Οικονομία και πολιτική
Το “φάρμακο” για την ακρίβεια είναι: Πάλη για αυξήσεις στους μισθούς

Οι αυξήσεις των τιμών της ενέργειας και των καταναλωτικών προϊόντων έχουν γίνει πληγή για την εργατική τάξη και τους φτωχούς. Εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες έχουν φτάσει στην απόγνωση – να πρέπει να αποφασίσουν αν θα κόψουν μέσα στο καταχείμωνο τη θέρμανση ή το φαγητό.

Ο πληθωρισμός έχει απογειωθεί τους τελευταίους μήνες σε παγκόσμια κλίμακα. Στις ΗΠΑ βρίσκεται ήδη στο ανώτερο επίπεδο των τελευταίων σαράντα ετών. Οι αυξήσεις των τιμών έχουν ξεπεράσει προ πολλού τις πρόσφατες πενιχρές αυξήσεις των μισθών που είχαν κατακτήσει οι εργαζόμενοι. Οι εργάτες σε ολόκληρο τον κόσμο είναι φέτος, με πραγματικούς όρους, φτωχότεροι από ότι ήταν ένα χρόνο πριν.

Στα επιτελεία των κεντρικών τραπεζών κυριαρχεί η αγωνία. Μέχρι το φθινόπωρο η εκτίμηση των οικονομολόγων ήταν ότι οι «δυσλειτουργίες» της «εφοδιαστικής αλυσίδας» και ο πληθωρισμός ήταν παροδικά φαινόμενα. Οι ελλείψεις πχ στα μικροτσίπ (που έχουν πλήξει ανάμεσα στα άλλα και την αυτοκινητοβιομηχανία) οφείλονταν απλά στην απότομη έξοδο από την κρίση της πανδημίας. Η οικονομία δεν είχε ξυπνήσει ακόμα για τα καλά, για να χρησιμοποιήσουμε μια παρομοίωση. Αλλά αυτό δεν θα αργούσε να γίνει. Οι κεντρικές τράπεζες δεν χρειαζόταν να κάνουν τίποτα. Η αγορά θα εξομαλυνόταν από μόνη της και ο πληθωρισμός θα επέστρεφε σταδιακά στα «φυσιολογικά» του επίπεδα – λίγο κάτω από το 2%, στον στόχο που έχουν θέσει οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες του πλανήτη. Τώρα παραδέχονται ότι έπεσαν έξω.

“Δεν έχουν ιδέα”

Αυτό δεν είναι, φυσικά, ούτε νέο ούτε πρωτότυπο. «Το πραγματικό πρόβλημα», έγραφε πριν λίγο καιρό ο Βόλφγκανγκ Μύνχαου στην εφημερίδα Financial Times, «είναι ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν έχουν ιδέα πως λειτουργεί ο πληθωρισμός. Υπάρχουν πολλές θεωρίες και προσεγγίσεις αλλά καμιά δεν έχει καταφέρει να εξηγήσει με συνέπεια το τι γίνεται στον πραγματικό κόσμο. Στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αυτή η έλλειψη κατανόησης αποτυπώνεται στις κωμικές σχεδόν αποτυχίες στις προβλέψεις της για τον πληθωρισμό… Μια γεννήτρια τυχαίων αριθμών, ένας πίθηκος με ένα πληκτρολόγιο ή ακόμα και ένα ωροσκόπιο θα ξεπερνούσαν την ΕΚΤ…»

Καμιά από τις δυο «μεγάλες» σχολές της (αστικής) οικονομικής επιστήμης -ο νεοφιλελευθερισμός και ο κεϋνσιανισμός- δεν έχει καταφέρει να εντοπίσει τη ρίζα του πληθωρισμού. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Και οι δυο, παρά τις διαφορές, τους στηρίζονται στη γελοία θεωρία της εξισορρόπησης της «προσφοράς» και της «ζήτησης». 

Οι νεοφιλελεύθεροι θεωρούν ότι το πρόβλημα προέρχεται από την υπερβολική προσφορά χρήματος: όταν το σύνολο των καταναλωτών έχει στα χέρια του περισσότερα χρήματα από αυτά που αντιστοιχούν στα προϊόντα που υπάρχουν στα καταστήματα, τα ράφια αρχίζουν να αδειάζουν, οι καταστηματάρχες και οι βιομήχανοι ανεβάζουν τις τιμές και ο πληθωρισμός ανεβαίνει. Η λύση, λένε, είναι η μείωση της προσφοράς χρήματος μέσα από την αύξηση των επιτοκίων και την κατάργηση των προγραμμάτων παροχής έκτακτης ρευστότητας -την «ποσοτική χαλάρωση» ή τα έκτακτα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας. 

