Η παραίτηση του υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, Μακάριου Λαζαρίδη, είναι ενδεικτική της έκτασης που έχει πάρει η κρίση πολιτικής αποσύνθεσης της κυβέρνησης της ΝΔ. Ο Λαζαρίδης δεν ήταν, απλά, ένας τυχαίος υφυπουργός που «πιάστηκε» να έχει έναν τίτλο σπουδών - κουρελόχαρτο από κάποιο «κολλέγιο» της πλάκας και να διορίζεται σε θέση υπουργείου που απαιτούσε πανεπιστημιακό τίτλο. Ήταν ο εισηγητής της ΝΔ και πρόεδρος στην εξεταστική - πλυντήριο της Βουλής, για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, που «έβγαλε λάδι» όλους τους εμπλεκόμενους υπουργούς και βουλευτές της ΝΔ και ανταμείφθηκε από τον Μητσοτάκη για αυτή τη «βρόμικη δουλειά» με τη θέση του υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, δηλαδή του πολιτικού προϊσταμένου του ΟΠΕΚΕΠΕ, στον ανασχηματισμό που ακολούθησε μετά την δεύτερη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Τώρα ο Μητσοτάκης ήταν αναγκασμένος να «βάζει μπροστά» την Ντόρα Μπακογιάννη για να ζητήσει την παραίτηση του Λαζαρίδη για να «διευκολυνθεί» ο ίδιος και η κυβέρνηση του και ο Λαζαρίδης από εκεί που δήλωνε, όλο ειρωνεία και «αυτοπεποίθηση», ότι «τον προσέλαβαν γιατί ήταν ωραίος», ότι «δεν είναι τεμπέλης σαν τους αριστερούς» και έχει και 15.000 ένσημα (!) από 30 χρόνια μισθωτής εργασίας καταλήγει να ζητάει από την Ντόρα να «φάει κανένα σοκολατάκι» και να «παίξει με τα εγγόνια της».
Όμως, το σκάνδαλο με το πτυχίο Λαζαρίδη δείχνει και το πόσο δίκιο έχει ο κόσμος που πάλευε και παλεύει ενάντια στην «αξιολόγηση» στο Δημόσιο, στην ιδιωτικοποίηση των πανεπιστημίων και στις διαγραφές φοιτητών.
Ο Λαζαρίδης ήταν «προσωπικός φίλος» του Μητσοτάκη, στέλεχος της ΟΝΝΕΔ και της ΝΔ από τα μαθητικά του χρόνια. Το 2007, με κυβέρνηση Καραμανλή, αυτός που τώρα «ανησυχεί για την κρίση των θεσμών», τοποθετείται σε οργανική θέση «ειδικού επιστήμονα» στη Γενική Γραµµατεία Νέας Γενιάς µε απόφαση της τότε υπουργού Παιδείας Μαριέττας Γιαννάκου. Ήταν η περίοδος 2006 - 2007 που το τεράστιο κίνημα των φοιτητικών καταλήψεων τσάκισε τον Καραμανλή και τη Γιαννάκου και την τότε προσπάθεια ιδιωτικοποίησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ένα κίνημα που διεκδικούσε δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση για όλους σε όλες τις βαθμίδες κόντρα στις περικοπές εισακτέων και στα ιδιωτικά «κολλέγια». Το τι είδους «πτυχία» ήθελε η ΝΔ, και τότε και τώρα, φάνηκε στο διορισμό Λαζαρίδη.
Το «πρόβλημα» για την Γιαννάκου ήταν ότι η θέση για τον Λαζαρίδη απαιτούσε πανεπιστημιακό πτυχίο και ο Λαζαρίδης δεν το είχε. Αυτή τη «λεπτομέρεια» την «διορθώνουν» με ένα «πτυχίο» από το ελληνικό παράρτημα κάποιου «College of Southeastern Europe» με έδρα την πολιτεία του Ντέλαγουερ στις ΗΠΑ. Στην πραγματικότητα, ήταν μία «βεβαίωση σπουδών» από ένα «εργαστήριο ελευθέρων σπουδών», από τόσα που λειτουργούσαν εκείνη την περίοδο, χωρίς κανέναν κρατικό έλεγχο και χωρίς να έχουν καμία ακαδημαϊκή υπόσταση. Ακόμα ο ∆ΔΟΑΤΑΠ (πρώην ΔΙΚΑΤΣΑ) βεβαίωσε ότι δεν υπάρχει καμία καταγραφή του συγκεκριμένου στα αναγνωρισμένα πανεπιστήμια. Τέτοια «ιδρύματα» ήθελε και θέλει να μετατρέψει σε πανεπιστήμια η ΝΔ. Αλλά, ακόμα και αυτό το «πτυχίο» ήταν πλαστό. Η ημερομηνία αποφοίτησης, μετά από δήθεν 4 χρόνια σπουδών, ήταν η Κυριακή (!) 7 Ιουνίου του 1992 ενώ από τον Ιούλιο του 1991 μέχρι τον Απρίλιο του 1993, όπως δήλωνε ο ίδιος, υπηρετούσε στο στρατό και το συγκεκριμένο «κολλέγιο» ιδρύθηκε το 1991. Τέτοιο θράσος!
