Διεθνή
Η Ουκρανία, ένα χρόνο μετά
Ο Βολοντιμίρ Ισένκο είναι αναπληρωτής διευθυντής του Κέντρου Κοινωνικών και Εργατικών Ερευνών στο Κίεβο, και μέλος των συντακτικών επιτροπών του περιοδικού Commons Journal for Social Criticism και του διαδικτυακού περιοδικού LeftEast. Μίλησε στον Ρομπ Φέργκιουσον και τον Τόμας-Τέγκελι Εβανς από το περιοδικό Socialist Review. Την μετάφραση έκανε ο Λέανδρος Μπόλαρης
Ποια είναι η γνώμη σου για την κρίση στην ανατολική Ουκρανία;
Η κατάσταση έχει φτάσει σε ένα αδιέξοδο όπου καμιά πλευρά δεν μπορεί να πετύχει μια αποφασιστική νίκη. Η αναλογία με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι, από αυτή την άποψη, πολύ καταλληλότερη από την αναλογία με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Αυτό που συμβαίνει δεν είναι μια αναμέτρηση ανάμεσα στον φασισμό και τον αντιφασισμό ούτε ένας πόλεμος κινήσεων. Μοιάζει περισσότερο με τις μάχες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου που διαρκούσαν μήνες και στο τέλος κανένας στρατός δεν επικρατούσε αποφασιστικά. Το τέλος του πολέμου θα έρθει μάλλον με την οικονομική εξάντληση της μιας πλευράς. Αυτή η κατάσταση δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά παρά τις νίκες των αυτονομιστών στο αεροδρόμιο του Ντόνιετσκ και στο Ντεμπαλτσέβε. Δεν μπορούν να νικήσουν τον ουκρανικό στρατό χωρίς μια σοβαρή ρωσική επέμβαση ενώ την ίδια στιγμή ο ουκρανικός στρατός δεν μπορεί να τους νικήσει.
Εκτός από αυτά όμως, οι αντιμαχόμενες πλευρές προσπαθούν να υπονομεύσουν η μια την άλλη οικονομικά. Έτσι οι Ρώσοι ελπίζουν να ωφεληθούν από την οικονομική κατάρρευση της Ουκρανίας. Η ουκρανική κυβέρνηση από την άλλη σταμάτησε την πληρωμή συντάξεων και επιδομάτων στις περιοχές που ελέγχουν οι αυτονομιστές, και επέβαλε οικονομικό αποκλεισμό με το κλείσιμο των τραπεζών εκεί. Το μέτρο πλήττει τους Ουκρανούς πολίτες που ζουν εκεί, και το σκεπτικό ίσως είναι ότι έτσι θα προκληθεί κάπου εσωτερική εξέγερση σε αυτές τις περιοχές.
Εντωμεταξύ η Δύση προσπαθεί με τις κυρώσεις να υπονομεύσει την Ρωσία, ελπίζοντας ίσως ότι θα προκαλέσουν ένα μαζικό κίνημα ενάντια στον Πούτιν από τη δυσαρέσκεια των τμημάτων του πληθυσμού που πλήττονται από τις κυρώσεις. Τα «πατριωτικά» κόμματα της δεξιάς από τη μεριά τους αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τον Πούτιν. Προσάρτησε την Κριμαία αλλά μετά έκανε πίσω. Κάνει μια κίνηση στο Ντόνιετσκ αλλά πάλι κάνει πίσω, χωρίς να υποστηρίζει με όλες τις δυνάμεις του τους αυτονομιστές.
Ταυτόχρονα, η Ρωσία χρησιμοποιεί το φυσικό αέριο ως το δικό της μοχλό οικονομικής πίεσης στη Δύση. Το στοιχείο αυτό συνδυάζεται με την οικονομική κρίση στην ΕΕ και τις εσωτερικές της εντάσεις που έχει προκαλέσει η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Εντωμεταξύ, το πρόβλημα του ISIS είναι μια καθαρή απόδειξη ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να επιβάλλουν πλήρως την παγκόσμια ηγεμονία τους. Δεν τα καταφέρνουν πια τόσο καλά στο ρόλο του «παγκόσμιου χωροφύλακα».
