Οικονομία και πολιτική
Τα παραμύθια άλλης μιας “ανάκαμψης”

Το δημόσιο χρέος δεν έχει ξεφύγει από τη “λαβίδα” της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αντίθετα πάει για νέο σφίξιμο.

Ισχυρή ανάκαμψη προβλέπει η κυβέρνηση για το 2022. Και τρέχει από τώρα να αναγγείλει τα δώρα που θα μοιράσει στους «ημετέρους» και την εκλογική της πελατεία από τα κέρδη αυτής της ανάκαμψης. «Θα επιστρέψω στη μεσαία τάξη όσα της πήρε ο κ.Τσίπρας», δήλωσε στην συνέντευξή του στο πρακτορείο Reuters ο Μητσοτάκης. Στην ίδια συνέντευξη προέβλεψε ότι η Ελλάδα θα επιστρέψει στα πρωτογενή πλεονάσματα το 2023 –«με την ανάπτυξη της οικονομίας όχι με την υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης». 

Οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, είναι αλήθεια, ξεπέρασαν μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2021 τις προβλέψεις που είχε κάνει η ίδια η κυβέρνηση πέρσι, όταν συνέτασσε τον προϋπολογισμό. Και ο τουρισμός ανέβηκε: τα οικονομικά επιτελεία εκτιμούν ότι οι πληγές της πανδημίας στα έσοδα από τον τουρισμό επουλώθηκαν τουλάχιστον κατά 55% το φετινό καλοκαίρι. Συνολικά, το υπουργείο Οικονομικών εκτιμάει ότι το 2021 η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας θα φτάσει στο 5,9% - ένα νούμερο 60% περίπου μεγαλύτερο από την εκτίμηση για ανάπτυξη 3,6% που είχε κάνει ο Σταϊκούρας το περσινό φθινόπωρο. Το συμπέρασμα είναι απλό: απογειωνόμαστε. 

Όνειρα θερινής νυκτός

Υπάρχουν δυο βασικά αγκάθια σε αυτές τις προβλέψεις. Το πρώτο είναι η πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Το δεύτερο η στάση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας απέναντι στην Ελλάδα.

Οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες (ΗΠΑ, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ιαπωνία) «τύπωσαν» και διοχέτευσαν στις «αγορές» πάνω από 9 τρισεκατομμύρια δολάρια από την αρχή της πανδημίας μέχρι σήμερα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οικονομικού πρακτορείου ειδήσεων Bloomberg. Στις ΗΠΑ, τη χώρα που είχε πυροδοτήσει με το σκάσιμο της φούσκας των στεγαστικών δανείων το παγκόσμιο κραχ του 2008, η FED (η κεντρική τράπεζα) έτρεξε να στηρίξει τις αμερικανικές τράπεζες -που απειλούνταν από ένα νέο γύρο «κόκκινων» στεγαστικών δανείων- με εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια. Με αυτά τα λεφτά θα μπορούσε να αγοράσει πάνω από ένα εκατομμύριο διαμερίσματα στην πανάκριβη Νέα Υόρκη σχολίασε το Bloomberg. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Τράπεζα της Ιαπωνίας εστίασαν τις δικές τους προσπάθειες στη στήριξη των επιχειρήσεων. «Πράγματι», γράφει το Bloomberg για να δείξει το μέγεθος αυτής της στήριξης, «η πρόσθετη δανειοδότηση της Τράπεζας της Ιαπωνίας θα μπορούσε να ξεπληρώσει τα χρέη όλων των Ιαπωνικών επιχειρήσεων που χρεοκόπησαν από το φθινόπωρο του 2003 μέχρι σήμερα».

Τα τρισεκατομμύρια αυτά είχαν τρεις βασικές συνέπειες: πρώτον, εμπόδισαν ένα κύμα χρεοκοπιών σαν αυτό που είχαμε ζήσει το 2008, με το ντόμινο που διαδέχτηκε την κατάρρευση της Λήμαν Μπράδερς. Δεύτερον, έδωσαν τη δυνατότητα να αρχίσει να ανακάμπτει ξανά η παγκόσμια οικονομία το 2021 -το 6% που προέβλεπε τον Ιούλη το ΔΝΤ οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στα λεφτά αυτά. Τρίτον, πυροδότησε μια αύξηση του πληθωρισμού και μια έλλειψη πρώτων υλών και αγαθών που είχαμε δεκαετίες να δούμε. 