Ο Πωλ Βόλκερ, ο διαβόητος κεντρικός τραπεζίτης των ΗΠΑ της εποχής του προέδρου Ρήγκαν διπλασίασε το 1981 μέσα σε λίγους μήνες τα αμερικανικά επιτόκια. Ο πληθωρισμός έπεσε πράγματι – αλλά αφού είχε πρώτα αφανίσει χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις που δεν μπορούσαν πλέον να εξυπηρετούν τα δάνειά τους και είχε στείλει εκατομμύρια εργάτες στην ανεργία. Και το ίδιο έκανε την ίδια εποχή και η κεντρική τράπεζα της Αγγλίας στη Βρετανία της Μάργκαρετ Θάτσερ. Μέσα στα επόμενα χρόνια η «γραμμή» του Βόλκερ κυριάρχησε σε όλες τις κεντρικές τράπεζες του κόσμου.  Τα «γεράκια» του νεοφιλελευθερισμού, σαν τον Κλάας Κνότ, τον κεντρικό τραπεζίτη της Ολλανδίας, έχουν από τώρα αρχίσει να λένε ότι η ΕΚΤ έχει αργήσει υπερβολικά να αυξήσει τα επιτόκιά της.

Οι οπαδοί του Τζον Μέιναρντ Κέυνς συμφωνούν ότι ο πληθωρισμός οφείλεται στην διαταραχή της καμπύλης προσφοράς-ζήτησης. Αλλά θεωρούν ότι το πρόβλημα προέρχεται από τις ελλείψεις πρώτων υλών και εργατικού δυναμικού και όχι από την υπερβολική προσφορά χρήματος. Αυτό που χρειάζεται, λένε, είναι η επιδότηση των επενδύσεων έτσι ώστε να αυξηθεί η προσφορά προϊόντων και η συγκράτηση των αυξήσεων των μισθών που απειλούν να δημιουργήσουν έναν φαύλο κύκλο -το μισθολογικό κόστος σπρώχνει τους εργοδότες να αυξήσουν τις τιμές των προϊόντων γιατί «δεν βγαίνουν» και οι αυξήσεις των τιμών των προϊόντων σπρώχνουν τους εργάτες με τη σειρά τους να ζητήσουν νέες αυξήσεις για να αντιμετωπίσουν την ακρίβεια. Ο πληθωρισμός (όπως και όλα τα άλλα παραπροϊόντα της οικονομικής κρίσης) έλεγε ο Κέυνς μπορούν να ελεγχθούν μέσα από την κρατική παρέμβαση στην οικονομία. 

Τυμπανιαίο πτώμα

Ο «νεοφιλελευθερισμός» χρεοκόπησε το 2008 μαζί με την Λήμαν Μπράδερς. Αλλά οι κυρίαρχες τάξεις αρνούνται να τον θάψουν, παρόλο που έχει ήδη μετατραπεί σε «τυμπανιαίο πτώμα» γιατί δεν έχουν βρει τίποτα άλλο για να βάλουν στη θέση του. Τυπικά τουλάχιστον.

Στην πραγματικότητα τα οικονομικά επιτελεία έχουν εγκαταλείψει εδώ και πολύ καιρό κάθε απόπειρα να κατανοήσουν την οικονομία. Τη θέση της θεωρίας έχουν πάρει μαθηματικά μοντέλα – προσομοιώσεις σε υπολογιστές της «συμπεριφοράς» των διαφόρων οικονομικών συντελεστών, των παραγωγών, των καταναλωτών, των τραπεζών κλπ. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που περιέγραφε ο Μύνχιαου: ένας πίθηκος ή ένα ωροσκόπιο θα τα κατάφερνε καλύτερα…

Αυτή η αποτυχία δεν σημαίνει ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες και οι κυβερνήσεις δεν ξέρουν τι «πρέπει να γίνει» για να αντιμετωπιστεί ο πληθωρισμός. Ξέρουν. Και η «γνώση» τους αυτή δεν στηρίζεται σε ένα απλό «ένστικτο». Το ένστικτο της άρχουσας τάξης: το πρόβλημα θα λυθεί αν μεταφερθεί στις πλάτες της εργατικής τάξης. «Ο κίνδυνος», λέει τώρα η Κριστίν Λαγκάρντ, η επικεφαλής της ΕΚΤ, «είναι να πυροδοτήσει ο πληθωρισμός αυξήσεις στους μισθούς μεγαλύτερους από τις αναμενόμενες». Το φάρμακο είναι η καθήλωση των μισθών.

