Ιστορία
Βιετνάμ: Η πιο μεγάλη ήττα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού

29/4/1975, Αμερικανοί εγκαταλείπουν την πρεσβεία τους στη Σαϊγκόν με ελικόπτερο

Οι φωτογραφίες με τα ελικόπτερα στην ταράτσα της αμερικάνικης πρεσβείας στην Σαϊγκόν, την πρωτεύουσα του Νότιου Βιετνάμ, στις 29 Απρίλη του 1975 έκαναν το γύρο του κόσμου την επόμενη μέρα. Ακολούθησαν άλλες φωτογραφίες και ρεπορτάζ στις εφημερίδες. Των τανκς του στρατού του Βόρειου Βιετνάμ που έμπαιναν θριαμβευτικά στην πόλη την επόμενη μέρα, των εγκαταλειμμένων εξαρτύσεων και οπλισμού απ’ τους στρατιώτες του Νότιου Βιετνάμ που λιποτακτούσαν ή παραδίδονταν. Ελικόπτερα που σπρώχνονταν στη θάλασσα από αμερικάνικα αεροπλανοφόρα για να εξασφαλιστεί χώρος για γι’ αυτούς που εκκενώνονταν. Ήταν μια σκηνή ταπείνωσης μιας υπερδύναμης που για δεκαετίες υποστήριζε ότι στο Βιετνάμ υπεράσπιζε τον «ελεύθερο κόσμο». 

Όμως, η πτώση της Σαϊγκόν δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν απλά η επισφράγιση της ήττας της αμερικάνικης υπερδύναμης που είχε γίνει φανερή δυο χρόνια πριν, στις αρχές του 1973. Τότε με βάση τις Συμφωνίες Ειρήνευσης του Παρισιού είχε αρχίσει η αποχώρηση και των τελευταίων αμερικάνικων στρατευμάτων από το Νότιο Βιετνάμ. Όλοι καταλάβαιναν ότι επρόκειτο για μια ήττα για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Ο Χένρι Κίσινγκερ, σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του προέδρου Νίξον και αργότερα υπουργός Εξωτερικών, θα έγραφε ότι η υπογραφή της συμφωνίας εξασφάλιζε απλά ένα «αξιοπρεπές μεσοδιάστημα» για τις ΗΠΑ μέχρι την τελική ήττα του καθεστώτος του Νότιου Βιετνάμ που στήριζε για δεκαετίες. 

Ο πρόεδρος Νίξον είχε υποσχεθεί στον Θιέου, τον δικτάτορα του Νότιου Βιετνάμ ότι οι ΗΠΑ θα στηρίξουν με πλουσιοπάροχη βοήθεια το καθεστώς του και θα αντιδράσουν «δυναμικά» σε κάθε στρατιωτική απειλή από το Βόρειο Βιετνάμ. Σύντομα έγινε φανερό ότι ο Νίξον δεν μπορούσε να τηρήσει καμιά από τις δυο υποσχέσεις. Και χωρίς την αμερικάνικη βοήθεια το νοτιοβιετναμέζικο καθεστώς άρχισε να παίρνει απότομα την κάτω βόλτα. Ποτέ άλλωστε δεν είχε μεγάλη κοινωνική βάση να το στηρίζει. Αλλά στη διάρκεια του 1973-74 μπήκε σε τελειωτική κρίση: η οικονομία κατέρρεε -το παγκόσμιο «πετρελαϊκό σοκ» συνέβαλε σε αυτήν την εξέλιξη- η ανεργία γιγαντωνόταν και η τιμή του ρυζιού πήγαινε στα ύψη. 

Η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του Βόρειου Βιετνάμ κατέστρωσε τα σχέδιά της σε μια σειρά από συσκέψεις στα τέλη του 1974 και αρχές του 1975. Ο χρόνος πίεζε: έπρεπε να αξιοποιήσουν τα πλεονεκτήματά τους σχετικά άμεσα μιας και η βοήθεια σε στρατιωτικό υλικό από Ρωσία και Κίνα είχε σταματήσει, για την ακρίβεια η Κίνα είχε αρχίσει την προσέγγιση με τις ΗΠΑ. Παρόλα αυτά, εκτιμούσε ότι η οριστική νίκη, δηλαδή η ενοποίηση της χώρας και το διώξιμο των ιμπεριαλιστών και των μαριονετών τους, θα ερχόταν μέσα στο 1976. Τελικά η νίκη ήρθε πολύ νωρίτερα.

