Όχι άλλες ιστορικές λαθροχειρίες. Η Νύχτα των Κρυστάλλων του κ. Χρυσοχοϊδη

Η κουκούλα ως πρόφαση του αντισημιτισμού

Κατά καιρούς στον εμπορικό τύπο επαγγελματίες και μη γραφιάδες ξιφουλκούν εναντίον αόρατων εχθρών. Μετά τη νεανική εξέγερση του περυσινού Δεκέμβρη οι πένες του εμπορικού συστήματος πληροφόρησης απέκτησαν έναν επιπλέον στόχο. Ο νέος αποδέκτης των επιθέσεών τους είναι οι νεαροί με τις κουκούλες. Και δεν αρκούνται μόνο στην εξωτερίκευση της απαρέσκειάς τους απέναντι σε αυτά που πρεσβεύουν και ακόμη περισσότερο σε αυτά που πράττουν οι διαβόητοι «κουκουλοφόροι», αλλά επιχειρούν και να τους δαιμονοποιήσουν. Εκείνο, όμως, που ενοχλεί αφάνταστα είναι η χωρίς φειδώ χρήση των προπαγανδιστικών μέσων. Έτσι δε διστάζουν ακόμη και να καταλογίσουν ευθύνες για τη διάχυση της βίας σε τμήματα της διανόησης της χώρας, τα οποία, ωστόσο, δεν κατονομάζουν.

Μέσα σε αυτά τα θερμοκήπια των γενικεύσεων και της σύγχυσης εκκολάπτονται οι ιδεολογικοί και κοινωνικοί στιγματισμοί που έχουν από καιρού εγκαταλείψει τα κράσπεδα της κοινωνίας και κινούνται ανεμπόδιστα προς τον πυρήνα της. Διάφορα μικροπονήματα ανέξοδης αγανάκτησης ενισχύουν ακόμη περισσότερο αυτή την τάση. Στην ίδια κατεύθυνση του στιγματισμού του αντιπάλου κινούνται και οι μάστορες του είδους, οι πολιτικοί. Μετά τον περασμένο Δεκέμβρη ανακάλυψαν και αυτοί έναν νέο βολικό εχθρό. Εκείνα τα τμήματα της σύγχρονης νεολαίας που δεν αρκούνται στο μηρυκασμό έτοιμων και εύπεπτων αντιλήψεων για τον κόσμο και τη ζωή. Τη ζωή τους.

Η «έκρυθμη» κατάσταση στο χώρο της νεολαίας δεν αφήνει ασυγκίνητο κανέναν πολίτη που ανησυχεί για το μέλλον του τόπου και της νέας γενιάς. Στις προσεγγίσεις, ωστόσο, του φαινομένου, διχάζονται τα πνεύματα.

Υπάρχουν δύο είδη ρητορείας απέναντι στο φαινόμενο. Η μια που αποδέχεται άκριτα και υπερθεματίζει σε κάθε εκδήλωση και πράξη της νεανικής αντίδρασης, η άλλη που καταδικάζει και δαιμονοποιεί κάθε ανησυχία. Και στις δύο περιπτώσεις δε λείπουν οι ακρότητες στους χαρακτηρισμούς και ο υπερβάλλων ζήλος. Από το σημείο τούτο αρχίζουν και μια σειρά σοβαρότατων προβλημάτων.

Απαξίωση

Για παράδειγμα η υποτιθέμενη πολιτική πυγμής του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη κορυφώθηκε επικοινωνιακά στη ρητορεία περί «Νύχτας των Κρυστάλλων». Ο υπουργός Μιχάλης Χρυσοχοϊδης δεν είναι ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που στραπατσάρει την ιστορική μνήμη για να πετύχει τη μέγιστη δυνατή απαξίωση των αντιπάλων του.

Το φαινόμενο δεν είναι μοναδικό, ούτε και προνόμιο της πολιτικής τάξης στη χώρα. Και άνθρωποι της διανόησης αρέσκονται σε παρόμοιες ρητορείες και χαρακτηρισμούς όταν αναφέρονται στο φαινόμενο.