Ο πληθωρισμός, όμως, δεν οφείλεται ούτε στην «υπερβολική προσφορά χρήματος», ούτε στις «υπερβολικές αυξήσεις των μισθών». Οι τιμές των προϊόντων δεν καθορίζονται από την προσφορά και την ζήτηση, όπως λένε οι αστικές θεωρίες. Καθορίζονται από αυτό που ο Καρλ Μαρξ ονόμαζε «ο νόμος της αξίας». Τα προϊόντα ανταλλάσσονται μεταξύ τους, έλεγε ο Μαρξ, σε ποσότητες ανάλογες με την ποσότητα της εργασίας που χρειάζεται η κοινωνία (με τα δεδομένα μέσα παραγωγής και εξειδίκευσης της κάθε εποχής) για να τα παραγάγει. Ένα αυτοκίνητο κοστίζει όσο είκοσι τόνοι ψωμί γιατί ο συνολικός χρόνος εργασίας που απαιτείται για να φτιαχτούν είκοσι τόνοι ψωμί είναι ίσος με τον χρόνο εργασίας που απαιτείται για να κατασκευαστεί ένα αυτοκίνητο. Οι τιμές των προϊόντων δεν είναι αυθαίρετες, όπως λίγο-πολύ λέει η θεωρία της προσφοράς και της ζήτησης. Ένα αυτοκίνητο δεν πρόκειται να πουλιέται όσο μια φρατζόλα ψωμί, όσο και αν πέσει η ζήτηση. 

Και οι μισθοί, έλεγε ο Μαρξ, καθορίζονται από τον ίδιο νόμο, τον νόμο της αξίας. Ο καπιταλισμός έχει μετατρέψει την εργατική τάξη σε «συντελεστή παραγωγής», σε εμπόρευμα -κάτι σαν τις πρώτες ύλες ή τα μηχανήματα. Η «αξία» της εργατικής δύναμης υπολογίζεται από την «ποσότητα της εργασίας που χρειάζεται για να παραχθεί». Οι εργάτες δεν πληρώνονται ανάλογα με την εργασία που προσφέρουν αλλά με βάση το ελάχιστο όριο διαβίωσής τους – τόσα όσα χρειάζονται για να μπορούν να επιβιώσουν και να ξαναπάνε την άλλη μέρα στη δουλειά και να αναθρέψουν και την επόμενη γενιά εργατών που θα τους αντικαταστήσει όταν γεράσουν. 

Ο Μαρξ δεν μας άφησε κάποια θεωρία για τον πληθωρισμό – ο πληθωρισμός έγινε «μεγάλο ζήτημα» για τους οικονομολόγους πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του. Αλλά ήταν ξεκάθαρος ότι για τις αυξήσεις των τιμών των προϊόντων δεν φταίνε οι αυξήσεις των μισθών. Οι αγώνες για αυξήσεις, έγραφε στο βιβλίο - απάντηση στον «πολίτη Ουέστον», δεν είναι μάταιοι: οι εργάτες είναι αναγκασμένοι να αγωνίζονται συνεχώς ενάντια στα αφεντικά τους για να πάρουν πίσω αυτά που τους απέσπασαν στον προηγούμενο γύρο μέσα από τις αυξήσεις των τιμών των προϊόντων.

Το 1982 η πρώτη κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου αναγκάστηκε, κάτω από την πίεση του εργατικού κινήματος, να νομοθετήσει την «Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή»: οι μισθοί και τα μεροκάματα θα αυξάνονταν αυτόματα στο τέλος κάθε χρόνου έτσι ώστε να αντισταθμίσουν τις απώλειες που είχαν οι εργαζόμενοι από τον πληθωρισμό. Μέσα τα επόμενα χρόνια το μέτρο νερώθηκε και υποσκάφθηκε από τις ίδιες της κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ -για να ακυρωθεί οριστικά το 1990 από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. 

Θέλουμε αυξήσεις στους μισθούς και τα μεροκάματα – πραγματικές αυξήσεις που όχι μόνο θα υπερκαλύπτουν τον πληθωρισμό αλλά θα δίνουν πίσω στους εργάτες όλα αυτά που μας έχουν αρπάξει τα αφεντικά μέσα από τις κρίσεις και τα μνημόνια όλα αυτά τα χρόνια. Φυσικά δεν έχουμε καμιά αυταπάτη ότι θα μας τα δώσουν. Αλλά ας μην έχουν και αυτοί καμιά αυταπάτη ότι θα τους αφήσουμε ήσυχους να μετατρέψουν τον πληθωρισμό σε μια ακόμα δικαιολογία για να συνεχίσουν να μας ληστεύουν.