Όταν το δεύτερο δεκαήμερο του Μάρτη 1975 ο στρατός του Βόρειου Βιετνάμ ξεκίνησε μια σειρά καλά οργανωμένες επιθέσεις στα Κεντρικά Υψίπεδα -μια στρατηγική περιοχή της χώρας- ήρθε η αρχή του τέλους. Μετά από ένα δεκαήμερο σκληρών μαχών ο στρατός του Νότιου Βιετνάμ άρχισε να αποσυντίθεται και οι μεγάλες πόλεις άρχισαν να απελευθερώνονται η μια μετά την άλλη. Μια άλλη σειρά επιθέσεων πιο νότια απομόνωσε ουσιαστικά την Σαϊγκόν μέχρι τα μέσα του Απρίλη. Το τέλος ήταν προδιαγεγραμμένο. 

Δεκαετίες

Από τα τέλη του 19ου αιώνα το Βιετνάμ μαζί με την υπόλοιπη Ινδοκίνα όπως ονομαζόταν (Λάος και Καμπότζη) είχε γίνει κομμάτι της γαλλικής αποικιακής αυτοκρατορίας. Οι Γάλλοι αποικιοκράτες αγαπούσαν να υποστηρίζουν ότι εκπληρώνουν μια «εκπολιτιστική αποστολή». Στην πραγματικότητα απομυζούσαν με κάθε τρόπο τους αγρότες: με τους φόρους, τις αναγκαστικές επιστρατεύσεις για μεγάλα έργα, με την ενίσχυση των τσιφλικάδων που άρχισαν να αρπάζουν τη γη. Το αντιαποικιακό κίνημα άρχισε να μεγαλώνει από τη δεκαετία του 1920. 

Το 1945 με την ήττα της Ιαπωνίας στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτό το κίνημα ίδρυσε ένα ανεξάρτητο κράτος. Το κίνημα ονομαζόταν Βιετμίνχ (Βιετναμέζικη Ενωση, κάτι σαν το ΕΑΜ) και στην ηγεσία του βρισκόταν το Κομμουνιστικό Κόμμα, με επικεφαλής τον Χο Τσι Μινχ. Οι γάλλοι αποικιοκράτες επέστρεψαν, με την ενίσχυση αρχικά του εγγλέζικου στρατού. Και από το 1946 μέχρι το 1953 ο πόλεμος, σε μεγάλο βαθμό αντάρτικος, συνεχιζόταν αδιάκοπα. Όμως, την άνοιξη του 1954 ο γαλλικός στρατός υπέστη μια συντριπτική ήττα στη μάχη του Ντιεν Μπιεν Φου, μια απομακρυσμένη κοιλάδα στα σύνορα με το Λάος. Οι Γάλλοι στρατηγοί περίμεναν ότι θα υπερισχύσουν εύκολα σε μια μάχη εκ παρατάξεως με τους «ερασιτέχνες» αντάρτες. Διαψεύστηκαν οικτρά. Οι επίλεκτοι αλεξιπτωτιστές παραδόθηκαν στους Βιετμίνχ και ο γαλλικός ιμπεριαλισμός έχασε το Βιετνάμ. 

Όμως, το 1954 δεν έφερε την ολοκληρωτική νίκη στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Με παρέμβαση των δυο υπερδυνάμεων, η χώρα κόπηκε στα δυο. Το Βόρειο Βιετνάμ (Λαϊκή Δημοκρατία) εντάχτηκε στο «ανατολικό μπλοκ». Το Νότιο, η Δημοκρατία (μόνο κατ’ όνομα) του Βιετνάμ, έγινε εξάρτημα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. 

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο πρόεδρος Κένεντι έστελνε τους πρώτους στρατιωτικούς συμβούλους στο Νότιο Βιετνάμ. Ο στόχος ήταν να στηρίξουν την κυβέρνηση του Νότιου Βιετνάμ και να συντρίψουν τους αντάρτες του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (NLF) που τους στήριζε το καθεστώς του Βόρειου Βιετνάμ. Το αντάρτικο φούντωνε στο Νότο με τη βάση του να την προσφέρουν κυρίως οι αγρότες που διψούσαν για τη γη που καλλιεργούσαν. 

