Το πρώτο πραγματικό σημάδι για το ενδεχόμενο να μετατραπεί ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία σε μια ευρύτερη σύρραξη ήρθε την περασμένη βδομάδα με μια σειρά από ανταλλαγές πυρών πυροβολικού στα σύνορα μεταξύ της Τουρκίας και της Συρίας.
Το τουρκικό κοινοβούλιο έδωσε την συγκατάθεσή του για στρατιωτική δράση ενάντια στην Τουρκία και ο πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προειδοποίησε ότι το συριακό καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ θα κάνει “θανάσιμο σφάλμα” αν προσπαθήσει να δοκιμάσει την αποφασιστικότητα της Τουρκίας.
Η Τουρκία του Ερντογάν προσπαθεί να επιβληθεί σαν μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη στην περιοχή. Μετά την απόρριψη από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου η ρατσιστική αντιπολίτευση μπλοκάρει την υποψηφιότητά της, η Άγκυρα έχει στραφεί προς την ανατολή.
Η προσπάθεια αυτή έχει ενισχυθεί από την άνθηση της οικονομίας. Το κόμμα του Ερντογάν, το AKP, στηρίζεται πάνω σε ένα νέο, ανθηρό βιομηχανικό καπιταλισμό με κέντρο την Ανατολία που ενισχύεται από την μαζική εισροή κερδοσκοπικών κεφαλαίων.
Η βαρβαρότητα και η αλαζονεία του Ισραήλ “σκότωσαν” ουσιαστικά την στρατιωτική του συμμαχία με την Τουρκία. Εκμεταλλευόμενος το κενό εξουσίας που δημιούργησαν οι αραβικές επαναστάσεις, ο Ερντογάν προέβαλε τον εαυτό του σαν τον πρωτοπόρο του αγώνα των Παλαιστινίων. Ο Μοχάμεντ Μόρσι, ο νέος πρόεδρος της Αιγύπτου εκλεγμένος από την Μουσουλμανική Αδελφότητα, λέει ότι θα υιοθετήσει το “τουρκικό μοντέλο” -δηλαδή μια νεοφιλελεύθερη ισλαμική κυβέρνηση που δεν αποτελεί απειλή για τη Δύση.
Η συριακή επανάσταση, όμως, αποτελεί μια σκληρή δοκιμασία για τον Ερντογάν. Μετά από μια σειρά από αποτυχημένες προσπάθειες να πείσει τον Άσαντ να ανοίξει διάλογο με την αντιπολίτευση, στήριξε τελικά τις φωνές της Δύσης που ζητάνε την απομάκρυνσή του από την εξουσία.
Τον περασμένο Ιούνη, όταν η Συρία κατέρριψε ένα τουρκικό αεροσκάφος, η Τουρκία κάλεσε το ΝΑΤΟ και τον ΟΗΕ να επιβάλουν μια “ουδέτερη ζώνη” ανάμεσα στις δυο χώρες. Οι χιλιάδες Σύριοι πρόσφυγες που καταφθάνουν καθημερινά στην Τουρκία (ήδη πάνω από 100.000) θα μπορούσαν να εγκατασταθούν σε αυτή τη ζώνη και τα τουρκικά χωριά θα ήταν προστατευμένα από τις επιπτώσεις του πολέμου.
Ταυτόχρονα η Τουρκία λειτουργεί, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, σαν μια βάση για τη δράση των εξωτερικών δυνάμεων -και ιδιαίτερα των ΗΠΑ, της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ- που οπλίζουν και στηρίζουν τους αντάρτες.