Το μεγαλύτερο ερώτημα σε μια τέτοια κατάσταση είναι σε ποια ακριβώς στιγμή θα σπάσει το αδιέξοδο. Ποιος θα καταρρεύσει πρώτος; Η Ουκρανία; Οι αυτονομιστές; Ίσως η Ρωσία; Ή θα ξεσπάσει μια σοβαρή κρίση στην ΕΕ και τότε τα πράγματα θα αλλάξουν ριζικά;
Η κυρίαρχη αφήγηση στη Δύση, υποστηρίζει ότι η Ουκρανία αντιπροσωπεύει την εγγενή τάση του ρώσικου επεκτατισμού. Πώς θα απαντούσες σε αυτή την άποψη;
Πρέπει να αναλύσουμε την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί ως αποτέλεσμα της αντιπαλότητας των αντιμαχόμενων ιμπεριαλισμών.
Ναι, η στρατιωτική επέμβαση στην Ουκρανία είναι γεγονός: η παροχή οπλισμού και η αποστολή ρώσικων στρατευμάτων τον Αύγουστο (πρόσφατα επίσης) έστω σε περιορισμένο βαθμό. Αλλά αυτές οι κινήσεις δεν ήταν συνέπεια κάποιου ακραίου, σατανικού χαρακτήρα του ρώσικου ιμπεριαλισμού, αλλά περισσότερο το αποτέλεσμα της άνισης κατανομής ευκαιριών και πόρων ανάμεσα στους ιμπεριαλισμούς που ανταγωνίζονται στην Ουκρανία. Ποιος ο λόγος να επέμβουν στρατιωτικά οι ΗΠΑ αν η ουκρανική κυβέρνηση είναι πλέον απολύτως πιστή στη δυτική ηγεμονία και τις επιταγές του ΔΝΤ;
Αυτά τα επιχειρήματα είναι μια νομιμοποίηση του δυτικού ιμπεριαλισμού. Ετσι λοιπόν ο Πούτιν γίνεται ο νέος Χίτλερ ενάντια στον οποίο πρέπει να ενωθούμε δεξιοί κι αριστεροί για να πολεμήσουμε αυτόν τον «απόλυτο» εχθρό. Αυτή η γραμμή μπορεί να αποκτήσει ρατσιστική χροιά. Στο τέλος θα γίνει μια καθαρή ιδεολογική νομιμοποίηση των συμφερόντων των αρχουσών τάξεων της Ευρώπης και της Αμερικής.
Ο ρώσικος ιμπεριαλισμός νομιμοποιείται ιδεολογικά με την συντηρητική, πατριαρχική υπεράσπιση της ρώσικης αξιοπρέπειας, της εθνικής κυριαρχίας και τη δικαιωματική θέση του στον κόσμο που έχασε με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ.
Το πρόβλημα είναι τώρα ότι αξίες που θεωρούμε προοδευτικές –τα δικαιώματα των μειονοτήτων, η ισότητα των φύλων, η τυπική δημοκρατία- έχουν χρησιμοποιηθεί ως όπλα σε αυτή την ιμπεριαλιστική διαμάχη. Έτσι, σε ένα μεγάλο βαθμό έχουν δυσφημιστεί και αντιμετωπίζονται ως άνευ σημασίας. Η Αριστερά πρέπει να βρει τρόπους να διατηρήσει την ανεξαρτησία της απέναντι σε αυτή την ενδο-ιμπεριαλιστική διαμάχη· διαφορετικά καταλήγεις αριστερός υποστηρικτής του ενός ή του άλλου αντιμαχόμενου.
Πώς αντιμετωπίζει τον πόλεμο ο απλός κόσμος στην Ουκρανία;
Θα έλεγα ότι η κοινή γνώμη είναι ιδιαιτέρως αντιφατική στο ζήτημα του πολέμου. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις η πλειοψηφία επιθυμεί μια «ειρηνική επίλυση». Όμως, πολλοί από αυτούς που απαντάνε έτσι λένε επίσης ότι υποστηρίζουν την «Αντιτρομοκρατική Επιχείρηση» (ΑΤΟ). Δηλαδή ναι, θέλουμε ειρήνη αλλά στη βάση της νίκης μας.
Πολλοί υποστήριξαν τον στρατό. Αυτό φαίνεται στο κίνημα των εθελοντών: πολύς κόσμος συνέλεγε και έδινε χρήματα για να εξοπλιστεί ο στρατός, κι ένας σημαντικός λόγος γι’ αυτό είναι ότι η ουκρανική κυβέρνηση δεν μπορούσε να εξοπλίσει επαρκώς τους ίδιους τους στρατιώτες της!
