Το “ισπανικό κεκτημένο” της ΕΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ

Σε ασφυκτικές περικοπές 65 δις ευρώ μέχρι το 2015 μεταφράστηκε η “νίκη” του Ραχόι, του πρωθυπουργού της Ισπανίας, στον “πόλεμο” ενάντια στην Μέρκελ.

Τυπικά, η Ισπανία απέφυγε το Μνημόνιο και την Τρόικα. Τυπικά, όμως, μόνο. Τώρα οι εργάτες και οι φτωχοί στην Ισπανία καλούνται να πληρώσουν τον λογαριασμό για τα κερδοσκοπικά παιχνίδια που έπαιξαν τα προηγούμενα χρόνια οι τραπεζίτες και οι κατασκευαστικές εταιρείες με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που πληρώνουμε και εμείς εδώ τα κατορθώματα των “δικών μας” τραπεζιτών, των “δικών μας” κερδοσκόπων. Και απαντάνε όπως και εμείς: με απεργίες, διαδηλώσεις, καταλήψεις, οδοφράγματα και μάχες με την αστυνομία.

Το πρόγραμμα που ανακοίνωσε ο Ραχόι μόλις επέστρεψε στη Μαδρίτη από τις Βρυξέλλες δεν διαφέρει ούτε κατά ένα χιλιοστό από τις αρρωστημένες συνταγές της Μέρκελ, του Ντράγκι και της Λαγκάρντ: “επανεξέταση” (δηλαδή περικοπή) των επιδομάτων ανεργίας -και αυτό σε μια χώρα όπου ένας στους τέσσερις εργαζόμενους δεν έχει δουλειά- κατάργηση του Δώρου Χριστουγέννων στο δημόσιο, απόλυση χιλιάδων εργαζομένων από τις τοπικές (περιφερειακές) διοικήσεις, αύξηση του ΦΠΑ από το 18% στο 21%, δραστική μείωση των δημόσιων υπηρεσιών και επιχειρήσεων μέσα από κλεισίματα και ιδιωτικοποιήσεις.

Τις προηγούμενες μέρες όλες σχεδόν οι εφημερίδες -από την Καθημερινή του Αλαφούζου μέχρι την Αυγή, την εφημερίδα του Συνασπισμού, προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι ο μεγάλος στόχος για την Ελλάδα θα ήταν να εφαρμοστούν και στην δική μας την περίπτωση αυτά που θα ισχύσουν για την Ισπανία: τα 50 δις της ανακεφαλαιοποίησης να πάνε κατευθείαν από τους Μηχανισμούς Στήριξης στις τράπεζες, χωρίς να προσμετρηθούν στο δημόσιο χρέος.

Αυτό, υποτίθεται, θα μας απάλλασσε από ένα χρέος της τάξης του 25% του ΑΕΠ και θα μείωνε την πίεση της Τρόικας για την πιστή εφαρμογή του μνημονίου. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατακεραύνωνε την κυβέρνηση γιατί ήταν, υποτίθεται, υποχωρητική απέναντι στην Μέρκελ και δεν διεκδικούσε, όσο πιεστικά θα μπορούσε, τα “αυτονόητα”.

Στην πραγματικότητα, όμως, η κυβέρνηση δεν έχει εγκαταλείψει ούτε την ιδέα, ούτε τον στόχο της ένταξης της Ελλάδας στη νέα συμφωνία. Απλά, ο στόχος αυτός, όπως φάνηκε και από την ίδια την Ισπανία, περνάει μέσα από την υλοποίηση των σκληρών περικοπών που απαιτεί η Τρόικα. Οι εφημερίδες που στηρίζουν την κυβέρνηση έτρεξαν να συγχαρούν τον Στουρνάρα για την συνετή του στάση στις Βρυξέλλες: “Ευτυχώς, ο νέος υπουργός Οικονομικών...” γράφει ο Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος στο Έθνος, “απέφυγε να κάνει έστω και νύξη σχετικά με την επιμήκυνση και την επαναδιαπραγμάτευση των δανειακών μας υποχρεώσεων. Ήταν μια στάση που απέδειξε ότι, αν μη τι άλλο, ξέρει πώς να κάνει τη δουλειά του και ότι γνωρίζει πως σ' αυτού του είδους τις διαπραγματεύσεις πρέπει πρώτα ν' αποδειχθείς συνεπής και μετά να επιχειρήσεις να εξαργυρώσεις τη συνέπειά σου...”

Άλλη όψη

Η “τραπεζική ένωση” που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση με το “μοντέλο” της Ισπανίας, δεν είναι το αντίδοτο στην ύφεση και τη λιτότητα. Είναι η συνέχειά τους, είναι η άλλη τους όψη. Αυτό που χρειάζονται οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα ή την Ισπανία δεν είναι ένα “εναλλακτικό” σχέδιο διάσωσης του τραπεζικού συστήματος. Αυτό που χρειάζονται είναι ένα σχέδιο διάσωσης των εαυτών τους και των οικογενειών τους -του μεροκάματου, της δουλειάς, της σύνταξης, του σχολείου, της υγείας, της αξιοπρέπειας. Αυτό που ζητάει η εργατική τάξη από την Αριστερά είναι να πρωτοστατήσει σε αυτούς τους αγώνες -όχι να κάνει υποδείξεις στην κυβέρνηση για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να χειριστεί τις διαπραγματεύσεις.

Η υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ, δυστυχώς, δεν είναι στιγμιαία. Την περασμένη βδομάδα ο Δραγασάκης περιέγραφε στην Αυγή το πλαίσιο που θέτει ο ΣΥΡΙΖΑ για τις ιδιωτικοποιήσεις: Ο ΣΥΡΙΖΑ, λέει στην αρχή της συνέντευξης, “θα αντισταθεί στις ιδιωτικοποιήσεις γιατί δεν υπηρετούν κατά καμία έννοια το δημόσιο συμφέρον”. Αν καταλάβατε ότι ο Δραγασάκης είναι αντίθετος στην συμμετοχή ιδιωτών καταλάβατε λάθος. Ο ΣΥΡΙΖΑ προωθεί και εδώ ένα εναλλακτικό σχέδιο, που ονομάζεται “αναπτυξιακές κοινοπραξίες”: “το κράτος”, εξηγεί ο Δραγασάκης, “μπορεί να διαθέσει το μερίδιό του σε μια δημόσια επιχείρηση και κάποιοι άλλοι, δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς... να διαθέσουν κεφάλαια ή τεχνογνωσία...”

Αυτό ακριβώς, όμως, ήταν το μοντέλο μέσα από το οποίο ξεπουλήθηκε ο ΟΤΕ στην Ντόιτσε Τέλεκομ. Και αυτό είναι το μοντέλο που η κυβέρνηση φαίνεται ότι έχει διαλέξει για την ΔΕΗ -αυτό εννοεί ο Σαμαράς όταν μιλάει για “ιδιωτικοποίηση τμημάτων του παραγωγικού τομέα της ΔΕΗ”.

Αυτό που χρειάζεται δεν είναι ένα νέο όνομα για το ξεπούλημα (όπως έκανε ο Σημίτης που βάφτισε την ιδιωτικοποίηση “μετοχοποίηση”): αυτό που χρειάζεται είναι να το σταματήσουμε.