Κάθε ρεκόρ φαίνεται ότι πάει να σπάσει φέτος ο Τουρισμός στην Ελλάδα, με βάση τα στοιχεία των τελευταίων μηνών, ακόμα και σε σχέση με το 2019 που καταγράφηκε ως η πιο επιτυχημένη χρονιά στον κλάδο. Το ρεκόρ αφορά σε μικρότερο βαθμό στην προσέλευση των τουριστών. Αυτό που έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο είναι τα κέρδη. Και όλα αυτά μέσα σε νέα, παγκόσμια έξαρση της πανδημίας, με τον πόλεμο στην Ουκρανία να συνεχίζει να σκορπά τον θάνατο, με τις τιμές της ενέργειας και τον πληθωρισμό να καλπάζουν. Το «θαύμα του Τουρισμού», όπως το περιγράφουν με ενθουσιασμό οι απολογητές της κυβερνητικής πολιτικής, δεν επετεύχθη από τα σωστά επιχειρηματικά πλάνα, αλλά από τη βαρβαρότητα της κυβέρνησης και των αφεντικών, που τους επιτρέπει και στις δυσμενέστερες συνθήκες να βγάζουν ακόμα περισσότερα κέρδη.
Η κλασική αφήγηση είναι ότι «όλοι έχουμε συμφέρον» από την επιτυχημένη πορεία του Τουρισμού. Οι επιχειρήσεις έχουν κέρδη, οι εργαζόμενοι έχουν δουλειές και όλοι/ες στην Ελλάδα επωφελούνται από τα κρατικά ταμεία που γεμίζουν με τα λεφτά που ξοδεύουν οι τουρίστες μέσω φορολογίας. Μέσα σε αυτή τη δύσκολη οικονομική συγκυρία, θα πάρουμε ανάσα από τη «βαριά μας βιομηχανία», λένε. Πέρα από τα κέρδη των επιχειρήσεων, για την εργατική τάξη και την τεράστια πλειοψηφία αυτό το «βάρος» είναι ασήκωτο.
Πρώτα απ’ όλα για τους εργαζόμενους στον Τουρισμό και τον Επισιτισμό. Με τις 60.000 κενές θέσεις εργασίας -που δεν κρύβονται-, το επιχείρημα για δημιουργία θέσεων εργασίας πάει περίπατο. Τα μεγάλα αφεντικά του κλάδου δεν θέλουν να καλύψουν αυτές τις θέσεις, αντίθετα οι απολύσεις κυριάρχησαν την προηγούμενη περίοδο. Κάλυψουν μόνο ένα μέρος του κενού από ακόμα πιο ευέλικτους εργαζόμενους. Το προσωπικό που παραμένει, με τους ίδιους μισθούς -ή χειρότερους μέσω του προγράμματος Συνεργασία-, δουλεύει σε εξοντωτικούς ρυθμούς εντατικοποίησης, κάνοντας διπλή δουλειά.
Αθλιες συνθήκες
Η «υποχρεωτική» Συλλογική Σύμβαση, που ούτως ή άλλως δεν καλύπτει τις ανάγκες, εφαρμόζεται μόνο στο 10% των εργαζόμενων του κλάδου. Κανόνας είναι οι παράτυπες ατομικές συμφωνίες με τους εργαζόμενους που θα δουλεύουν σεζόν για λίγα λεφτά, διαμένοντας σε τρώγλες, χωρίς ούτε ένα ρεπό για μήνες. Στις πλάτες τους χτίζεται αυτό το «θαύμα».
Όσο για τα κρατικά ταμεία, όσο και να γεμίσουν, ο σχεδιασμός δεν είναι αυτά τα λεφτά να καλύψουν τις κοινωνικές ανάγκες. Η κυβέρνηση τα έχει τάξει ήδη στους επενδυτές με φοροαπαλλαγές και πακέτα στήριξης, με ιδιωτικοποιήσεις-ξεπουλήματα και στους εργολάβους που θα πληρώνει διπλά σε σχέση με το κόστος των συμβασιούχων που απολύει σε νοσοκομεία και δήμους. Και μόνο τα εξοπλιστικά προγράμματα για τις πολεμοκάπηλες μπίζνες της ελληνικής άρχουσας τάξης φτάνουν για να αδειάσουν τα ταμεία.