Όμως, μοιάζει ότι η πλειονότητα των Ουκρανών δεν είναι έτοιμη να πολεμήσει και να πεθάνει σ’ αυτό τον πόλεμο. Οι κυβερνητικές εκθέσεις δείχνουν ότι πολύς κόσμος έχει προσπαθήσει να αποφύγει την επιστράτευση, να φύγει από τη χώρα· κι αυτό ισχύει ακόμα και για τη Δυτική Ουκρανία όπου ιστορικά τα εθνικιστικά αισθήματα είναι πολύ ισχυρότερα. Είναι έντονη κι η αίσθηση ότι αφού πρόκειται για «αντιτρομοκρατική επιχείρηση» (κι όχι πόλεμο) τότε είναι δουλειά του στρατού και της αστυνομίας όχι δική μου.
Η επιστράτευση έχει πάρει ένα ξεκάθαρο ταξικό χαρακτήρα γιατί είναι πολύ πιο εύκολο να εντοπιστούν και να επιστρατευτούν αγρότες και εργάτες από, για παράδειγμα, ένα μεσοαστό που κινείται άνετα και έτσι η στρατιωτική επιτροπή είναι δύσκολο να τον εντοπίσει. Είναι περισσότερο ικανοί να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους, έχουν χρήματα για να λαδώσουν και σε τέτοια άτομα είναι ευκολότερο να πάνε στο εξωτερικό για να αποφύγουν την επιστράτευση.
Έτσι το βάρος αυτού του πολέμου πέφτει περισσότερο στις πλάτες των φτωχών από ότι της μεσαίας τάξης και φυσικά των πλούσιων. Οπότε, όπως σε όλους τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, οι φτωχοί πολεμάνε για τα συμφέροντα των πλούσιων. Γι’ αυτό δεν προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι τελικά ο κόσμος δεν είναι πρόθυμος να πολεμήσει. Έχουν γίνει μια σειρά διαμαρτυρίες ενάντια στην επιστράτευση, στις οποίες πρωτοστάτησαν κυρίως γυναίκες που φοβούνται για τους συγγενείς τους. Δεν πρόκειται για ένα αντιπολεμικό κίνημα που βασίζεται σε μια ιδεολογική εχθρότητα στον πόλεμο, αλλά σε κάποιο σημείο μπορεί να φτάσει σε ένα υψηλότερο επίπεδο.
Πιστεύεις ότι η αναποτελεσματικότητα στη διεξαγωγή του πολέμου από μεριάς της κυβέρνησης έχει αντίκτυπο στην αποφυγή της επιστράτευσης;
Βεβαίως. Οι απώλειες, οι ελλείψεις στον εξοπλισμό, η αίσθηση ότι ο πόλεμος δεν οδηγείται σε νικηφόρα έκβαση, όλα αυτά έχουν αντίκτυπο. Όμως, την ίδια στιγμή η πλειοψηφία σε δυτική και κεντρική Ουκρανία ρίχνει το φταίξιμο στην Ρωσία, όχι στην κυβέρνηση. Στην ανατολή και στο νότο κατηγορούν περισσότερο την κυβέρνηση.
Η κυβέρνηση μόλις υπέγραψε μια συμφωνία με το ΔΝΤ που επιμένει για περισσότερα μέτρα λιτότητας. Έχει αρχίσει ο κόσμος να κατηγορεί την κυβέρνηση γι’ αυτά και για την οικονομική κατάρρευση; Υπάρχει απογοήτευση με την κυβέρνηση λόγω της λιτότητας;
Η δυσαρέσκεια μεγαλώνει παρόλο που μέχρι στιγμής δεν υπάρχει κάποιο μαζικό κίνημα διαμαρτυρίας. Ένα τέτοιο κίνημα μπορεί να εμφανιστεί με αφορμή ένα φαινομενικά ασήμαντο γεγονός όπως το πάρκο Γκεζί στην Τουρκία.