Η αίσθηση που κυριαρχούσε στην Ουάσιγκτον ήταν μιας ακόμα «αστυνομικής επιχείρησης» σε μια απομακρυσμένη γωνιά του «ελεύθερου κόσμου». Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ μπορούσε να δηλώνει με άνεση ότι το Βιετνάμ δεν αποτελούσε ιδιαίτερο πρόβλημα. «Έχουμε 30 Βιετνάμ» είχε πει. 

Οι ΗΠΑ θέλανε να κρατήσουν το Νότιο Βιετνάμ όχι για τις πλουτοπαραγωγικές πηγές του ούτε καν για την στρατηγική του θέση. Θεωρούσαν ότι αν έπεφτε, θα ξεκινούσε ένα ντόμινο ανατροπών σε όλη την Ασία, με κυριότερο κίνδυνο την Ινδονησία όπου δρούσε ένα πανίσχυρο κομμουνιστικό κόμμα. Το αιματοβαμμένο πραξικόπημα του στρατού το 1965 έλυσε αυτό το «πρόβλημα». 

Όμως, το Βιετνάμ αποδείχτηκε εφιάλτης για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Στα τέλη του 1967 η αμερικάνικη στρατιωτική παρουσία από μερικές χιλιάδες «συμβούλων» είχε φτάσει τις 486 χιλιάδες στρατιώτες, με μια συντριπτική ισχύ πυρός. 

Ταυτόχρονα, η αμερικάνικη πολεμική αεροπορία είχε εξαπολύσει τη μεγαλύτερη επιχείρηση βομβαρδισμών στην ιστορία για να αναγκάσει το Βόρειο Βιετνάμ να γονατίσει. Στις 31 Δεκέμβρη του 1967 το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ ανακοίνωνε επίσημα ότι από το Μάρτη του 1965 τα αμερικάνικα αεροπλάνα είχαν ρίξει 860.000 τόνους βομβών στο Βόρειο Βιετνάμ. Συγκριτικά, σε όλη την διάρκεια του Πολέμου της Κορέας (1950-1953) είχαν ρίξει 653.000. Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σε όλο το «θέατρο επιχειρήσεων» του Ειρηνικού είχαν ρίξει 503.000.

Οι αμερικάνοι στρατηγοί πίστευαν ότι η νίκη πλησίαζε. Ο Γουεστμόρλαντ, ο επικεφαλής όλων των αμερικάνικων δυνάμεων στο Βιετνάμ, έκανε την περίφημη δήλωση: «Έχουμε φτάσει σε ένα σημαντικό σημείο όπου το τέλος γίνεται ορατό. Οι ελπίδες του εχθρού έχουν χρεοκοπήσει». 

Τετ

Και μετά, τον Γενάρη του 1968, ήρθε η Επίθεση της Τετ (της βιετναμέζικης πρωτοχρονιάς). Οι Βιετκόνγκ -η περιφρονητική ονομασία που είχαν δώσει οι Αμερικάνοι στους αντάρτες- χτύπησαν όλες τις μεγάλες πόλεις και εκατοντάδες άλλα σημεία στο Νότιο Βιετνάμ. Έφτασαν μέχρι την αμερικάνικη πρεσβεία στην Σαϊγκόν. 

Από στρατιωτικής άποψης η Επίθεση της Τετ ήταν αποτυχημένη. Ο στρατός του Νότιου Βιετνάμ δεν κατέρρευσε ούτε η επίθεση σηματοδότησε την «Γενική Εξέγερση» όπως έλπιζαν οι οργανωτές της. Αντίθετα, το αντάρτικο, οι Βιετκόνγκ δέχτηκαν ένα συντριπτικό πλήγμα στους μήνες των μαχών που ακολούθησαν. Ποτέ δεν θα έπαιζαν αποφασιστικό ρόλο στις μάχες των επόμενων χρόνων ενώ τα δίκτυα του Μετώπου στις πόλεις ακόμα και στην ύπαιθρο ξηλώθηκαν σε μεγάλο βαθμό. Tο Πρόγραμμα Φοίνιξ που οργάνωσε η CIA έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο σε αυτό το αποτέλεσμα: ήταν μια εκστρατεία συλλήψεων, φρικτών βασανιστηρίων, «εξαφανίσεων» και δολοφονιών. Περισσότεροι από 80 χιλιάδες ύποπτοι «εξουδετερώθηκαν» ανάμεσα στο 1968 και το 1972. 

