Το κίνημα και η Αριστερά: Η ισπανική κληρονομιά του Καρίγιο

Εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες και νεολαία βγαίνουν σχεδόν καθημερινά στους δρόμους του ισπανικού κράτους ενάντια στα μέτρα λιτότητας της δεξιάς κυβέρνησης του Ραχόι. Τα επιτελεία των αρχουσών τάξεων σε όλη την Ευρώπη βλέπουν με ανησυχία την τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία της Ε.Ε να υποκύπτει στην «ελληνική ασθένεια», δηλαδή στο εκρηκτικό μίγμα της οικονομικής ύφεσης, της πολιτικής κρίσης και της εργατικής αντίστασης.

Όμως, υπάρχουν και διαφορές. Το κόμμα του Ραχόι, το Λαϊκό Κόμμα είναι η μετεξέλιξη της Λαϊκής Συμμαχίας, του κόμματος στο οποίο είχαν συγκεντρωθεί οι πιο «βαμμένοι» φρανκικοί από το 1977 και μετά. Ο προηγούμενος ηγέτης του κόμματος και πρωθυπουργός ο Χοσέ Μαρία Αθνάρ περηφανευόταν για τη θητεία του ως στελέχους της φασιστικής νεολαίας του Φράνκο. Από την άλλη πλευρά, η αριστερά είναι πολύ πιο αδύνατη από την Ελλάδα ή την γειτονική Πορτογαλία. Στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές η Ενωμένη Αριστερά πανηγύρισε το 6,9% των ψήφων που πήρε. Στις προηγούμενες, του 2008, είχε πάρει το 3,8% το χειρότερο εκλογικό αποτέλεσμα στην ιστορία της.

Χρειάζεται μια απάντηση για το πώς μια χώρα με τόσο ισχυρά κοινωνικά κινήματα, με τους ιντιγνάδος και τους ανθρακωρύχους των Αστούριας, έχει μια τόσο αδύναμη Αριστερά και μια κυβερνητική δεξιά γεμάτη με ανοιχτούς νοσταλγούς της φασιστικής δικτατορίας του Φράνκο. Η εξήγηση βρίσκεται στα χρόνια της κρίσης της δικτατορίας και της μετάβασης στην δημοκρατία, στα μέσα της δεκαετίας του ’70.

Τα χρόνια εκείνα συνοδεύτηκαν από σκληρές μάχες ενάντια στη μισητή δικτατορία του Φράνκο. Αυτοί οι αγώνες ήταν προϊόν βαθιών αλλαγών. Η επικράτηση των φασιστών στον εμφύλιο πόλεμο είχε επιβάλλει σιωπή νεκροταφείου στην κοινωνία. Το νεκροταφείο ήταν κυριολεκτικό: τα θύματα της εκδικητικής φασιστικής βίας ξεπέρασαν τις 200.000 στα χρόνια μετά τον εμφύλιο. Για περιοχές όπως η Χώρα των Βάσκων και η Καταλονία η καταπίεση έπαιρνε ακόμα πιο άγριες μορφές. Το φασιστικό καθεστώς επέβαλε με τη φωτιά και το σίδερο το «ενιαίο και αδιαίρετο» του ισπανικού κράτους.

Όμως, από αρχές της δεκαετίας του ’60 μια νέα εργατική τάξη άρχισε να μπαίνει δυναμικά στο προσκήνιο. Δεν κουβαλούσε τις εμπειρίες της ήττας και της σφαγής. Απεργιακά κύματα ξεσπάνε, στα οποία γεννιόνται δημοκρατικές μορφές οργάνωσης μέσα στους χώρους δουλειάς οι εργατικές επιτροπές. Η δικτατορία τις κατέστειλε. Όμως, το κίνημα ξαναγεννήθηκε λίγα χρόνια μετά ακόμα πιο μαχητικό. Η οικονομική κρίση που άρχισε να χτυπά τον ισπανικό καπιταλισμό άρχισε να προκαλεί τριγμούς στην άρχουσα τάξη. Έβλεπε με φόβο να αναπτύσσεται ένα εργατικό κίνημα που ξεκινώντας από τους αγώνες για αύξηση των μισθών απέναντι στον πληθωρισμό περνούσε σε πολιτική σύγκρουση με το κράτος.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων αγώνων ήταν η απεργία στην αυτοκινητοβιομηχανία SEAT στην Βαρκελώνη, στα τέλη του 1974. Οι απεργοί απαιτούσαν αυξήσεις στους μισθούς και επαναπρόσληψη συναδέλφων τους που είχαν απολυθεί για την αγωνιστική δράση τους. Η εργοδοσία κήρυξε λοκ-αουτ. Η απάντηση των απεργών ήταν να περνάνε με διαδήλωση από τα υπόλοιπα εργοστάσια για να ενημερώσουν για τον αγώνα τους και να κερδίσουν την συμπαράσταση των συναδέλφων τους.