Θεωρείται υπεύθυνη η ΕΕ για τη λιτότητα;
Όχι, σαφώς όχι προς το παρόν, τουλάχιστον όσον αφορά την οικονομική κατάρρευση. Ο κόσμος δεν συνδέει την κατάρρευση της οικονομίας με την ΕΕ. Περισσότερο θα ακούσεις κατηγορίες για τους ολιγάρχες, την κυβέρνηση, την Ρωσία, τον πόλεμο. Εντείνεται επίσης μια ιδιαίτερα επικίνδυνη πίεση του στυλ ότι δεν πρέπει να διαμαρτυρόμαστε όσο διαρκεί ο πόλεμος, θα ήταν αντιπατριωτικό, πρέπει να περιμένουμε, να ενωθούμε απέναντι στον εξωτερικό εχθρό.
Στις πρόσφατες κοινοβουλευτικές εκλογές τα ακροδεξιά και φασιστικά κόμματα πήραν σχετικά χαμηλά ποσοστά. Την ίδια στιγμή η πολιτική ρητορική των κομμάτων γύρω από τον πρόεδρο Ποροσένκο και τον πρωθυπουργό Γιατσενούκ ήταν άκρως εθνικιστική και διχαστική όσον αφορά τη δαιμονοποίηση των Ουκρανών στα ανατολικά. Οι πολιτικοί σχολιαστές στη Δύση υποστηρίζουν ότι αυτά τα χαμηλά ποσοστά αποδεικνύουν ότι οι φόβοι για την επιρροή της ακροδεξιάς ήταν αβάσιμοι, ότι έχει περιθωριοποιηθεί και έχει μικρή επιρροή.
Θα έλεγα ότι τώρα έχουν περισσότερες ευκαιρίες. Το κοινοβούλιο δεν είναι το μοναδικό πεδίο πολιτικής πάλης. Η δεξιά έχει πλέον υπό τον έλεγχό της ένοπλες ομάδες, όπως το τάγμα Αζόφ που ο πυρήνας του έχει σχηματιστεί από τη νεοναζιστική Εθνικοκοινωνική Συμμαχία (SNA). Αυτοί είναι κανονικοί νεοναζί όχι κάποιοι δεξιοί λαϊκιστές.
Μια άλλη διάσταση είναι η διείσδυσή τους στις υπηρεσίες επιβολής του νόμου. Διοικητής της αστυνομίας στη περιφέρεια του Κιέβου είναι ένα μέλος της SNA. Ο Δεξιός Τομέας και το Σβόμποντα είναι οι πιο δραστήριες πολιτικές οργανώσεις στους δρόμους και στις διαμαρτυρίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι κυριαρχούν αριθμητικά σε αυτές. Όμως η διεισδυτικότητα των ιδεολογικά αφοσιωμένων στελεχών τους είναι υψηλή. Μπορούν να αμφισβητήσουν την τυπική ηγεσία και να ηγηθούν. Αυτό είναι επικίνδυνο.
Μια τρίτη διάσταση είναι ότι ολόκληρο το επίσημο πολιτικό σκηνικό έχει μετακινηθεί προς τα δεξιά. Είναι συνηθισμένο πλέον να ακούγεται ένας λόγος μίσους ενάντια σε όσους αντιτίθενται στην κυβέρνηση του Κιέβου: με τον χαρακτηρισμό «σκαθάρια Κολοράντο» για παράδειγμα. Αυτό από τον υπουργό Εσωτερικών.
Αυτή η ορολογία χρησιμοποιείται ενάντια στο πληθυσμό της ανατολής γενικά ή για τους μαχητές του αυτονομιστικού κινήματος;
Όχι μόνο ενάντια σ’ αυτούς αλλά ακόμα και ενάντια σε κάθε έναν που αντιπολιτεύεται ειρηνικά την κυβέρνηση. Στους κύκλους της φιλελεύθερης αριστεράς ακούγεται συχνά ότι το Μαϊντάν γέννησε ένα νέο ουκρανικό έθνος των πολιτών, στο οποίο δεν έχει σημασία αν είσαι Ουκρανός, Ρώσος, Εβραίος, Αρμένιος ή Πολωνός –αν υποστήριξες το Μαϊντάν ανήκεις σ’ αυτό. Ακούγεται περιεκτικό, αλλά την ίδια στιγμή αποκλείει όσους δεν υποστήριξαν το Μαϊντάν ή την έκβασή του.
