«Έλα γρήγορα! Βγήκε σε απεργία κι άλλη εταιρεία.
Ντύνομαι βιαστικά. Αυτή τη φορά, η εταιρεία που κατέβασε ρολά είναι μια πολύ μικρή βιοτεχνία ειδών από καουτσούκ. Απασχολεί μόνο γυναίκες, σε μια ατμόσφαιρα που, μέχρι και την προηγούμενη μέρα, θα πρέπει να ήταν εντελώς ελεγχόμενη από το αφεντικό. Όμως, σήμερα το πρωί, το αφεντικό και η σύζυγός του, τρομαγμένοι, ταμπουρώθηκαν στο μικροσκοπικό τους γραφείο: οι εργάτριες με τις λευκές μπλούζες, ήρεμες, σίγουρες για τον εαυτό τους, κάνουν βόλτες στους διαδρόμους. Έχουν μοιράσει τα καθήκοντα: εκλογή αντιπροσωπείας, περιφρούρηση της απεργίας, έπαρση σημαίας στην είσοδο. Χωρίς μεταβατική περίοδο, χωρίς δισταγμούς, πέρασαν από τον παλιό τους ρόλο ως σκλάβες στο νέο τους ρόλο ως φορείς της λαϊκής κυριαρχίας. Κάτι στη ζωή τους, στην ψυχή τους, έχει αλλάξει για πάντα.
Οργανώσαμε οι ίδιοι τον ανεφοδιασμό των εργοστασίων που απεργούσαν, δανειστήκαμε χειράμαξες με τις οποίες συλλέξαμε από τους εμπόρους τροφίμων τις πιο ποικίλες δωρεές. Και όταν, μέσα σε γενική αγαλλίαση, η απεργία επιτέλους κερδίζεται, φορτώνουμε στα αμαξίδιά μας τα τσουβάλια με τις πατάτες, τις προμήθειες που περίσσεψαν και ξεκινάμε σε πομπή, μέσα από τους δρόμους της μικρής πόλης, τραγουδώντας, φωνάζοντας και αστειευόμενοι, για να ανεφοδιάσουμε μια άλλη επιχείρηση όπου ο κόσμος είναι ακόμα στον αγώνα. Όταν φτάνουμε, μας υποδέχονται με γιορτή. Οι καταστηματάρχες και οι περαστικοί μας χαιρετούν και χειροκροτούν».
Η περιγραφή αυτή ανήκει στον Ντανιέλ Γκερέν που μαζί με άλλους επαναστάτες είχαν ριχτεί στην προσπάθεια να οργανώσουν το κύμα των απεργιών τον Ιούνη του ‘36 στη Γαλλία. Συνολικά καταγράφηκαν εκατομμύρια απεργοί και πάνω από 12 χιλιάδες απεργίες σαν και την παραπάνω. Εκείνες περίπου τις μέρες, ο Τρότσκι από τη Νορβηγία όπου βρισκόταν εξόριστος προσπαθώντας να βοηθήσει στον προσανατολισμό των αγωνιστών, έγραφε ένα άρθρο με τον βαρύ τίτλο: “Η γαλλική επανάσταση έχει ξεκινήσει”. Ο Τρότσκι είχε άμεση εμπειρία έχοντας ηγηθεί σε δυο επαναστάσεις στη ζωή του. Και μπορούσε να περιγράψει τα στοιχεία που συνθέτουν μια τέτοια στιγμή: “Δεν πρόκειται πλέον μόνο για κάποιες απεργίες. Είναι μία ενιαία απεργία. Βλέπουμε την ανοιχτή συγκέντρωση των καταπιεσμένων ενάντια στους καταπιεστές. Πρόκειται για κλασικό ξεκίνημα μιας επανάστασης. Ολόκληρες οι παλιές εμπειρίες της εργατικής τάξης, η ιστορία της καταπίεσής της, η εξαθλίωσή της, οι αγώνες της και οι ήττες της, ζωντανεύουν κάτω από την επίδραση των γεγονότων και υψώνονται στη συνείδηση του κάθε προλετάριου, ακόμη και του πιο καθυστερημένου, σπρώχνοντάς τον μαζί με τους άλλους. Ολόκληρη η τάξη έχει μπει σε κίνηση. Αυτή η κολοσσιαία μάζα δεν μπορεί να σταματήσει με τα λόγια. Ο αγώνας θα ολοκληρωθεί είτε με μια από τις μεγαλύτερες νίκες είτε με μια φρικιαστική ήττα”.
