή της μειώθηκε στο 32%. Την ίδια στιγμή η ΕΔΑ ανέβασε την εκλογική της απήχηση εντυπωσιακά. Αφού περιόρισε το παραδοσιακό Κέντρο στην τρίτη θέση, εξασφάλισε ένα ποσοστό της τάξης του 23.8%, καταδεικνύοντας μια αλλαγή στη νοοτροπία του αριστερού εκλογικού σώματος που έδειξε να απορρίπτει τη λογική που εκλάμβανε τις εκλογές ως μέσο καταγραφής της πολιτικής ταυτότητας του χώρου, αλλά αντίθετα τις αναδείκνυε ως μέσο προαγωγής του συλλογικού αριστερού συμφέροντος στα πλαίσια αντίστασης στην επιδίωξη του αστικού κράτους να νομιμοποιήσει την εξουσία του.
Αναμετρήσεις
Με άλλα λόγια, η ΕΔΑ σε εκείνη τη φάση κατόρθωσε να αντιπαρέλθει (κάτι που δεν έγινε σε επόμενες αναμετρήσεις, ιδίως στη μεταπολίτευση) τον ιδεολογικό και πολιτικό ρόλο των εκλογών ως μηχανισμό του κράτους να διασπά τις εργατικές συνεργασίες που εκδηλώνονται στο πεδίο των μαζικών αγώνων, με όχημα την εκλογική νοοτροπία της «καταγραφής», αξιοποιώντας τις μικροαστικές λογικές που ενδημούν στην Αριστερά και που αντιμετωπίζουν τις εκλογές ως μηχανισμό δικαίωσης σε ένα αυτόκλητο παιχνίδι ανταγωνισμού των καλύτερων αριστερών στρατηγικών. Σε κάθε περίπτωση, τέτοιες πολιτικές συμπεριφορές δεν επέτρεψαν να δημιουργηθούν ρήγματα με βάση τις αντιφάσεις του εκλογικού μηχανισμού, αθέλητα δικαιώνοντας τη νομιμοποίηση που αυτός προσφέρει στο αστικό σύστημα εξουσίας.
Αντίθετα, η εμπειρία των εκλογών του 1958 έδειξε ότι η Αριστερά υπερέβη τη διάσπαση που της προκαλούν οι εκλογικές αναμετρήσεις, τις αποκαθήλωσε από τον μοναδικό νομιμοποιητικό μηχανισμό της πολιτικής της, και οι μάζες την αντάμειψαν, αναδεικνύοντας με ενάργεια ότι η παρέμβαση σε αυτές όφειλε να εγγράφεται στο πεδίο διεξαγωγής της ταξικής πάλης, που στη φάση εκείνη συνδέθηκε με την επιτακτική ανάγκη εκδημοκρατισμού του κράτους και μέτρα υπέρ του καθημαγμένου πληθυσμού. Έτσι, στις βεβαρημένες και φτωχές περιοχές, όπως τη Β’ Πειραιώς ή τη Α’ Θεσσαλονίκης, η ΕΔΑ εξασφάλισε το 61% και 43,4% αντίστοιχα, σε μια συνολική παρουσία που σε όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα ξεπέρασε το 35%, ενώ στη Β’ Αθηνών πήρε το 46,1% των ψήφων. Σε Δραπετσώνα, Κερατσίνι, Κορυδαλλό, Νίκαια, Αιγάλεω, Καισαριανή, Νέα Ιωνία, Αγία Βαρβάρα, Ταύρο, Περιστέρι, Πετρούπολη η ΕΔΑ ξεπέρασε το 50% (με τη Νίκαια να φτάνει το 66%), καθιστώντας το εκλογικό αποτέλεσμα μια κραυγάζουσα κοινωνική και πολιτική διαμαρτυρία (χωρίς την αυταπάτη ότι αρκούσαν οι εκλογές για να μεταβάλουν τους συνολικούς ταξικούς συσχετισμούς).
Αποφασιστικό ρόλο, στην επιτυχία της Αριστεράς, έπαιξε και ο εύστοχος χειρισμός από μέρους της στα εθνικά θέματα με άξονα το Κυπριακό. Η Αριστερά της εποχής, αξιοποίησε το ζήτημα αυτό από τη σκοπιά της πάλης κατά του ιμπεριαλισμού, ενισχύοντας αποτελεσματικά τον απελευθερωτικό αγώνα κατά των Βρετανών της ΕΟΚΑ στην Κύπρο, απομονώνοντας, μάλιστα, τις συντηρητικές πλευρές του. Με έμφαση τις καμπές του Κυπριακού οργάνωσε ένα εκτεταμένο κύμα συμπαράστασης στην Ελλάδα με τις πλέον μαχητικές διαδηλώσεις, μεταφέροντας το κλίμα αντι-ιμπεριαλιστικής επανάστασης που επικρατούσε στην Κύπρο και στον ελλαδικό χώρο.
Βοήθησε, παράλληλα, ώστε να ακυρωθούν οι βρετανικές επιδιώξεις ανανέωσης των αποικιοκρατικών δομών στο νησί μέσω διπλωματικών ελιγμών, καταγγέλλοντας τις ελληνικές κυβερνήσεις που έσπευδαν να πλαισιώσουν τις επιδιώξεις αυτές.