Με αυτό το «πτυχίο», τον Απρίλιο του 2013 διορίζεται «σε θέση ειδικού συμβούλου, µε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, που µπορεί να ανανεώνεται ανά εξάµηνο στη «Γενική Γραμματεία Ισότητας» µε αποδοχές και κατηγορία ΠΕ (Πανεπιστηµιακής Εκπαίδευσης) και τον Ιούνιο του 2013 μετακινείται στο γραφείο Τύπου και ∆Δηµοσίων Σχέσεων του υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθµισης, µε υπουργό τότε τον «προσωπικό φίλο» του, Κυριάκο Μητσοτάκη. Πέρα από το σκάνδαλο της μισθοδοσίας του, ήταν η εποχή που ο Μητσοτάκης άνοιγε το ζήτημα της «αξιολόγησης» και του ελέγχου των «πλαστών πτυχίων» στο Δημόσιο.
Έγραφε, η Τιάνα Ανδρέου στην Εργατική Αλληλεγγύη, το 2018, «η σκληρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε από τους δικαστές η καθαρίστρια από το Βόλο ήταν πράγματι σοκαριστική. Όμως ο νόμος με βάση τον οποίο καταδικάστηκε, συνδέεται με τη διαδικασία που εφαρμόστηκε στο δημόσιο πριν από 4 περίπου χρόνια για τον “έλεγχο της γνησιότητας δικαιολογητικών” και φέρει την υπογραφή του τότε υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης Κυριάκου Μητσοτάκη. Ήταν η περίοδος που η κυβέρνηση των Σαμαροβενιζέλων, έψαχνε τρόπους να αρχίσει τις απολύσεις Δημοσίων Υπαλλήλων μέσα από δύο τρόπους: με τη γνωστή κακόφημη αξιολόγηση του Κυριάκου που πήγε άπατη και με την προσθήκη “ειδικού πειθαρχικού παραπτώματος” στον Υπαλληλικό Κώδικα όπου ειδικά το παράπτωμα της νοθείας ή παραποίησης εγγράφου, αποτελεί “… πειθαρχικό παράπτωμα διαρκούς χαρακτήρα”. Έτσι λοιπόν ξεκίνησε μία ολόκληρη εκστρατεία νόμου και ηθικής και απολύθηκαν – άγνωστο πόσοι- Δημόσιοι Υπάλληλοι με συνοπτικές διαδικασίες, διαγράφτηκαν από το μητρώο ΔΥ και σβήστηκαν τα ένσημά τους, ενώ ήρθαν αντιμέτωποι και με το ποινικό σκέλος της διαδικασίας. Στις περισσότερες περιπτώσεις το “έγκλημα” ήταν η παραποίηση του βαθμού απολυτηρίων Δημοτικού ή Λυκείου για να καταφέρουν να πληρούν τα ακατανόητα κριτήρια του ΑΣΕΠ. Σε αυτές τις περιπτώσεις ήταν πολύ εύκολο να γίνει η ανεύρεση του πρωτότυπου απολυτηρίου από τα σχολεία, ενώ αντίθετα δεν μπορούσε να αποδειχτεί η γνησιότητα πτυχίων και μεταπτυχιακών τίτλων από ιδιωτικά πανεπιστήμια και κολλέγια του εξωτερικού που πουλάνε κυριολεκτικά πτυχία και μάλιστα πολύ ακριβά».
Σκάνδαλα
Το ίδιο προσπαθεί να κάνει ο Μητσοτάκης και σήμερα και το σκάνδαλο Λαζαρίδη είναι μία, ακόμα, «σφαλιάρα» στην κυβέρνηση των πλαστογράφων και της ρεμούλας. Ο Μητσοτάκης είναι αναγκασμένος να κάνει ανασχηματισμούς κάθε δεύτερη βδομάδα, να έχει δεκάδες βουλευτές και πρώην υπουργούς μπλεγμένους με δικογραφίες για σκάνδαλα, από τα Τέμπη μέχρι τον ΟΠΕΚΕΠΕ και άλλους τόσους υπό «παρακολούθηση» από την ΕΥΠ και το «predator». Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα, «μόνο», κάποιων «λαγωνικών» της αντιπολίτευσης ή κάποιων δημοσιογράφων ή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αλλά, κυρίως, των αγώνων και της οργής του κόσμου απέναντι στη κυβέρνηση. Επειδή, ακριβώς, υπάρχει αυτό το υπόβαθρο, μπορούν και να βγαίνουν στην «επιφάνεια» τα σκάνδαλα της ΝΔ που όχι μόνο δεν μπορεί να τα «κουκουλώσει» αλλά και να παίρνουν «ανεξέλεγκτες» διαστάσεις.