Έχουμε για παράδειγμα την σημαντική περίπτωση του δημοσιογράφου που συνελήφθηκε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, επειδή κάλεσε σε αντίσταση στην επιστράτευση και χαρακτήρισε τον πόλεμο αδελφοκτόνο. Η Διεθνής Αμνηστία τον έχει κηρύξει κρατούμενο συνείδησης. [Στις 8 Φλεβάρη ο Ρουσλάν Κότσομπα, ένας δημοσιογράφος της τηλεόρασης από την Δυτική Ουκρανία κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία όταν δημοσιοποίησε βίντεό του που απευθυνόταν στον πρόεδρο και στο οποίο έκφραζε την αντίθεσή του στην επιστράτευση δηλώνοντας ότι προτιμάει να πάει φυλακή παρά να επιστρατευτεί για να «σκοτώνει τους συμπολίτες του που ζουν στ’ ανατολικά»].
Σε μια τέτοια κατάσταση δεν χρειάζεται η ακροδεξιά στην κυβέρνηση για να επιβάλει την καταστολή. Μένοντας έξω από τις επίσημες δομές εξουσίας η ακροδεξιά μπορεί να αρπάξει την ευκαιρία να κριτικάρει την κυβέρνηση επειδή απέτυχε να «υπερασπίσει το έθνος». Μπορούν να κάνουν το ίδιο για την οικονομική κατάρρευση. Αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί μια πολύ επικίνδυνη σύγκλιση της εθνικιστικής και κοινωνικής δυσαρέσκειας. Είναι ακριβώς αυτό που συνέβη στην Ευρώπη της δεκαετίας του ’30.
Στη Δύση αλλά και στην Ουκρανία είναι συνηθισμένο να παρουσιάζουν τους απλούς ανθρώπους στην Ανατολική Ουκρανία που τάχθηκαν ενάντια στο Μαϊντάν και στις μετά-Μαϊντάν κυβερνήσεις, ως παραπλανημένους από την ρώσικη προπαγάνδα. Υποστηρίζεται ότι ήταν δεμένοι με μια πατριαρχικού τύπου αφοσίωση στην ταυτότητα της «περιφέρειας» δηλαδή με τους ολιγάρχες και το Κόμμα των Περιφερειών του πρώην προέδρου. Είναι μια ικανοποιητική εξήγηση;
Είναι φανερό ότι εδώ βλέπουμε δυο μέτρα και δυο σταθμά. Δηλαδή πως θα περιέγραφες τον κόσμο που βγήκε στο δρόμο για να υποστηρίξει την Συμφωνία με την ΕΕ και έβλεπε την τελευταία σαν κάποιου είδους παράδεισο που θα έλυνε όλα τα προβλήματα της Ουκρανίας; Πιάστηκαν απλά κορόιδο από την προπαγάνδα της Δύσης περί «ευρωπαϊκών αξιών»; Ή επρόκειτο απλά για μια εξέγερση ενάντια σε μια διεφθαρμένη κυβέρνηση; Στην πραγματικότητα ισχύουν και τα δυο.
Υπήρχε μια φανερή δυσαρέσκεια με τον Γιανούκοβιτς [τον ανατραπέντα πρόεδρο] και την κυβέρνησή του, με στοιχεία της νεοφιλελεύθερης πολιτικής του: την «μεταρρύθμιση» του ασφαλιστικού, τη φορολόγηση των μικρών επιχειρήσεων ενώ οι μεγάλες έμεναν ανέγγιχτες. Τόσο το κίνημα του Μαϊντάν όσο και αυτό του αντί-Μαϊντάν συνδύαζαν προοδευτικά και αντιδραστικά στοιχεία. Στο τέλος και στις δυο περιπτώσεις επικράτησαν τα αντιδραστικά. Όμως και τα δύο κινήματα εμπεριείχαν ένα στοιχείο γνήσιας εξέγερσης δυσαρεστημένων ανθρώπων ενάντια σε μια κυβέρνηση που δεν ενέκριναν –και πρέπει να υπερασπιστούμε αυτό το δικαίωμά τους.