Η έκρηξη των απεργιών είχε απελευθερωθεί από τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου στις εκλογές της 3ης Μάη. Η συνεργασία του Σοσιαλιστικού Κόμματος, του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΓΚΚ) και του κεντρώου Ριζοσπαστικού Κόμματος οδήγησε σε σχηματισμό αριστερής κυβέρνησης. Λίγους μήνες πιο πριν, όλοι μιλούσαν για τον κίνδυνο να κυριαρχήσει ο φασισμός στη Γαλλία. Το Φλεβάρη του 1934 οι ταραχές που οργάνωσε η ακροδεξιά, ανάμεσά τους φασίστες και αντισημίτες, άφησαν πίσω τους πάνω από 15 νεκρούς, ενώ παραλίγο να κάψουν το Κοινοβούλιο.
Δυο χρόνια αργότερα, ένας Εβραίος σοσιαλιστής, ο Λεόν Μπλουμ θα γινόταν πρωθυπουργός. Με το που έγιναν γνωστά τα αποτελέσματα των εκλογών, ανέβηκε στα ύψη η αυτοπεποίθηση και η οργάνωση της εργατικής τάξης. Στις 11 Μάη ξέσπασε η απεργία στο εργοστάσιο Μπρεγκέ στη Χάβρη, όπου 800 εργαζόμενοι έφτιαχναν υδροπλάνα για το στρατό. Οι εργάτες έκαναν απεργία απαιτώντας να επαναπροσληφθούν δυο συνάδελφοί τους που είχαν απολυθεί για τη συμμετοχή τους στην Πρωτομαγιά. Το καινούργιο στοιχείο όμως της απεργίας είναι ότι συνοδεύτηκε από κατάληψη του εργοστασίου. Μέσα σε δυο μέρες, η διοίκηση είχε υποχωρήσει, προχωρώντας μάλιστα σε κάτι εξίσου πρωτοφανές: πλήρωσε τα μεροκάματα των ημερών της απεργίας. Η νέα μέθοδος της “απεργίας με κατάληψη” απλώνεται γρήγορα σε ολόκληρη τη Γαλλία. Η απεργία δεν είναι μόνο αποχή από τη δουλειά, αλλά μετατρέπει το εργοστάσιο από χώρο καθημερινού βασανιστηρίου, σε χώρο γιορτής και συλλογικής αυτοοργάνωσης. Η συνδικαλιστική συνομοσπονδία CGT μαζικοποιείται μέρα με τη μέρα, φτάνοντας τα 4 εκατομμύρια μέλη. Οι συνδικαλισμένοι μεταλλεργάτες ήταν 4% πριν από το 1936 και έφτασαν το 71% το 1937.
Όμως, η ίδια η κυβέρνηση του Μπλουμ έδινε στον εαυτό της το ακριβώς αντίθετο καθήκον από αυτό που εξέφραζε ο εργατικός ενθουσιασμός. Ο ίδιος ο Μπλουμ, μιλώντας μετά από λίγα χρόνια στη δίκη όπου τον κάθισαν οι συνεργάτες των Ναζί έλεγε πως “εκείνη τη στιγμή, στους κόλπους της αστικής τάξης, και ιδιαίτερα στον εργοδοτικό κόσμο, με θεωρούσαν, με περίμεναν, με προσδοκούσαν ως σωτήρα. Οι συνθήκες ήταν τόσο αγωνιώδεις, ήμασταν τόσο κοντά σε κάτι που έμοιαζε με εμφύλιο πόλεμο, που δεν ήλπιζαν πλέον παρά μόνο σε ένα είδος θεόσταλτης παρέμβασης. Δηλαδή την άνοδο στην εξουσία ενός ανθρώπου στον οποίο απέδιδαν επαρκή δύναμη πειθούς πάνω στην εργατική τάξη, ώστε να την κάνει να λογικευτεί και να την πείσει να μην χρησιμοποιήσει τη δύναμή της”.