Έτσι, η Τριμερής Διάσκεψη του Λονδίνου (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1955) απέτυχε, ο απαγχονισμός των Καραολή -Δημητρίου (Μάιος 1956) εξελίχθηκε σε κόλαφο κατά της κυβέρνησης Καραμανλή, που δεν τόλμησε να στηρίξει τις όποιες βρετανικές προτάσεις, ενώ οι διαπραγματεύσεις Μακαρίου-Χάρντινγκ και Λένοξ -Μπόυντ αποδείχθηκαν άκαρπες, χωρίς την ελληνική κυβερνητική στήριξη, γεγονός που οδήγησε στη σύλληψη Μακάριου και την εκτόπισή του στις Σεϋχέλες (9 Μαρτίου 1956).
Μεταφέροντας το ζήτημα του πολέμου κατά της αποικιοκρατίας στους δρόμους των ελληνικών πόλεων, η ΕΔΑ και οι μάζες υποχρέωσαν την κυβέρνηση του Καραμανλή να αλλάξει ρότα στην εξωτερική της πολιτική, δημιουργώντας ρήγμα στο ΝΑΤΟ. Αυτές οι διαδηλώσεις της πίεσαν τόσο ασφυκτικά την ελληνική κυβέρνηση που, εκτός από τις παραιτήσεις υπουργών, προτάσεις μομφής στη Βουλή και παρατεταμένη κυβερνητική απολογία, την υποχρέωσαν να προχωρήσει σε βελτίωση σχέσεων με τη Σοβιετική Ένωση (να επιτρέψει την επίσκεψη του σοβιετικού υπουργού Εξωτερικών στην Αθήνα), σε άνοιγμα στους Άραβες, και ιδίως στην Αίγυπτο του Νάσερ, της επέβαλαν να αρνηθεί την υποστήριξη της αγγλο-γαλλικής επέμβασης στο Σουέζ (Οκτώβριος 1956), να προχωρήσει σε αναθέρμανση των σχέσεων με Γιουγκοσλαβία και τελικά να συμβάλει στην απελευθέρωση του Μακάριου στις 17 Απριλίου 1957. Ο μαρτυρικός θάνατος του Αυξεντίου, τον Μάρτιο του 1957, και οι διαδηλώσεις που ακολούθησαν ανανέωσαν την πίεση στην κυβέρνηση Καραμανλή, και της επέβαλαν τις ξαφνικές εκλογές του 1958. Η νίκη στις εκλογές του 1958 δημιούργησαν πλέον, νέους όρους πολιτικής πόλωσης με σαφέστερη και πιο έκδηλη ταξική αναφορά (αντίθεση Δεξιάς- Αριστεράς), ενώ προκλήθηκε μια παρατεταμένη συνολική πολιτική αστάθεια, την ίδια στιγμή που το αστικό καθεστώς με μάταιες αναδιπλώσεις επιχειρούσε να επαναφέρει συνθήκες καταστολής κράτους έκτακτης ανάγκης (ακυρώθηκε κάθε διαδικασία συρρίκνωσης του αριθμού των εγκλείστων σε τόπους εξορίας που άρχισαν να δέχονται, πλέον, νέες «αφίξεις»).
Η προσπάθεια αναστύλωσης του κύρους του Κεντρώου χώρου με την ενεργοποίηση του Γ. Παπανδρέου ως επικεφαλής του αναγεννημένου αντικομμουνιστικού Κέντρου δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, και για αυτό απέμεινε η διεξαγωγή νέων εκλογών (Οκτώβριος 1961) και η ενεργοποίηση της τελευταίας αστικής εφεδρείας: το «βαθύ κράτος». Έτσι, αυτό κατέφυγε στον κατασταλτικό του μηχανισμό, στο παρακράτος, τις μυστικές υπηρεσίες και τη CIA, αφήνοντάς τους τα ηνία της αντικομμουνιστικής εκστρατείας. Κορωνίδα του όλου εγχειρήματος ήταν το σχέδιο «Περικλής», η οργάνωση ενός εσωτερικού πολέμου κατά της Αριστεράς. Το τεράστιο εγχείρημα αλλοίωσης του πολιτικού φρονήματος των πολιτών που ενεργοποίησε το σχέδιο αυτό, συνδυάστηκε και με πολιτικές δολοφονίες στις παραμονές των εκλογών, παρότι αποκαλύφθηκε εγκαίρως με έναν ογκώδη τόμο αντιδημοκρατικών παραβιάσεων που εξέδωσε η ΕΔΑ. Ωστόσο, αν και οι εκλογές έγιναν με «βία και νοθεία», τέτοιες που δεν τήρησαν ούτε τα στοιχειώδη προσχήματα δημοκρατικής επιφάνειας, η συνέπειά τους δεν ήταν άλλη παρά να εξασφαλίσουν μια έωλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην ΕΡΕ που κατέρρευσε στις 11 Ιουνίου 1963 με την παραίτηση της κυβέρνησης Καραμανλή μετά τη δολοφονία Λαμπράκη σε ένα κλίμα αποθέωσης του ρόλου του «παράλληλου» κράτους.
Διαβάστε επίσης