Γιατί τόσος κόσμος στα ανατολικά αντιτάχθηκε στο Μαϊντάν;
Ήταν ένας συνδυασμός παραγόντων. Υπήρχε βέβαια ένα στοιχείο ανορθολογισμού, αλλά ο κόσμος εκεί είχε και κάμποσους πολύ ορθολογικούς λόγους να μην υποστηρίξει την Συμφωνία Σύνδεσης με την ΕΕ. Αν ζεις στη δυτική Ουκρανία και οι συγγενείς σου εργάζονται στην ΕΕ μπορείς να είσαι υπέρ της ενσωμάτωσης στην ΕΕ. Κάτι τέτοιο μπορεί να σου εξασφαλίσει πιο εύκολα βίζα για να ταξιδέψεις και να εργαστείς εκεί, ιδιαίτερα για τα μεσαία στρώματα και τους νέους.
Αν από την άλλη εργάζεσαι σε μια κρατική επιχείρηση ή βιομηχανία στην Ανατολική Ουκρανία που απευθύνεται κυρίως στη ρώσικη αγορά δεν θα ενδιαφερόσουν για σταθερές σχέσεις με την Ρωσία, χαμηλότερους δασμούς κλπ; Δεν λέω ότι τα συμφέροντα των εργατών στα δυτικά και τα ανατολικά είναι ανταγωνιστικά, αλλά οι αντιμαχόμενοι εθνικισμοί και ιμπεριαλισμοί τα έκαναν να φαίνονται ότι είναι αμοιβαία αποκλειόμενα. Αυτό ήταν το πρόβλημα.
Όμως, έχει ιδιαίτερη σημασία να κατανοήσουμε ότι ο κόσμος είχε ορθολογικούς λόγους να διαμαρτύρεται. Ναι, υπήρχε ανορθολογικός φόβος, μια υπερεκτίμηση του Δεξιού Τομέα. Τα ρώσικα ΜΜΕ έκαναν ιδιαίτερη προσπάθεια σε αυτή την κατεύθυνση, δημιουργώντας την εικόνα μιας «φασιστικής χούντας» κλπ. Αλλά ταυτόχρονα ο κόσμος δίκαια ξεσηκωνόταν ενάντια σε μια νέα, νεοφιλελεύθερη εθνικιστική κυβέρνηση.
Ένα χρόνο από την πτώση του Γιανούκοβιτς πιστεύεις ότι ο συνδυασμός της λιτότητας με τον πόλεμο έχει τη δυναμική να προκαλέσει μια έκρηξη ή ένα κίνημα διαμαρτυρίας;
Η πατριωτική υστερία δεν θα κρατήσει για πάντα. Το πιο προφανές παράδειγμα είναι ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Στην Ρώσικη Αυτοκρατορία ο πόλεμος ενάντια στην Γερμανία ήταν πολύ δημοφιλής αλλά σύντομα οι απλοί Ρώσοι άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι ο ρώσικος στρατός δεν μπορούσε να νικήσει τον γερμανικό που κατέλαβε τεράστιες εκτάσεις. Η υποστήριξη του πολέμου σχετίζεται άμεσα με πιθανότητες νίκης. Όσο περισσότερο διαρκεί κι όσο περισσότερο κοστίζει τόσο λιγότερο θα τον υποστηρίζει ο κόσμος και θα είναι πρόθυμος για θυσίες. Η οικονομική κατάσταση χειροτερεύει ραγδαία. Το πιο χτυπητό παράδειγμα είναι ο πληθωρισμός, οι μισθοί είναι παγωμένοι. Ο κατώτατος μισθός είναι ο ίδιος 1,218 γρίβνια, το 1/3 της ονομαστικής αξίας του πλέον σε πραγματικές τιμές. Τώρα το Μνημόνιο με το ΔΝΤ επιβάλλει αύξηση των τιμών στη κατανάλωση φυσικού αερίου και περικοπές στον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων. Όλα αυτά θα προκαλέσουν διαμαρτυρίες. Όμως το πιο σημαντικό ερώτημα είναι: ποιος θα ηγηθεί σε αυτές τις διαμαρτυρίες; Η άκρα δεξιά και οι λαϊκιστές θα κατορθώσουν να εκμεταλλευτούν τον εθνικισμό και τη κοινωνική δυσαρέσκεια ή θα εμφανιστεί μια αριστερή εναλλακτική λύση; Προς το παρόν η αριστερά είναι αδύναμη.