Πρόσφατο παράδειγμα ένα άρθρο του Κώστα Γεωργουσόπουλου με τον τίτλο «Περί σημαιολογίας» [ΤΑ ΝΕΑ, Σαββατοκύριακο 12-13 Δεκεμβρίου 2009] στο οποίο ο συγγραφέας δεν αρκείται στην κατακεραύνωση των νέων που κατέβασαν την ελληνική σημαία στο πανεπιστήμιο και στη θέση της ανάρτησαν μια κοκκινόμαυρη με το Α της αναρχίας, αλλά αποδίδει και τις ευθύνες για το φαινόμενο σε κάποιους «θεωρητικούς» που «ονόμαζαν και ανέλυαν τα έθνη κατασκευές, τα κράτη μηχανές βίας και την ιστορία των λαών σενάριο φανταστικού σήριαλ». Ο αγανακτισμένος πολίτης Κ. Γεωργουσόπουλος αποκαλύπτει τον αποδιοπομπαίο τράγο της υπόθεσης, ωστόσο δεν κατονομάζει τους συγκεκριμένους «θεωρητικούς», ούτε τα έργα τους.

Και συνεχίζει ακάθεκτος: «Αυτές οι απόψεις πέρασαν στα αμφιθέατρα, στα σχολικά εγχειρίδια και στη μαζική νάρκωση του πληθυσμού με πολιτισμικά προϊόντα των παρακμασμένων κρατών [sic] που εγκαινίαζαν την κουλτούρα της εμπορευματικής συναλλαγής στο παγκόσμιο χρηματιστήριο των ναρκωτικών, της αγελαίας διασκέδασης, της ομοιομορφίας, της αλαλίας και των κραυγών, του ωμού εργαλειακού σεξ και της απαξίωσης μετά βδελυγμίας της παράδοσης, της μεγάλης τέχνης, της ποίησης, των τεχνών».

Το επιτηδευμένο ύφος του συγκεκριμένου γλωσσικού χυλού δεν μπορεί να φενακίσει τα συντηρητικά φοβικά σύνδρομα του αρθρογράφου, ούτε και το σύμπλεγμα εθνικής μειονεξίας συγκαλύπτεται με τους φαιδρούς ισχυρισμούς περί «παρακμασμένων κρατών».

Η λεκτική ακράτεια του κ. Γεωργουσόπουλου κορυφώνεται στην καταγγελία για την υποτιθέμενη παρεκτροπή και στο χώρο των τεχνών, με αναφορές στην «παιδοφιλία, αιμομιξία, τρέλλα?», στις «? μανιοκαταθλιπτικές πράξεις περιθωριακών?» και στους «δημόσιους «καλλιτεχνικούς» αυνανισμούς, πεολειχίες και πρωκτορρηξίες!!» Άφεριμ?

Στο στόχαστρο, φυσικά, δεν βρίσκονται τα «τσιμπούκια» που πλασάρονται ως τέχνη, αλλά η μεταπολίτευση και οι συνδηλώσεις που συνόδευσαν διάφορες πολιτικές, κοινωνικές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις της συγκεκριμένης περιόδου.

Ο πραιτοριανός του δημόσιου λόγου δεν ενδιαφέρεται να ερμηνεύσει και να κατανοήσει, ούτε και να επικρίνει τούτες τις τάσεις και τα αντίστοιχα φαινόμενα που τις συνοδεύουν, αλλά να στιγματίσει τους φορείς τους, τους οποίους κρατάει στην ανωνυμία. Και επιχειρεί να στιγματίσει τις αντίθετες ιδέες ολοκληρωτικά. Έτσι ανακαλύπτει ακόμη και εκλεκτικές συγγένειες της «κουκούλας» με τον νατσισμό του Αδόλφου Χίτλερ. Ή ακριβέστερα τις υπαινίσσεται.

Ο «σημειολόγος» και «σημαιολόγος» των «ΝΕΩΝ» εντοπίζει τούτη τη σχέση στα χρώματα της σημαίας που ανάρτησαν οι «κουκουλοφόροι» στο πανεπιστήμιο: «Πρώτη φορά την είδαμε να κυματίζει τη σημαία αυτή, διαγωνίως μισή κόκκινη μισή, μαύρη, μισή κομμουνισμός, μισή ναζισμός, μελανέρυθρη. Οι δύο μεγάλες αυταπάτες του 20ου αιώνα».

Λαθροχειρία

Εδώ ο κ. Γεωργουσόπουλος προβαίνει σε μια κομψή λαθροχειρία. Μετατρέπει τους «Braunen σε Schwarzen» για να εξυπηρετήσει καλύτερα το στόχο του: τον ιδεολογικό στιγματισμό των νεαρών αναρχικών. Προφανώς και δεν υφίσταται καμία σχέση με τους Νάτσι και τον Α. Χίτλερ. Αλλά ποιος νοιάζεται για τέτοιες λεπτομέρειες. Ούτως ή άλλως ο πραγματικός στόχος του δεν είναι καν οι ατίθασοι νεαροί και η παραβατική πολιτική συμπεριφορά τους, αλλά οι ακατανόμαστοι πανεπιστημιακοί.

