Χοντρικά, από τη μια μεριά είναι οι βασικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Δύσης μαζί με τους κοντινότερους συμμάχους τους, ενώ από την άλλη είναι οι λεγόμενες “ανερχόμενες οικονομίες της αγοράς”, περιλαμβανομένων όλης της ομάδας BRICS, των πιο ισχυρών κρατών του Νότου. Η Γερμανία είναι ξεχωριστή περίπτωση -όχι μόνο γιατί η Άνγκελα Μέρκελ έχει μπροστά της εκλογές. Το Βερολίνο ήταν αντίθετο και στην επέμβαση στη Λιβύη.
Αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι ότι αυτός ο γεωπολιτικός διχασμός είναι σχεδόν ίδιος με το διχασμό όσον αφορά την οικονομία. Υποτίθεται ότι οι G20, μετά το κραχ του 2008, θα έπαιρναν τη θέση των G7 που βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία της Δύσης, ως το βασικό φόρουμ συντονισμού της οικονομικής πολιτικής μεταξύ των ισχυρών καπιταλιστικών χωρών.
Αυτό όμως δεν πέτυχε εντελώς, εν μέρει γιατί η Σύνοδος των G7 έχει καλύτερους οργανωτικούς πόρους, εν μέρει όμως και λόγω της διαφορετικής οικονομικής πορείας που ακολούθησαν τα κράτη-μέλη των G20.
Από τη Μεγάλη Ύφεση του 2008-9 και στη συνέχεια έχει σχηματιστεί μια διχάλα στην παγκόσμια οικονομία. Οι κύριες ζώνες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού -οι ΗΠΑ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ιαπωνία- στην καλύτερη περίπτωση βρέθηκαν σε στασιμότητα.
Στο μεταξύ, οι ισχυρότερες οικονομίες του παγκόσμιου Νότου βίωσαν μια σχετικά ισχυρή ανάκαμψη. Στην αρχή, αυτό οφειλόταν στην επιλογή της κινέζικης κυβέρνησης να προχωρήσει σε ένα μαζικό πρόγραμμα επενδύσεων με χρηματοδότη τις τράπεζες. Έτσι ανέκαμψε όχι μόνο η Κίνα, αλλά και οι χώρες που της παρείχαν ενέργεια, πρώτες ύλες και σύνθετα βιομηχανικά προϊόντα.
Έτσι ανασηκώθηκαν οι υπόλοιπες “ανερχόμενες οικονομίες της αγοράς”, αλλά και η Γερμανία, η οποία εξειδικεύεται στην εξαγωγή βιομηχανικών προϊόντων προχωρημένης τεχνολογίας. Όμως, ένας δεύτερος παράγοντας ήρθε σύντομα να προστεθεί. Ήταν η πολιτική της “ποσοτικής χαλάρωσης” που εφάρμοσε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (μια πολιτική την οποία ακολούθησε και η Τράπεζα της Αγγλίας και πιο πρόσφατα η Ιαπωνική κεντρική τράπεζα). Ποσοτική χαλάρωση σημαίνει ότι οι κεντρικές τράπεζες αγοράζουν κρατικά και ιδιωτικά ομόλογα με χρήμα που δημιουργείται ειδικά γι'αυτό το σκοπό.
Η ιδέα ήταν πως μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης, τρομπάροντας δηλαδή χρήμα στην οικονομία, οι επιχειρήσεις θα ενθαρρύνονταν να δανειστούν και να επενδύσουν. Κάτι τέτοιο όμως δεν ίσχυσε -οι μεγάλες εταιρίες κάθονται πάνω σε τεράστια αποθέματα ρευστού τα οποία δεν επενδύουν. Έτσι, μεγάλο μέρος του καινούργιου χρήματος χρησιμοποιήθηκε για να γίνουν κερδοσκοπικές επενδύσεις στις μεγαλύτερες οικονομίες του παγκόσμιου Νότου, διευκολύνοντας μια αρκετά γρήγορη οικονομική μεγέθυνση.
Φούσκες
Τώρα, αυτή η διαδικασία ξηλώνεται. Οι κινέζικες αρχές προσπαθούν απεγνωσμένα να επιβραδύνουν μια οικονομία που είχε σαν ατμομηχανή την συσσώρευση τεράστιων ποσοτήτων μη διαχειρίσιμου χρέους. Ενώ η εισροή κεφαλαίου σε άλλα σημεία δημιούργησε περισσότερες κερδοσκοπικές φούσκες που τώρα ξεφουσκώνουν σε χώρες όπως η Ινδία, η Ινδονησία και η Τουρκία.
Προσθέστε σε αυτό ότι ορισμένες δυτικές οικονομίες -ιδιαίτερα οι ΗΠΑ και η Βρετανία- έχουν επιτέλους αρχίσει να μεγεθύνονται λιγάκι. Έτσι, οι χρηματαγορές ξεκίνησαν να ποντάρουν ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και άλλες κεντρικές τράπεζες θα σταματήσουν την χαλάρωση και θα αφήσουν τα επιτόκια να ανέβουν πολύ νωρίτερα από ό,τι έλεγαν ότι θα το κάνουν. Πρόκειται για μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, η οποία ήδη σπρώχνει προς τα πάνω τα επιτόκια, και αυτό με τη σειρά του οδηγεί το κερδοσκοπικό χρήμα να εγκαταλείπει το Νότο και να επιστρέφει στις ΗΠΑ και την Ευρώπη.
Λίγο πριν τη Σύνοδο των G20, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο παραδέχθηκε ότι πάλι λάθος είχε εκτιμήσει την κατάσταση. Οι “ανερχόμενες οικονομίες της αγοράς” δεν μετατράπηκαν, όπως προέβλεπε, σε κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας ανάπτυξης, και “η ορμή εκτιμάται κυρίως να έρθει από τις ανεπτυγμένες οικονομίες”.
Εντάσεις σχετικά με τα αμερικάνικα σχέδια να “περιορίσουν” την ποσοτική χαλάρωση εμφανίστηκαν στη σύνοδο των G20, παρόλο που βγήκαν έξω από το κείμενο της τελικής ανακοίνωσης. Ωστόσο, η συνάντηση της Αγίας Πετρούπολης επιβεβαίωσε ότι η δυσαρμονία μεταξύ των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών είναι και οικονομική και γεωπολιτική.