Η αύξηση του πληθωρισμού δεν ήταν ατύχημα: και η ΕΚΤ και η FED αναθεώρησαν μέσα στην περασμένη χρονιά το δόγμα του «πληθωρισμού κάτω αλλά κοντά στο 2%» που είχαν τα προηγούμενα χρόνια. Τώρα έβαζαν σαν στόχο έναν πληθωρισμό γύρω στο 2% -κατά μέσο όρο, άλλοτε μεγαλύτερο και άλλοτε μικρότερο, όχι σταθερά και απαράβατα μικρότερο. Τον Ιούλη το ΔΝΤ εκτιμούσε ότι οι πληθωριστικές πιέσεις και οι ελλείψεις αγαθών οφείλονταν απλά στις «αναταράξεις στην εφοδιαστική αλυσίδα» που δημιουργούσε η έξοδος από την πανδημία -δηλαδή στην ξαφνική αύξηση της ζήτησης. Γρήγορα, προέβλεπε, οι ανισορροπίες αυτές θα  εξομαλύνονταν και ο πληθωρισμός θα επέστρεφε στα φυσιολογικά του επίπεδα. 

Τα οικονομικά επιτελεία δεν έχουν αναθεωρήσει αυτή την πρόβλεψη μέχρι σήμερα. Αλλά στο μεταξύ οι αυξήσεις των τιμών σε διάφορους τομείς (ενέργεια, μέταλλα, ηλεκτρονικά) και οι ελλείψεις έχουν απογειωθεί: η ζήτηση μεγαλώνει καθώς οι «καταναλωτές» (πχ οι αυτοκινητοβιομηχανίες, οι βιομηχανίες παραγωγής κινητών τηλεφώνων κλπ) προσπαθούν να στοκάρουν υλικά και πρώτες ύλες για να εξασφαλίσουν τις ανάγκες της παραγωγής τους, την ίδια ώρα που οι «παραγωγοί» (οι άλλες μεγάλες επιχειρήσεις, πχ οι βιομηχανίες που φτιάχνουν τα μικροτσίπ που είναι σε μεγάλη έλλειψη αυτή τη στιγμή) γίνονται όλο και πιο απρόθυμοι να πουλήσουν, αφού προβλέπουν ότι «αύριο» θα πουλήσουν ακριβότερα.

Η αύξηση του πληθωρισμού έχει αρχίσει να βάζει πιέσεις στις κεντρικές τράπεζες να σταματήσουν να «τυπώνουν» τόσο πολύ χρήμα και να αρχίσουν να «αποσωληνώνουν» την πραγματική οικονομία από τα πιεστήριά τους. Τα προγράμματα «ποσοτικής χαλάρωσης» έχουν αρχίσει ήδη σιγά-σιγά να περικόπτονται και η συζήτηση για αύξηση των επιτοκίων έχει φουντώσει. Θα επιβιώσει η ανάκαμψη αν περιοριστεί η «εκτύπωση» του χρήματος; Οι μεγάλες οικονομίες μπορεί και να αντέξουν. Αλλά δεν ισχύει το ίδιο για τους χρεοκοπημένους και αδύναμους καπιταλισμούς σαν της Ελλάδας. Η προοπτική ότι η ελληνική οικονομία θα «απογειωθεί» μέσα στο 2022 βρίσκεται κυριολεκτικά στο αέρα.

Ο Μητσοτάκης στη συνέντευξή του στο Reuters κοκορεύτηκε ανάμεσα στα άλλα και για τα «ιστορικά χαμηλά» επιτόκια με τα οποία δανείζεται σήμερα η Ελλάδα από τις «διεθνείς αγορές». Την 1 Σεπτέμβρη το ελληνικό δημόσιο άντλησε 2,5 δις ευρώ από τις αγορές με δυο ομόλογα -ένα 30ετές με επιτόκιο 1,67% και ένα πενταετές με επιτόκιο πρακτικά μηδενικό. Οι επενδυτές έκαναν «ουρά» για να τα αγοράσουν -οι προσφορές ξεπέρασαν τα 15 δισεκατομμύρια. Χάρη στην εμπιστοσύνη που απολαμβάνει η κυβέρνηση του Μητσοτάκη, λέει η φιλοκυβερνητική προπαγάνδα, η εποχή της Τρόικας και των μνημονίων έχει περάσει οριστικά. Μπούρδες.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

