Οικονομία και πολιτική
Οι πολυεθνικές της ενέργειας κάνουν πάρτυ

Για την συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, για το 99%, για τους εργάτες και τους φτωχούς, ο πόλεμος σημαίνει καταστροφή. Αλλά δεν ισχύει το ίδιο για το 1% στην κορυφή της κοινωνίας, για τους πλούσιους και τους ισχυρούς.

Την Δευτέρα η ExxonMobil ανακοίνωσε την πρώτη της εκτίμηση για τα κέρδη της στο πρώτο τρίμηνο του έτους: 11 δισεκατομμύρια δολάρια, 2,2 δισεκατομμύρια δολάρια περισσότερα από το ήδη «εκπληκτικό» αποτέλεσμα του τελευταίου τριμήνου του 2021, το καλύτερο αποτέλεσμα από το 2008 μέχρι σήμερα. Την Τετάρτη ο Ντάρελ Γουντς, το αφεντικό της ExxonMobil αναμένεται να παρουσιαστεί μαζί με τους προέδρους των άλλων μεγάλων πολυεθνικών του πετρελαίου, της Chevron, της BP, της Shell και των «αδελφών» τους ενώπιον μιας εξεταστικής επιτροπής της αμερικανικής βουλής για να «απολογηθεί» για τις τιμές των καυσίμων, που έχουν σπάσει κάθε ρεκόρ από τότε που άρχισε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Η μετοχή της ExxonMobil έχει ανέβει 30% από τις αρχές του έτους, τα μερίσματα έχουν απογειωθεί και οι επενδυτές πανηγυρίζουν.  

Με πρόσχημα τον πόλεμο και την ακρίβεια η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν έχει πετάξει στο καλάθι των αχρήστων όλες της τις υποσχέσεις για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και την μετάβαση σε καθαρές, ανακυκλώσιμες μορφές ενέργειας. Την περασμένη εβδομάδα ο Μπάιντεν ανακοίνωσε την απόφαση του να ανοίξει τα «στρατηγικά αποθέματα» των ΗΠΑ και να διοχετεύσει 180 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου στην αγορά μέσα στο επόμενο εξάμηνο με στόχο την πτώση των τιμών.

Τα «στρατηγικά αποθέματα» έχουν σαν στόχο να μπορούν, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, να καλύψουν τις ενεργειακές εισαγωγές της χώρας για τρεις περίπου μήνες. Η κυβέρνηση σκοπεύει να αρχίσει να αποκαθιστά τα αποθέματα από τα τέλη του χρόνου, όπου ευελπιστεί ότι θα έχει αποκατασταθεί η ροή. Ο Λευκός Οίκος υπολογίζει ότι θα πληρώσει για την αναπλήρωση περίπου 80 δολάρια ανά βαρέλι. Σήμερα η τιμή του πετρελαίου βρίσκεται στα 108 δολάρια/βαρέλι.

Στην πραγματικότητα, όμως, η κερδισμένη από το άνοιγμα των στρατηγικών αποθεμάτων θα είναι η ίδια η αμερικανική βιομηχανία πετρελαίου. Τα 80 δολάρια/βαρέλι που «υποσχέθηκε» ο Μπάιντεν είναι περισσότερα από την τιμή που εκτιμούν οι αγορές ότι θα έχει το πετρέλαιο στο τέλος του εξαμήνου. Η ίδια η προοπτική της επαναγοράς είναι μια τεράστια ευκαιρία για τις εταιρίες που κρατάει τα βιβλία των παραγγελιών τους γεμάτα και τις βοηθάει, με αυτόν τον τρόπο, να κρατάνε τις τιμές ψηλά.

Ταυτόχρονα ο Λευκός Οίκος άναψε το πράσινο φως στις εταιρίες για την ακόμα μεγαλύτερη ανάπτυξη της «σχιστολιθικής εξόρυξης» - της πιο βρώμικης, από οικολογική άποψη, μεθόδου άντλησης υδρογονανθράκων από τη γη. Ο Μπάιντεν «απείλησε» να τους αφαιρέσει τις άδειες εξόρυξης από τα δημόσια εδάφη που τους έχουν παραχωρηθεί αν δεν τις αξιοποιήσουν άμεσα. 

Οι ΗΠΑ παράγουν αυτή τη στιγμή 11,6 εκατομμύρια βαρέλια πετρέλαιο κάθε μέρα. Ο στόχος είναι να φτάσουν στα 13 εκατομμύρια βαρέλια/ημέρα (στα προ πανδημίας επίπεδα) μέσα στο επόμενο εξάμηνο. 

Με την αύξηση των σχιστολιθικών εξορύξεων και την επέκταση της παραγωγής στην αμερικανική ήπειρο (η ExxorMobil έχει ξεκινήσει μια επένδυση 10 δις δολαρίων στην Γουϊάνα) οι ΗΠΑ προσπαθούν να μετατραπούν σε «παγκόσμιο ρυθμιστή» της τιμής της ενέργειας – έναν ρόλο που παίζουν αυτή τη στιγμή κύρια η Σαουδική Αραβία, τα Αραβικά Εμιράτα και οι άλλες πετρελαιοπαραγωγές χώρες του κόλπου. Η Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα είναι παραδοσιακά στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ και έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν άμεσα το κενό που δημιουργούν οι κυρώσεις ενάντια στη Ρωσία. Και οι δυο χώρες, όμως, ουσιαστικά αρνήθηκαν να αυξήσουν την παραγωγή τους. Εν μέρει αυτό οφείλεται στις ψυχρές σχέσεις που έχουν οι κυβερνήσεις τους με την κυβέρνηση του Μπάιντεν – που είχε χαρακτηρίσει «κράτος παρία» την Σαουδική Αραβία μετά την δολοφονία του Κασόγκι.  

Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι ένα ακόμα σημάδι της δυσκολίας που έχουν πλέον οι ΗΠΑ, ένας ιμπεριαλισμός σε καθοδική πορεία, να επιβάλουν τα συμφέροντά τους πάνω στον πλανήτη.