Τις πρώτες μέρες μετά τις εκλογές ήταν η Αριστερά που πίεζε τον Μπλουμ να ορκιστεί γρήγορα για να μην αφήσει περιθώρια στην ακροδεξιά. Όσο οι απεργίες του Μάη φούντωναν και πηγαίναμε στον Ιούνη, ήταν τα αφεντικά που ζητούσαν μια κυβέρνηση να βάλει τάξη. Ο Μπλουμ προσπάθησε να το κάνει με το καλημέρα. Με το που ορκίστηκε συγκάλεσε τις “διαπραγματεύσεις του Ματινιόν” ανάμεσα στη CGT και τις εργοδοτικές οργανώσεις. Η συμφωνία που προέκυψε περιλάμβανε μεγάλες νίκες για την εργατική τάξη: αναγνώριση των συνδικάτων και των συλλογικών συμβάσεων, αυξήσεις 7-15% σε όλους. Οι συμφωνίες περνάνε γρήγορα από το Κοινοβούλιο με δυο επιπλέον “δώρα” της κυβέρνησης: 40ωρη βδομαδιάτικη δουλειά αντί για 48 ώρες και δυο βδομάδες πληρωμένες διακοπές το χρόνο. Οι ιστορικοί λένε ότι πολλές εργατικές οικογένειες κατάφεραν για πρώτη φορά να δουν τη θάλασσα μετά από πολλές γενιές εκείνο το καλοκαίρι του 1936.
Γραμμή
Η κυβέρνηση Μπλουμ έστειλε την αστυνομία να κατάσχει την τροτσκιστική εφημερίδα που καλούσε σε συνέχιση των απεργιών μετά τις συμφωνίες. Όμως με τέτοια μέτρα δεν θα μπορούσε να έχει σταματήσει ένα κίνημα εκατομμυρίων. Ούτε απλά με τη λογική “Κερδίσατε αρκετά, γυρίστε στα σπίτια σας”. Ήταν το οργανωμένο βάρος του ΓΚΚ που υλοποίησε τη γραμμή της υποχώρησης. Έχοντας στις γραμμές του αγωνιστές και αγωνίστριες που είχαν δώσει το αίμα τους για να χτίσουν τα συνδικάτα και τις απεργίες, ήταν η μόνη πολιτική δύναμη που μπορούσε να παίξει τέτοιο ρόλο. Όταν ο ηγέτης της αριστερής πτέρυγας του Σοσιαλιστικού Κόμματος έγραψε ένα εμψυχωτικό για τους αγώνες άρθρο με τίτλο “Όλα είναι δυνατά”, ένα στέλεχος του ΓKK ανέλαβε να απαντήσει με το “Όχι, δεν είναι όλα δυνατά”. Ο Μορίς Τορέζ, γενικός γραμματέας του Κόμματος, ρίχτηκε να πείσει τα στελέχη του κόμματος ότι “Πρέπει να μάθουμε να κλείνουμε απεργίες όταν χρειάζεται”.