Ταυτόχρονα αυτή η διαχείριση του τουρισμού γίνεται υγειονομική βόμβα μεγατόνων. Δεν υπάρχει κανένα «δημόσιο συμφέρον» που να δικαιολογεί ότι στις τουριστικές περιόδους καταργούνται υγειονομικά πρωτόκολλα που με αλόγιστη βία προσπαθούσε η κυβέρνηση να επιβάλλει, όταν ήθελε να περάσει αντεργατικά μέτρα. Αποκορύφωμα είναι το πρόσφατο ΦΕΚ, σύμφωνα με το οποίο ουσιαστικά καταργείται η καραντίνα σε τουρίστες που βγαίνουν θετικοί και με μόνη προστασία τη χρήση μάσκας θα μπορούν να μετακινούνται παντού, με πλοίο, αεροπλάνο και οποιοδήποτε άλλο μέσον. Ούτως ή άλλως, δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο για να διαχειριστεί την ιχνηλάτιση και προφανώς οι ξενοδόχοι έχουν κάθε συμφέρον να αποσιωπούν τα κρούσματα. Έτσι φτάσαμε στη Μύκονο η θετικότητα να ξεπερνάει το 50%, με αντίστοιχα μεγάλα νούμερα σε πολλά τουριστικά νησιά.
Χωρίς αμφιβολία, εργαζόμενοι θετικοί στον κορονοϊό θα συνεχίζουν στα πόστα τους μέχρι να πέσουν κάτω και χωρίς να υπάρχει επιπλέον προσωπικό να τους καλύψει. Οι δημόσιες υγειονομικές δομές, που είναι ήδη υπό κατάρρευση λόγω υποστελέχωσης, δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε ένα νέο κύμα covid, ειδικά στα νησιά. Κι εδώ το «βάρος» του Τουρισμού πέφτει στη μεγάλη πλειοψηφία: Από τους υγειονομικούς που καλούνται να διαχειριστούν ακόμα μεγαλύτερο όγκο περιστατικών και με τις άδειές τους, τόσο αναγκαίες μετά από δύο χρόνια πανδημίας, να είναι στον αέρα για να καλύψουν συναδέλφους τους που νοσούν με covid. Μέχρι τους ασθενείς, covid και μη, ντόπιους και τουρίστες, που δεν θα μπορούν να εξυπηρετηθούν με κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή. Ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού που δεν μπορεί να πληρώσει ιδιωτικές κλινικές κινδυνεύει να αποκλειστεί πλήρως από οποιαδήποτε περίθαλψη.
Πληρώνουμε ακριβά
Αυτόν τον τουρισμό τον πληρώνουμε ακριβά και στην κυριολεξία, καθώς τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται με κέντρο τα «μεγάλα πορτοφόλια». Χτίζουν ασταμάτητα με γνώμονα τα κέρδη, ακόμα και αν αυτό καταλήγει εις βάρος του περιβάλλοντος και των αναγκών μιας περιοχής, ενώ ιδιωτικοποιούν και δημόσιους ελεύθερους χώρους. Πολλοί τουριστικοί προορισμοί -ακόμα και παραλίες- είναι απαγορευτικοί για τους περισσότερους, όσο βαθιά κι αν βάλουν το χέρι στην τσέπη. Μια περιουσία, με βάση τα οικονομικά της πλειοψηφίας, θα χρειαστεί για λίγες ημέρες διακοπών. Τα πολυδιαφημισμένα προγράμματα με το προκλητικό όνομα «Τουρισμός για όλους» είναι πραγματικά για λίγους, μόνο 200.000 δικαιούχοι, με ενίσχυση το αστείο ποσό των 150 ευρώ για δαπάνες μόνο διαμονής.
Όσο πιο βαριά η βιομηχανία, τόσο μεγαλύτερη η δύναμη της εργατικής τάξης που της γυρνάει τα γρανάζια. Οι εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι στον Τουρισμό και τον Επισιτισμό έχουν τη δύναμη να ορίσουν έναν από τους σημαντικότερους τομείς της οικονομίας της χώρας. Η οργάνωση όλων στα τοπικά συνδικάτα του κλάδου είναι το αντίδοτο στον κατακερματισμό που προσπαθούν με νύχια και με δόντια να επικρατήσει.
Ο πανελλαδικός συντονισμός όλων σε μια μεγάλη πανελλαδική απεργία θα δώσει τη δυνατότητα να εκφραστεί η οργή και η μαχητικότητα όλων των εργαζόμενων και να τους γεμίσει αυτοπεποίθηση για τη συνέχεια. Οι καμαριέρες, οι σερβιτόροι και οι διανομείς μπορούν να μας απαλλάξουν από το βάρος του θαύματος του Τουρισμού και να εξασφαλίσουν τουρισμό πραγματικά για όλους. Για το «δημόσιο συμφέρον» λοιπόν, χρειάζεται να τους στηρίξουμε όλοι και όλες, κατεβαίνοντας με τα σωματεία μας στον δρόμο απεργιακά μαζί τους, στις 13/7 στην Αθήνα και στη συνέχεια.