Εκείνο που θα πρέπει να μας ανησυχεί στην προκειμένη περίπτωση είναι η προσπάθεια συνολικής δαιμονοποίησης της θεωρίας και η απροσχημάτιστη λεκτική βία που διαποτίζει όλο το κείμενο του κ. Γεωργουσόπουλου, ο οποίος ως υπέρτατος κριτής δίνει εντολή στον Προκρούστη του νου του να ακρωτηριάσει το περιβάλλον στο οποίο ξεδιπλώνεται η γνώση.

Ο παραληρηματικός οίστρος του συγγενεύει με την προπαγανδιστική ρητορεία περί Νύχτας των Κρυστάλλων του Μιχάλη Χρυσοχοϊδη. Ο κ. Γεωργουσόπουλος - άνθρωπος των γραμμάτων και του πολιτισμού - δεν ταυτοποιεί απλώς τους νεαρούς ως μισοκομμουνιστές και μισονάτσηδες, αλλά προσδιορίζει και τον κομμουνισμό και τον νατσισμό ως δύο αυταπάτες: «Οι δύο μεγάλες αυταπάτες του πολιτισμού του 20ου αιώνα».

Πρόκειται για έναν πολύ ευρηματικό τρόπο να «εξομαλυνθεί» ιστορικά το φαινόμενο του νατσισμού. Ο τελευταίος δεν ήταν παρά «αυταπάτη του πολιτισμού». Η βιομηχανία εξόντωσης εκατομμυρίων ανυποψίαστων ανθρώπων ανάγεται σε μια αυταπάτη. Εκείνοι δηλαδή που σχεδίασαν και «διεκπεραίωσαν» το Ολοκαύτωμα δεν είχαν επίγνωση του εγκλήματος που διέπρατταν, απλώς ήταν θύματα της αυταπάτης τους. Τόσο απλά.

Τούτη η χονδροειδέστατη ψευδοεγελιανή ερμηνεία ακυρώνει τη μοναδικότητα του νατσιστικού φαινομένου και κυρίως του εγκλήματος των εγκλημάτων, του Ολοκαυτώματος. Αφήνει επίσης αναπάντητα πολλά ερωτήματα αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται διάφορες πλευρές των κυρίαρχων ελίτ στη χώρα μας τούτη την φρικτή στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας. Οι τυμβωρυχίες αυτού του είδους είναι ακόμη πιο επικίνδυνες και από την ίδια την ανοικτή αμφισβήτηση του Ολοκαυτώματος.

Η σύγχυση, σκόπιμη ή μη, είναι η φωλιά στην οποία επωάζονται τα αυγά του φιδιού. Οι συγκρίσεις με τη Νύχτα των Κρυστάλλων δεν είναι μήτε τυχαίες, μήτε ακραίες, αντιθέτως αφορούν έναν τύπο χλιαρής ιστορικής μνήμης που ολισθαίνει με μεγάλη ευκολία προς τον αντισημιτισμό. Μόνο σε μια χώρα με ναρκωμένα τα ανακλαστικά στο φαινόμενο του αντισημιτισμού θα περνούσε σχεδόν απαρατήρητη μια παρόμοια δήλωση, όπως αυτή του υπουργού Προστασίας του Πολίτη.

Η σύγκριση, ακόμη και των πιο βίαιων νυχτερινών επιδρομών των «κουκουλοφόρων» με τη Νύχτα των Κρυστάλλων αποτελεί προσβολή στη μνήμη των νεκρών του Άουσβιτς και των άλλων στρατοπέδων εξόντωσης.

Και για να προλάβω τυχόν ενστάσεις: Μόνο κάποιος αφελής αδυνατεί να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στην οργανωμένη βία που εξαπολύει ένα κράτος με όλους τους μηχανισμούς του εναντίον μιας ανυπεράσπιστης ομάδας του πληθυσμού από την περιστασιακή παραβατική πολιτική συμπεριφορά διάφορων νεανικών ομάδων - και ας είναι ενίοτε χιλιάδες.

Η Νύχτα των Κρυστάλλων ήταν ο προάγγελος του Άουσβιτς. Απομένει στον λαλίστατο υπουργό να μας κατατοπίσει για τη σχέση των «κουκουλοφόρων» με τη βιομηχανία εξόντωσης του Άουσβιτς.

Προφανώς βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακόμη αντισημιτική κακοήθεια, διότι και εδώ υποβαθμίζεται και αμφισβητείται εμπράκτως η μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος.

Όμηρος Ταχμαζίδης