Γιατί όμως χρειαζόταν να κλείσουν οι απεργίες; Η εξήγηση βρισκόταν στην σταλινική πολιτική που πλέον είχε μετατρέψει τα Κομμουνιστικά Κόμματα, παρά τις επαναστατικές τους καταβολές, σε ανοιχτά ρεφορμιστικά. Από το 1935 ο Χίτλερ έσπαγε ήδη στην πράξη τη Συνθήκη των Βερσαλλιών με την οποία είχε λήξει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Για την καινούργια άρχουσα τάξη που είχε πάρει την εξουσία στη Ρωσία, με τον Στάλιν, οι αγώνες των εργατών της Ευρώπης ήταν χρήσιμοι μόνο όταν οδηγούσαν σε πολιτικές και διπλωματικές νίκες την ΕΣΣΔ. Ο Στάλιν χρειαζόταν συμφωνίες, διπλωματικές και στρατιωτικές, που του υποσχόταν η κυβέρνηση Μπλουμ ή και όποια άλλη κυβέρνηση θα προέκυπτε με την ίδια κοινοβουλευτική σύνθεση. Η ηγεσία του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος μετέτρεψε σε πολιτική της προτεραιότητα την σταθερότητα και τη σωτηρία της κυβέρνησης, όχι τη γενίκευση των αγώνων.
Γενικότερα, η σταλινική αντεπανάσταση είχε οδηγήσει σε ιδεολογική υποχώρηση τα κομμουνιστικά κόμματα που πλέον δεν έβλεπαν την κρίση του καπιταλισμού σαν διαδικασία που επιταχύνει το καθήκον της επανάστασης. Αντίθετα υιοθέτησαν τις αυταπάτες της σοσιαλδημοκρατίας που έβλεπε τον εαυτό της και τις κυβερνητικές της λύσεις σαν ανάχωμα στην κρίση και το φασισμό.
Όμως, η κρίση του καπιταλισμού έχει τη δική της λογική, δεν υποτάσσεται σε αποφάσεις κυβερνήσεων και νόμους. Ο μόνος δρόμος που μπορεί να σταματήσει την εξέλιξη αυτής της λογικής είναι η σύγκρουση με τον ίδιο τον καπιταλισμό. Η γενίκευση της εμπειρίας των καταλήψεων του ‘36 θα ήταν η μετατροπή τους σε όργανα εξουσίας των εργατών και πέταγμα των αφεντικών στο περιθώριο. Αντί γι’ αυτό, ο πληθωρισμός και οι εκβιασμοί των αφεντικών για τη “χαμένη τους ανταγωνιστικότητα” άρχισε από το φθινόπωρο του ‘36 να τρώει στην πράξη της μισθολογικές κατακτήσεις των αγώνων. Η κυβέρνηση αποσταθεροποιήθηκε και έπεσε τελικά τον Ιούνη του ‘37 όχι από τις “υπερβολές” των εργατών, αλλά από το τέρας της κρίσης που θέριευε.
Η ίδια σταλινική πολιτική που οδήγησε την ισπανική επανάσταση στην ήττα και στην επικράτηση του Φράνκο, έφερε την ήττα και στη Γαλλία. Το Νοέμβρη του ‘38 χωρίς να έχουν μεσολαβήσει εκλογές, επέστρεψε στην πρωθυπουργία ο Νταλαντιέ του Ριζοσπαστικού Κόμματος. Το 40ωρο καταργήθηκε. Οι μπάτσοι πήραν εντολή να σπάνε τις απεργίες και τις καταλήψεις. Στη Ρενό όταν χτυπούσαν τους εργάτες τούς φώναζαν “‘Άρπα μία για τον Μπλουμ και μία για τον Τορέζ”. Το ίδιο κοινοβούλιο που είχε δώσει την πρωθυπουργία στον “κόκκινο” Μπλουμ, το 1940 έδινε την εξουσία στον στρατάρχη Πετέν που σε λίγο θα γινόταν μαριονέτα του Χίτλερ.
Η εργατική τάξη τον Ιούνη του ‘36 είχε δείξει τις δυνατότητες όχι μόνο για έναν εναλλακτικό δρόμο αλλά για έναν εναλλακτικό κόσμο, χωρίς τη βαρβαρότητα του φασισμού και τα εκατομμύρια νεκρούς του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου. Αλλά οι “ρεαλιστικές” πολιτικές του ρεφορμισμού αποδείχτηκαν η πιο επικίνδυνη αυταπάτη.