Όμως, η Επίθεση της Τετ ήταν μια τεράστια πολιτική ήττα για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Το αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ που ήδη έκανε συγκεντρώσεις εκατοντάδων χιλιάδων πήρε νέα ορμή. Ο πρόεδρος Τζόνσον ανακοίνωσε ότι δεν θα διεκδικήσει ξανά την προεδρία στις εκλογές που έρχονταν. 

Στα χρόνια που ακολούθησαν αυτό το κίνημα έφερε στα πρόθυρα της κατάρρευσης τον πρόεδρο Νίξον. Είχε πάρει την προεδρία δηλώνοντας ότι έχει «ένα σχέδιο για την ειρήνευση». Το σχέδιο περιλάμβανε κλιμάκωση των αεροπορικών βομβαρδισμών στο Βόρειο Βιετνάμ και στην Καμπότζη για να αναγκάσει τους αντιπάλους του να δεχτούν τους όρους του. Προσπάθησε να παρουσιάσει τις Συμφωνίες του Παρισιού το 1973 σαν επιβράβευση αυτής της στρατηγικής. Τελικά, ούτε ο Νίξον σώθηκε ούτε το καθεστώς του Νότιου Βιετνάμ. 

Ο «αμερικάνικος πόλεμος» τελείωσε με την μεγαλύτερη στρατιωτική ήττα στην ιστορία των ΗΠΑ που και σήμερα στοιχειώνει τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.


4/5/1970, Πανεπιστήμιο Κεντ - Η Μαίρη Ανν Βέκιο θρηνεί πάνω από το πτώμα του Τζέφρι Μίλερ στη θρυλική φωτό του Τζον Φίλο

 

Το αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ

Πενήντα χρόνια πριν, τον Μάη του 1970, μια αντιπολεμική έκρηξη συγκλόνισε τις ΗΠΑ. Η αφορμή ήταν η δολοφονία των φοιτητών στο Πανεπιστήμιο του Κεντ στο Οχάιο. 

Όταν ο Ρίτσαρντ Νίξον εκλέχτηκε πρόεδρος τον Νοέμβρη του 1968 δήλωνε δυο πράγματα. Ότι εκπροσωπεί την «σιωπηλή πλειοψηφία» του έθνους, τους πατριώτες Αμερικάνους που στηρίζουν τον πόλεμο. Κι ότι ταυτόχρονα είχε ένα σχέδιο που θα έφερνε «ειρήνη με τιμή» για τις ΗΠΑ. Τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα υπολόγιζε. 

Τον Φλεβάρη του 1969 βγήκε στη φόρα το έγκλημα της σφαγής του Μι Λάι. Στα μέσα Μάρτη του 1968 μια αμερικάνικη μονάδα που έκανε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ξεκλήρισε κυριολεκτικά δυο χωριουδάκια που στους αμερικάνικους χάρτες ονομάζονταν Μι Λάι. Ήταν η χειρότερη σφαγή αμάχων στην ιστορία του αμερικάνικου στρατού: 500 περίπου άμαχοι χωρικοί, ανάμεσά τους δεκάδες παιδιά, δολοφονήθηκαν. Η δημοσιοποίηση του εγκλήματος προκάλεσε έκρηξη: δυο εκατομμύρια διαδηλωτές βγήκαν στους δρόμους των αμερικάνικων πόλεων. 

Όμως, στη χρονιά που ακολούθησε δεν έγιναν μεγάλες κινητοποιήσεις. Ενας λόγος ήταν η πολιτική της «βιετναμοποίησης» που εφάρμοζε ο Νίξον και οι σύμβουλοί του. Δηλαδή απόσυρση κάποιων αμερικάνικων στρατιωτικών μονάδων (περίπου 50 χιλιάδες) με παράλληλη ενίσχυση του νοτιοβιετναμέζικου στρατού. Ήταν μια επιλογή αναγκαστική. Το αντιπολεμικό κίνημα δεν φούντωνε μόνο στις αμερικάνικες πόλεις, αλλά και στα ίδια τα στρατεύματα στο Βιετνάμ. Άρνηση να πάνε σε αποστολές, επιθέσεις σε αξιωματικούς, αντιπολεμικές εφημερίδες και δίκτυα σε βάσεις και μονάδες. 