Η κυβέρνηση εκεί που έδινε «διαπιστευτήρια» στην άρχουσα τάξη ως «παράγοντας πολιτικής σταθερότητας» είναι τώρα ο κύριος παράγοντας της «πολιτικής αστάθειας». Κάθε κομμάτι που βγαίνει να συγκρουστεί με την κυβέρνηση ξέρει ότι έχει απέναντι του μία κυβέρνηση τόσο διεφθαρμένη που ο κάθε «αρμόδιος» υπουργός είναι εν δυνάμει υποψήφιος να δει το όνομα του σε μία επόμενη δικογραφία. Τα πρόσφατα υπονοούμενα του (διαγραμμένου από τη ΝΔ) βουλευτή Σιαλμά για επερχόμενες δικογραφίες στο ΕΣΥ του Γεωργιάδη, οι δηλώσεις για «ανταρσίες» βουλευτών της ΝΔ στη ψήφιση για την άρση της ασυλίας όσων βουλευτών της ΝΔ υπάρχουν στη δεύτερη δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, οι επιθέσεις Γεωργιάδη και Βούλτεψη για «αναξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας» δείχνουν μία κυβέρνηση σε αποδόμηση.
Αυτό φάνηκε και στη συζήτηση στη Βουλή, την Πέμπτη 16 Απρίλη, για το «κράτος δικαίου». Ο Μητσοτάκης, πίσω από την αλαζονεία και τα τετριμμένα επιχειρήματα περί «τοξικότητας της αντιπολίτευσης», «διαχρονικές παθογένειες» και άλλα τέτοια, ξέρει ότι δεν θα μπορεί να ελέγξει ούτε τους βουλευτές του. Η αναφορά για εκλογές το 2027 και η πρόταση στην αντιπολίτευση για «να κάνουμε πραγματικά μια θεσμική φυγή προς τα εμπρός και να θέσουμε ζητήματα Συνταγματικής Αναθεώρησης που έχουν να κάνουν με κρίσιμες θεματικές» είναι προσπάθεια να «κερδίσει χρόνο» για να πείσει την άρχουσα τάξη ότι μπορεί να «ανακάμψει».
Αυτό τον «χρόνο» του τον «δίνει» απλόχερα η αντιπολίτευση. Τα «όριά» της φάνηκαν και στη Βουλή. Ενώ ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά «κατακεραύνωναν» τον Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του για τα σκάνδαλα, την ίδια στιγμή δεν τολμούσαν να πουν τίποτα για τις «ρίζες» αυτών των σκανδάλων. Είναι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ μόνο η «κακοδιαχείριση» των ευρωπαϊκών κονδυλίων ή η εξάρτηση της αγροτικής παραγωγής από την ΚΑΠ της ΕΕ προς το συμφέρον των λίγων και μεγάλων του «αγροτοδιατροφικού τομέα»; Χρειάζεται μία άλλη «αξιολόγηση» η δουλειά των δημοσίων υπαλλήλων ή πρέπει ο έλεγχος της λειτουργίας του δημόσιου τομέα να περάσει στα χέρια αυτών που τον δουλεύουν; Χρειαζόμαστε μία ΚΥΠ που να επιτελεί «πραγματικά το εθνικό της καθήκον της» ή είναι μία «μυστική σφηκοφωλιά» του «βαθέως κράτους»; Και δεν είναι «μόνο» η κριτική μέσα στα «όρια των θεσμών» είναι και ότι το αίτημα για «εκλογές τώρα για να φύγει η ΝΔ» καταντάει να είναι «κάλεσμα» για το πότε θα το αποφασίσει ο Μητσοτάκης με όλα τα αδιέξοδα του.
Ο κόσμος θέλει από την αντιπολίτευση να σταματήσει να ασχολείται μόνο μέσα στους τέσσερις τοίχους της Βουλής και να περιμένει την προκήρυξη των εκλογών. Θέλει να οργανώσει εδώ και τώρα την ανατροπή της.Παρόλα αυτά όσο η δύναμη του ΚΚΕ μεγαλώνει μέσα στα συνδικάτα, τις Ομοσπονδίες, στην ΑΔΕΔΥ και πρόσφατα στη ΓΣΕΕ τόσο περισσότερο «τραβάει χειρόφρενο» στους αγώνες. Η «πρωτιά» του ΚΚΕ στους εκπαιδευτικούς, στους γιατρούς στα νοσοκομεία, στους φοιτητικούς συλλόγους δεν σημαίνει και «πρωτιά» στους αγώνες για να τα πάρει όλα πίσω η κυβέρνηση και να πέσει με πάταγο.
Αυτό το καθήκον δεν περνάει μέσα από την «κοινοβουλευτική» Αριστερά αλλά από την «εξωκοινοβουλευτική». Από την Αριστερά που δεν «λογοδοτεί» στους εθνικούς και ευρωπαϊκούς «θεσμούς», ούτε ψάχνει τις δικαιολογίες των «αρνητικών συσχετισμών». Γιατί η δύναμη μας είναι έξω από το κοινοβούλιο: στους χώρους δουλειάς, στις σχολές, στους δρόμους.