Η Ελλάδα δανείζεται πράγματι φτηνά. Μηδενικά επιτόκια δεν είχαμε δει ποτέ στην ιστορία. Αλλά η «επιτυχία» αυτή ούτε οφείλεται στη Μητσοτάκη, ούτε πρόκειται να κρατήσει. Η «επιτυχία» οφείλεται στον Covid. Τα ελληνικά ομόλογα εξακολουθούν να ανήκουν στην κατηγορία «σκουπίδια» με βάση τις αξιολογήσεις της Moody’s, της Standard & Poor και της Fitch. Σε φυσιολογικούς καιρούς δεν θα γίνονταν αποδεκτά από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Το 2017 ή το 2018 μια εμπορική τράπεζα που θα αποφάσιζε να επενδύσει σε ελληνικά ομόλογα δεν θα μπορούσε να τα καταθέσει σαν εγγύηση στην ΕΚΤ και να δανειστεί από αυτή τα χρήματα που θα απαιτούντο για την αγορά τους. Το 2020, όμως, λόγω της πανδημίας η Κριστιν Λαγκάρντ, η διοικητής της ΕΚΤ, αποφάσισε ότι «κατ’ εξαίρεση» θα γίνονταν τώρα δεκτά όλα τα ομόλογα των κρατών της Ευρωζώνης, ανεξάρτητα από το αν ανήκουν σε «επενδυτική βαθμίδα» ή αν είναι «σκουπίδια». Σε αυτή τη «εξαίρεση» (waiver) οφείλονται οι χαμηλές τιμές των επιτοκίων και όχι στην εμπιστοσύνη που τρέφουν, υποτίθεται, οι αγορές για τον πρωθυπουργό μας.

Το πρόβλημα είναι ότι το waiver λήγει τυπικά τον ερχόμενο Μάρτιο. Στο μεταξύ το δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει κάθε επίπεδο: σήμερα βρίσκεται στο 220% του ΑΕΠ και συνεχίζει να ανεβαίνει. Η Ελλάδα αναγκάστηκε να καταφύγει στην Τρόικα και τα μνημόνια το 2010 γιατί το χρέος της ξεπερνούσε το 120% και η τότε κυβέρνηση του Παπανδρέου μπορούσε να βρει αγοραστές για τα ομόλογά της μόνο με τοκογλυφικά επιτόκια. Η Λαγκάρντ προς το παρόν κρατάει τα χαρτιά της κλειστά για το τι θα γίνει. Αλλά οι προοπτικές μόνο «λαμπρές» δεν είναι.

Μέτρα

Ο Μητσοτάκης έτρεξε από τη βήμα της ΔΕΘ να μοιράσει από τώρα τα οφέλη από την αναμενόμενη «απογείωση» της οικονομίας. Με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς από τη Νέα Δημοκρατία: με φοροαπαλλαγές για τους πλούσιους και δωρεάν μεγκαμπάιτ για τη νεολαία. Με μείωση 50% του φόρου για τις συγχωνευόμενες επιχειρήσεις αλλά δίμηνη «αποζημίωση ειδικού σκοπού» για τους καλλιτέχνες (πάρτι θα κάνουν…). 

Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση βρίσκεται σε αδιέξοδο. Θυμίζει την κυβέρνηση του Καραμανλή το 2009, μια κυβέρνηση αδύναμη που αναγκάστηκε τελικά να καταφύγει στις κάλπες όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με την κρίση του χρέους. 

Όχι, μπροστά μας δεν βρίσκεται μια καινούργια ηλιόλουστη μέρα. Έτσι και αλλιώς, ακόμα και αν η οικονομία πήγαινε περίφημα, ο Μητσοτάκης δεν επρόκειτο να αφήσει ούτε μια δεκάρα να «χαθεί» -να πάει στους εργάτες και τους φτωχούς. Η κυβέρνηση έχει δώσει ήδη αρκετά «δείγματα γραφής» για το ποια είναι τα σχέδιά της: περικοπές, λιτότητα, ιδιωτικοποιήσεις, απολύσεις. Κανένας δεν πρέπει να έχει την παραμικρή αμφιβολία για το τι θα κάνει αν (όταν στην πραγματικότητα) τα πράγματα αρχίσουν να πηγαίνουν άσχημα για τους τραπεζίτες, τους βιομήχανους, τους εφοπλιστές και τους άλλους «φίλους» της. 

Είναι βαθιά νυχτωμένοι αν νομίζουν ότι θα τους αφήσουμε να κάνουν τα εφιαλτικά τους όνειρα πραγματικότητα.