Αυτά γίνονταν δημόσια. Ωστόσο παράλληλα ο Νίξον διέτασσε την ένταση των βομβαρδισμών στο Βόρειο Βιετνάμ και στο Λάος. Τα βομβαρδιστικά Β-52 είχαν διαταγή ουσιαστικά να φέρουν το Βόρειο Βιετνάμ «πίσω στη λίθινη εποχή». Οσο για το Λάος, μια εντελώς αγροτική χώρα, η σημασία του ήταν το δίκτυο δρόμων και αποθηκών μέσα από τις ζούγκλες που μετέφερε εφόδια και στρατεύματα από το Βόρειο στο Νότιο Βιετνάμ, το περίφημο «μονοπάτι Χο Τσι Μινχ». 

Ταυτόχρονα, οι μυστικές διαπραγματεύσεις με το Βόρειο Βιετνάμ που είχαν ξεκινήσει το 1968 συνεχίζονταν στο Παρίσι. Ο Νίξον ήθελε μια επίδειξη δύναμης, «μια απρόβλεπτη κίνηση» για να τρομάξει την απέναντι πλευρά. Στις 30 Απρίλη του 1970 έκανε ένα διάγγελμα από την τηλεόραση στο οποίο ανακοίνωσε την είσοδο μιας μεγάλης αμερικάνικης στρατιωτικής δύναμης στην Καμπότζη. 

Ένα μήνα πριν η CIA είχε βοηθήσει το πραξικόπημα του στρατηγού Λον Νολ που είχε ανατρέψει τον πρίγκιπα Σιχανούκ και την κυβέρνησή του. Ο Σιχανούκ ήθελε να τα έχει καλά με όλους για να μπορεί να ασχολείται με τα πραγματικά ενδιαφέροντά του (θεωρούσε εαυτόν μεγάλο σκηνοθέτη και μαικήνα της τέχνης). Επέτρεπε την παρουσία βορειοβιετναμέζικων βάσεων στις ζούγκλες που συνόρευαν με το Νότιο Βιετνάμ και δεν διαμαρτυρόταν για τους σκληρούς αμερικάνικους βομβαρδισμούς. 

Ο Νίξον θεωρούσε την Καμπότζη εύκολο στόχο. Κάποιοι σύμβουλοί του είχαν διαφορετική γνώμη γιατί δεν είχαν αποκοιμηθεί από την προσωρινή κάμψη του αντιπολεμικού κινήματος. Ο Γουίλιαμ Ρότζερς, ο υπουργός Εξωτερικών, είπε στον Νίξον: «Κατά τη γνώμη μου, αν το κάνεις αυτό, οι πανεπιστημιουπόλεις θα τυλιχτούν στις φλόγες». 

Όπως ακριβώς κι έγινε. Στις επόμενες μέρες ένα κύμα αποχών, διαδηλώσεων και καταλήψεων άρχισε να σαρώνει πανεπιστήμια και σχολεία σε όλη την έκταση των ΗΠΑ. Ένας αγαπημένος στόχος των κινητοποιήσεων ήταν τα ROTC, τα κέντρα εκπαίδευσης και στρατολόγησης εφέδρων που λειτουργούσαν στις πανεπιστημιουπόλεις.

Άλματα

Το πανεπιστήμιο του Κεντ στο Οχάιο ήταν κομμάτι αυτού του κύματος των κινητοποιήσεων. Η κομητεία του Κεντ όπου βρισκόταν το πανεπιστήμιο με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να περιγραφεί ως προμαχώνας του ριζοσπαστισμού δυο τρία χρόνια πριν. Ούτε ο φοιτητικός πληθυσμός. Το 1967 οι υποστηρικτές του πολέμου είχαν την πλειοψηφία 4 προς 1. Όμως και το αντιπολεμικό έκανε βήματα, μικρά στην αρχή, άλματα στη συνέχεια. 