Ενώ επιδιώκει την διεθνή παρέμβαση στη Συρία, ο Ερντογάν είναι ταυτόχρονα αντίθετος με την “προσεχτική” πολιτική που ακολουθούν οι ΗΠΑ. Ο Μπουλέντ Αλιρίζα από το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών που βρίσκεται στην Ουάσιγκτον λέει:
“Ο πρόεδρος Ομπάμα προτιμάει να ακολουθήσει τον δρόμο του μακρόσυρτου αγώνα, όπως έγινε στο Αφγανιστάν τη δεκαετία του 1980. Αυτό, όμως, δεν αρκεί στην Τουρκία. Η Τουρκία δεν θέλει να συμμεριστεί την τύχη του Πακιστάν, που έγινε η βάση επιδρομών των Αφγανών ανταρτών. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε θα βρεθεί αντιμέτωπη με όλες τις πιέσεις που αντιμετώπισε το Πακιστάν και από τις οποίες ποτέ δεν κατάφερε να συνέλθει”
Υπάρχουν τρεις ακόμα περιπλοκές. Πρώτον, παρά τις κινήσεις με στόχο τη διαπραγμάτευση ανάμεσα στην τουρκική κυβέρνηση και το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK), οι συγκρούσεις στο ελεγχόμενο από την Τουρκία τμήμα του Κουρδιστάν έχουν κλιμακωθεί το τελευταίο διάστημα. Το καθεστώς του Άσαντ φέρεται να ενθαρρύνει τους αντάρτικες ομάδες του PKK να οργανώνουν επιθέσεις από την Συρία ενάντια στην Τουρκία.
Εσωτερικός πόλεμος
Δεύτερον, ο Ερντογάν βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό σε εσωτερικό πόλεμο ενάντια στην ανώτατη ηγεσία του στρατού. Τον περασμένο μήνα τα δικαστήρια καταδίκασαν σε βαριές ποινές τους πρώην αρχηγούς του στρατού ξηράς, του ναυτικού και της αεροπορίας -μαζί με 327 ακόμα κατηγορούμενους- με την κατηγορία ότι σχεδίαζαν πραξικόπημα. Η στιγμή δεν είναι κατάλληλη για πόλεμο -ο οποίος εκτός από όλα τα άλλα θα αντέστρεφε και τη ροή των κεφαλαίων προς την Τουρκία.
Τρίτον, η πολιτική επέμβασης του Ερντογάν στη Συρία βρίσκει αντίθετα τα 2/3 του τουρκικού πληθυσμού. Πολλοί από τους κατοίκους της νοτιοδυτικής Τουρκίας, της περιοχής που συνορεύει με τη Συρία, είναι Αλεβίτες, ανήκουν δηλαδή στην ίδια αίρεση των Σιιτών στην οποία ανήκουν ο Άσαντ και οι οπαδοί του.
Έτσι λοιπόν η Συρία έχει μετατραπεί σε μια επικίνδυνη παγίδα για τον Ερντογάν. Η επιφυλακτικότητά του μπορεί να συγκριθεί μόνο με την επιφυλακτικότητα των ΗΠΑ. Γίνεται πολλή συζήτηση για την Δύση και τους συμμάχους τους και τον εξοπλισμό των ανταρτών. Οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, όμως, γράφουν: “Οι δυτικές κυβερνήσεις... φοβούνται ότι ο βαρύς οπλισμός μπορεί να πέσει στα λάθος χέρια καθώς η ένοπλη αντίσταση γίνεται ολοένα και πιο ριζοσπαστική -οι εκπρόσωποι των ανταρτών λένε ότι οι ΗΠΑ έχουν προειδοποιήσει τα κράτη του Κόλπου να μην στείλουν αντιαεροπορικούς πυραύλους στη Συρία”.
Οι ρίζες της επανάστασης και του εμφύλιου στη Συρία παραμένουν μέσα στην ίδια τη χώρα -βρίσκονται στη σύγκρουση ανάμεσα στο καθεστώς του Άσαντ και τη λαϊκή εξέγερση. Οι ξένες δυνάμεις θα ήθελαν να στρέψουν σε άλλες κατευθύνσεις αυτό το κίνημα, με στόχο τα δικά τους συμφέροντα. Οι κίνδυνοι, όμως, που κουβαλάει μια τετοια παρέμβαση κάνουν τις πολιτικές τους διστακτικές και συγχυσμένες.

