“Τραγούδα δυνατά. Με το τραγούδι παίρνεις θάρρος και δύναμη. Αν μένεις σιωπηλός και φοβισμένος, γίνεσαι έρμαιο και σε σέρνουν εδώ και κει. Έχεις δει ποτέ τους απεργοσπάστες ή τους μπάτσους των αφεντικών να τραγουδάνε παρέα; Όχι, δεν τους έχεις δει. Γιατί όταν τραγουδάς το κάνεις για το φιλαράκι που βρίσκεται δίπλα σου – κι αυτό είναι κάτι που ούτε τα αφεντικά, ούτε οι μπάτσοι μπορούν να καταλάβουν».
Έτσι προλογίζει ο Ry Cooder το τραγούδι Strike (Απεργία) στο νέο του άλμπουμ My name is Buddy. Τρία χρόνια μετά το Chavez Ravine – την προηγούμενη δουλειά του που ήταν εμπνευσμένη από την αντίσταση των ισπανόφωνων κατοίκων μια παραγκούπολης έξω από το Λος Άντζελες ενάντια στους εργολάβους που γκρέμιζαν τις καλύβες τους για να κτιστεί ένα γήπεδο μπέιζμπολ – ο εξηντάχρονος Cooder μας ταξιδεύει στη ζωή και τους αγώνες της αμερικάνικης εργατικής τάξης τη δεκαετία του ’30.
Ο Red Cat Buddy είναι ένας κοκκινοτρίχης γάτος, περιπλανώμενος εργάτης. Στο δρόμο του συναντά ένα ποντικό, τον Lefty που είναι αριστερός συνδικαλιστής και ένα τυφλό βάτραχο, τον αιδεσιμότατο Tom Toad, που είναι κυνηγημένος από την Κου Κλουξ Κλαν και δηλώνει …άθεος. Οι τρεις τους ταξιδεύουν στις Πολιτείες των ΗΠΑ. Αντιμετωπίζουν τους ρατσιστές της Κλαν, χώνονται σε απεργιακές φρουρές μεταλλωρύχων, συγκρούονται με τους μπράβους των αφεντικών, περνούν το βράδυ τους φυλακισμένοι με απεργούς, βρίζουν τον κομμουνιστοφάγο αρχηγό του FBI Έντγκαρ Χούβερ, τραγουδούν για τους τροβαδούρους της εργατικής τάξης που έγιναν στόχος της καταστολής του καπιταλιστικού κράτους – τον Τζο Χιλ, τον Πολ Ρόμπσον, τον Πιτ Σίγκερ.
Ολο το άλμπουμ είναι ένας ύμνος στην αλληλεγγύη. Στο Strike ο δικαστής, βλέποντας ότι οι μπάτσοι από «υπερβάλλοντα ζήλο» έχουν κουβαλήσει και ένα κοκκινοτρίχη γάτο μαζί με τους απεργούς, αφήνει τον Buddy ελεύθερο. Αλλά αυτός δεν μπορεί να εγκαταλείψει τους φίλους του γιατί «οι εργάτες του συνδικάτου πρέπει να μένουν πάντα ενωμένοι». Στο Red Cat Till I Die (Κόκκινος Γάτος Μέχρι Να Πεθάνω) οι πράκτορες του FBI του ζητούν να καρφώσει που βρίσκονται οι δυο καταζητούμενοι φίλοι του. Τους απαντά:
Το τελευταίο τραγούδι στέλνει μήνυμα αισιοδοξίας: «Κάπου υπάρχει η φωτεινή πλευρά» που οι άνθρωποι έχουν δουλειά, αξιοπρέπεια, ειρήνη - και ο Buddy ορκίζεται ότι «δεν θα κουραστεί να παλεύει για την βρει»
Στο άλμπουμ κυριαρχεί ο ήχος της αμερικάνικης φολκ μουσικής. Πολλά από τα τραγούδια μοιάζουν σαν να βγαίνουν από τις κιθάρες του Γούντι Γκάθρι και του Λιντμπέλι. Αλλά όχι μόνο. Ο Ry Cooder πετυχαίνει ένα εξαιρετικό συνδυασμό της κάουντρι με τα αυθεντικά μπλουζ και τη νωχελική τζαζ του μεσοπολέμου, τους λατινοαμερικάνικους ρυθμούς με τη σόουλ της δεκαετίας του ’60. Οι μουσικοί του, ανάμεσά τους και ο βετεράνος των τραγουδιών διαμαρτυρίας του ’60, Πιτ Σίγκερ, είναι όλοι τους πολύ καλοί.
Ο Ry Cooder ήταν από τους καλύτερους μουσικούς που ανέδειξε η δεκαετία το ’70. Ηταν ο βασικός κιθαρίστας στα ιστορικά άλμπουμ των Rolling Stones “Sticky Fingers” και “Let it Bleed”. Oι προσωπικές του δουλειές “Paradise and lunch”(1974) και “Bop till you drop” (1978) χαρακτηρίστηκαν αριστουργήματα. To 1984 έγινε περισσότερο γνωστός με την εξαιρετική μουσική επένδυση της ταινίας «Παρίσι – Τέξας» του Βιμ Βέντερς. Τα τελευταία χρόνια διεκδικεί επάξια και τον τίτλο ενός από τους πιο αριστερούς αμερικάνους καλλιτέχνες. Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του έλεγε:
«Ο Κλίντον είχε φροντίσει να βάλει ένα ακόμα καρφί στο φέρετρο της εργατικής τάξης. Αλλά δεν συγκρίνεται με τους δειλούς, μπάσταρδους, πολεμοκάπηλους και φασίστες Ρεπουμπλικάνους που μας κυβερνούν τώρα… Αλλά δεν είμαι απελπισμένος. Ξέρω ότι δεν μπορείς να αποφύγεις αυτόν τον κόσμο. Πρέπει, όμως, να τον αναγνωρίσεις όπως είναι, για να προσπαθήσεις μετά να τον αλλάξεις».