Οι μαύροι φοιτητές άρχισαν να οργανώνονται, εμπνευσμένοι από τους αγώνες του κινήματος και την πιο ριζοσπαστική του πτέρυγα, όπως το κόμμα των Μαύρων Πανθήρων. Η SDS (φοιτητές για μια δημοκρατική κοινωνία) είχε ξεκινήσει το 1964 υποστηρίζοντας την προεκλογική καμπάνια του Λίντον Τζόνσον. Τέσσερα χρόνια μετά, είχε γίνει το «φυτώριο» μιας νέας, επαναστατικής αριστεράς στα πανεπιστήμια με χιλιάδες μέλη που έμπαιναν μπροστά στο αντιπολεμικό κίνημα. Έφτασε και στο Κεντ. 

Αυτές ήταν οι συνθήκες όταν ο Νίξον έκανε το διάγγελμα της 30 Απρίλη. Όπως έλεγε αργότερα ένας από τους ηγέτες του φοιτητικού κινήματος στο Κεντ: «μετά από τόσα χρόνια συζητήσεων, αντιπολεμικών ομιλιών, διαδηλώσεων, ο πόλεμος γινόταν μεγαλύτερος. Ήταν η τελευταία σταγόνα». Εκείνο το σαββατοκύριακο το κέντρο της πόλης πλημμύρισε από διαδηλωτές, όχι μόνο φοιτητές και φοιτήτριες αλλά και μαθητές, νέους εργαζόμενους. 

Στις 2 του Μάη, περίπου εκατοντάδες διαδηλωτές έβαλαν φωτιά στο κτίριο του Κέντρου Εκπαίδευσης Εφέδρων του Πανεπιστημίου που ήταν υπό κατεδάφιση. Ήταν η στιγμή που, όπως αναφέρει ένας ιστορικός των γεγονότων, «η περιοχή έγινε ένα θέατρο επιχειρήσεων του διευρυμένου πολέμου στη Νοτιοανατολική Ασία». 

Ο δήμαρχος του Κεντ ζήτησε την αποστολή της Εθνοφρουράς στην πανεπιστημιούπολη και ο κυβερνήτης της Πολιτείας του Μίσιγκαν, ο ρεπουμπλικάνος Τζέημς Ρόουντς, ανταποκρίθηκε με ενθουσιασμό. Στις 3 Μάη δήλωνε σε μια συνέντευξη Τύπου ότι οι διαδηλωτές αντιπροσώπευαν «το χειρότερο τύπο ανθρώπου που έχουμε στην Αμερική». Χίλιοι εθνοφρουροί κατέφτασαν για να τους καταστείλουν.

Στις 4 Μάη και παρά την παρουσία της εθνοφρουράς το πλήθος των τριών χιλιάδων φοιτητών και φοιτητριών δεν διαλύθηκε. Ακολούθησαν αψιμαχίες με πετροπόλεμο και δακρυγόνα. Κάποια στιγμή, οι στρατιώτες της εθνοφρουράς προελαύνοντας εφ´ όπλου λόγχη άνοιξαν πυρ στο πλήθος δολοφονώντας τέσσερις και τραυματίζοντας άλλους εννιά φοιτητές. Ένας από αυτούς έμεινε παράλυτος.

Πέντε μέρες μετά τη σφαγή στο Κεντ, 100.000 διαδηλώνουν στην Ουάσιγκτον. «Η πόλη ήταν ένα ένοπλο στρατόπεδο» θυμάται ο συντάκτης των ομιλιών του Νίξον, Ρέι Πράις. «Ο όχλος έσπαζε τζάμια, έσκαζε τα λάστιχα, έπαιρνε τα αυτοκίνητα και έκανε οδοφράγματα. Το έλεγαν φοιτητική διαμαρτυρία. Αλλά δεν ήταν αυτό, ήταν απλά εμφύλιος πόλεμος».

Τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι διαδήλωσαν εκείνες τις μέρες σε όλες τις πολιτείες. Συνολικά κινητοποιήσεις οργανώθηκαν σε 1.351 πανεπιστήμια και κολλέγια, χωρίς να υπολογίζονται τα σχολεία. Σε αυτές, σύμφωνα με έναν συντηρητικό υπολογισμό, συμμετείχε ο μισός φοιτητικός πληθυσμός των ΗΠΑ. Η Εθνοφρουρά αναγκάστηκε να επέμβει σε 16 συνολικά πανεπιστήμια.