Ποια είναι η εκτίμησή σου για τον αντίκτυπο της κρίσης στην Αριστερά και για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει;
Είναι μια μεγάλη συζήτηση. Το μεγαλύτερο τμήμα της Αριστεράς έχει μετατραπεί σε υποστηρικτές της μιας ή της άλλης πλευράς. Σε τελευταία ανάλυση αυτό είναι αντανάκλαση και της αδυναμίας της εργατικής τάξης αλλά και της ταξικής ανάλυσης της Αριστεράς. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να εντοπίσουμε αυτά τα προβλήματα πίσω στη δεκαετία του ’60. Εχουμε την επιρροή της μεταμοντέρνας, φιλελεύθερης Αριστεράς που υποστηρίζει το Μαϊντάν στη βάση των «ευρωπαϊκών αξιών» και αυτού που μπορεί να ονομαστεί κινηματισμός. Η «αντιϊμπεριαλιστική» Αριστερά υποστηρίζει περισσότερο το αντι-Μαϊντάν, ακόμα και την Ρωσία ως ανταγωνιστή των ΗΠΑ.
Κι οι δυο θέσεις είναι εγκατάλειψη μιας ανεξάρτητης αριστερής πολιτικής. Αυτό που μας λείπει σε αυτό τον πόλεμο είναι μια ανεξάρτητη, αντικαπιταλιστική σοσιαλιστική θέση κι αυτή πρέπει να δημιουργήσουμε. Εκτυλίσσονται κάποιες πρωτοβουλίες, για παράδειγμα συμμετέχω σε μια που προσπαθεί να συγκροτήσει ένα νέο αριστερό κόμμα. Δεν θα είναι υπέρ ή ενάντια στο Μαϊντάν αλλά θα προσπαθήσει να μιλήσει για τα κοινά συμφέροντα των εργατών στη δυτική και ανατολική Ουκρανία. Συμμετέχουν αριστερά ριζοσπαστικά δίκτυα από το Κίεβο, την Οδησσό και άλλες πόλεις, αλλά επίσης και ανεξάρτητα συνδικάτα όπως του Κρίβιι Ρι, που είναι ένα μεγάλο βιομηχανικό κέντρο στην κεντρική Ουκρανία.
Θα δούμε αν τελικά θα κατορθώσουμε να συγκροτήσουμε μια ισχυρή αριστερή πολιτική δύναμη που θα μπορεί να παίξει έναν ανεξάρτητο ρόλο στις επερχόμενες διαμαρτυρίες.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι μια τέτοια ανεξάρτητη αριστερή ομάδα που προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στα ανατολικά και τα δυτικά θα μιλάει για το ρόλο της κυβέρνησης του Κιέβου στον πόλεμο ή θα περιοριστεί μόνο σε κοινωνικά και οικονομικά αιτήματα;
Αυτή είναι μια πολύ καλή ερώτηση για μας, επειδή το εθνικό ζήτημα είναι σημαντικό και εμείς στην ουκρανική Αριστερά κάναμε το λάθος να φετιχοποιήσουμε τα λεγόμενα κοινωνικά-οικονομικά θέματα, ξεχνώντας τα ζητήματα που έπαιξαν ρόλο στο να βγει ο κόσμος στο δρόμο. Δεν είχαμε μια ξεκάθαρη θέση για το εθνικό ζήτημα, το γλωσσικό, το ΝΑΤΟ, την ΕΕ ή την Ρωσία. Η πλειοψηφική άποψη ήταν ότι πρόκειται για ψευδο-ζητήματα κι ότι έπρεπε να επικεντρωθούμε στα κοινωνικά-οικονομικά ζητήματα. Πιθανότατα υπάρχουν κάποιοι που συνεχίζουν να βλέπουν τα πράγματα έτσι, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι αυτό είναι κάτι καλό.
Δεν μπορούμε να μένουμε σιωπηλοί για τέτοια προβλήματα. Κι επίσης είναι χαζό να παλεύεις μόνο για πολύ τοπικά αιτήματα όταν η χώρα ολόκληρη πάει κατά διαόλου. Ο Λένιν αποκαλούσε αυτή την στάση «οικονομισμό», τον τυπικό οικονομισμό μιας συνδικαλιστικού τύπου προσέγγισης. Έχουμε το πρόβλημα του πολέμου. Είναι το πιο σημαντικό ζήτημα στη χώρα και πρέπει να έχουμε μια ξεκάθαρη θέση. Και φυσικά αυτή η θέση δεν θα πρέπει να διχάζει τους εργάτες, χρειαζόμαστε μια θέση που να ενώνει την τάξη.