Δέκα μέρες μετά η αστυνομία άνοιξε πυρ στους φοιτητές στο πανεπιστήμιο Τζάκσον στην Πολιτεία του Μισισιπή. Δυο μαύροι φοιτητές έπεσαν νεκροί από τις σφαίρες. Εκεί δεν υπήρχε καν η ψεύτικη δικαιολογία για τον «φοιτητικό όχλο» που απειλούσε τη σωματική ακεραιότητα των αστυνομικών. Οι μερικές δεκάδες μαύροι φοιτητές που βρέθηκαν στο σημείο της επίθεσης δέχτηκαν ένα καταιγισμό 460 σφαιρών από καραμπίνες, αυτόματα και πιστόλια.

Έκρηξη

Οι αριθμοί είναι από μόνοι τους εντυπωσιακοί. Όμως το πιο σοβαρό στοιχείο της έκρηξης ήταν ότι στις διαδηλώσεις, τις συγκεντρώσεις και τις καταλήψεις συμμετείχαν για πρώτη φορά άνθρωποι που μόλις μερικούς μήνες πριν περιέγραφαν τους εαυτούς τους ως «μετριοπαθείς» και «συντηρητικούς». Η «σιωπηλή πλειοψηφία» μιλούσε και αυτά που είχε να πει δεν άρεσαν καθόλου στον Νίξον ή στον αντιπρόεδρό του τον Σπίρο Αγκνιου (με τις θαυμάσιες σχέσεις με τη χούντα εδώ) που μερικές βδομάδες πριν υποστήριζε δημόσια την ανάγκη για ένα «σκληρό μάθημα» στους «ταραχοποιούς». 

Και δεν ήταν μόνο η νεολαία. Ο Νίξον καλλιεργούσε την εικόνα ότι η «λευκή εργατική τάξη» ήταν μαζί του, ενάντια στους «χίπιδες» και τους «αναρχικούς». Στην πραγματικότητα, ο πόλεμος είχε γίνει μισητός σε αυτή την εργατική τάξη που έβλεπε να φορτώνεται τα βάρη του πολέμου και τα παιδιά της να πηγαίνουν να πεθάνουν δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Η σφαγή στο Κεντ και η έκρηξη οργής που πυροδότησε ανάγκασε τις συντηρητικές συνδικαλιστικές ηγεσίες να βγάζουν αποφάσεις καταδίκης της σφαγής και υπέρ της ειρήνης. 

Έτσι κι αλλιώς οι πρώτοι μήνες του 1970 ήταν η περίοδος των «άγριων απεργιών» στις ΗΠΑ. Το 1970 ξέσπασαν συνολικά 381 απεργίες με 1.000 απεργούς και πάνω η κάθε μία. Ο Νίξον κάλεσε την Εθνοφρουρά για να σπάσει μια πανεθνική απεργία στα ταχυδρομεία. Τον Απρίλη ήταν η σειρά των Τίμστερς (οδηγοί φορτηγών, εργαζόμενοι σε αποθήκες) να ξεκινήσουν μια μεγάλη απεργία κόντρα στην στάση της κεντρικής ηγεσίας του συνδικάτου. Η μονάδα της Εθνοφρουράς που άνοιξε πυρ στο Κεντ, είχε σταλεί λίγες μέρες πριν από τον κυβερνήτη Ρόουντς να σπάσει την απεργία στο Άκρον του Οχάιο. 

Τρεις μήνες μετά, ο Νίξον ανακοίνωνε την απόσυρση των αμερικάνικων χερσαίων δυνάμεων από το έδαφος της Καμπότζης. Σύμφωνα με αυτόν επρόκειτο για μια από τις «μεγαλύτερες επιτυχίες του πολέμου». Στην πραγματικότητα η αμερικάνικη εισβολή είχε αποτύχει να φέρει μόνιμα αποτελέσματα. Και το αντίτιμο ήταν το ξύπνημα του κινήματος που θα έφερνε την πτώση του Νίξον τρία χρόνια μετά. 

Το αντιπολεμικό κίνημα, η άρνηση των Αμερικάνων φαντάρων να πολεμήσουν, το ολοένα αυξανόμενο κόστος του πολέμου και πάνω από όλα η ηρωική αντίσταση των εκατομμυρίων φτωχών αγροτών της Ινδοκίνας θα οδηγούσαν τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό στην πρώτη μεγάλη στρατιωτική του ήττα.