Στις 14 Νοέμβρη, χιλιάδες εργάτες της SEAT μαζί με συμπαραστάτες τραπεζικούς και εμποροϋπάλληλους κατέλαβαν την κεντρική πλατεία της πόλης. Αντιμετώπισαν τα δακρυγόνα και τα όπλα της αστυνομίας, ενώ σε όλη την πόλη ξεσπούσαν διαδηλώσεις με συνθήματα «Τέλος στην δικτατορία-Νίκη στην SEAT».

Γενική απεργία

Τον Μάρτη του 1976 η αστυνομία δολοφόνησε πέντε εργάτες στη Βιτόρια, μια βασκική πόλη που είχε παραλύσει από μια γενική απεργία συμπαράστασης σε εργοστάσια που απεργούσαν επί οχτώ βδομάδες. Η Βιτόρια, παρόλο που βρισκόταν στη Χώρα των Βάσκων δεν είχε μαχητικές παραδόσεις αγώνων και αντίστασης στην δικτατορία. Η σφαγή πυροδότησε ένα γιγάντιο κύμα απεργιών συμπαράστασης και συγκρούσεων με την αστυνομία σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Στην ίδια την Βιτόρια η κηδεία των δολοφονημένων μετατράπηκε σε μια διαδήλωση 100.000 ανθρώπων.

Μόνο τους δυο πρώτους μήνες του 1976 «χάθηκαν» 36 εκατομμύρια εργατοώρες σε απεργίες, δηλαδή δυο φορές περισσότερες από όλη την προηγούμενη χρονιά. Το συνολικό απεργιακό σκορ για το 1976 ήταν 110 εκατομμύρια «χαμένες» εργατοώρες. Στη Χώρα των Βάσκων είχαν πραγματοποιηθεί 13 γενικές απεργίες.

Για την άρχουσα τάξη το δίλημμα έμπαινε ως εξής. Πώς θα αποφύγει μια κοινωνική και πολιτική έκρηξη όπως αυτή που είχε συγκλονίσει την Πορτογαλία από το 1974 με την Επανάσταση των Γαρυφάλλων, διατηρώντας όσο γινόταν το φρανκικό κράτος που την είχε εξυπηρετήσει τόσο αποτελεσματικά για τριάντα χρόνια. Υπήρχαν τμήματα του δικτατορικού καθεστώτος που ήθελαν μια τέτοια ελεγχόμενη μετάβαση. Όμως, δεν μπορούσαν να την «πουλήσουν» εύκολα στο κίνημα που φούντωνε.

Σ’ εκείνη τη κρίσιμη συγκυρία αποφασιστικό ρόλο έπαιξε η πολιτική της ηγεμονικής δύναμης στο αντιδικτατορικό στρατόπεδο. Αυτή η δύναμη ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας. Ήταν ένα κόμμα που είχε διατηρήσει μια μόνιμη παράνομη δομή στη χώρα ακόμα και στις πιο μαύρες περιόδους της δικτατορίας, δίνοντας πολλούς μάρτυρες στον αντιδικτατορικό αγώνα. Διέθετε μια οργάνωση που κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο το ισπανικό κράτος και τεράστια επιρροή στη συνομοσπονδία των Εργατικών Επιτροπών στα εργοστάσια και στους χώρους δουλειάς.

Γενικός Γραμματέας του κόμματος ήταν από το 1960 ο Σαντιάγο Καρίγιο που ο θάνατός του πριν μερικές βδομάδες πέρασε σχεδόν ασχολίαστος στα ΜΜΕ της αριστεράς. Το 1977 ο Καρίγιο δημοσίευσε ένα βιβλίο που απέκτησε αμέσως τεράστια δημοσιότητα. Ο τίτλος του ήταν «Ο Ευρωκομμουνισμός και το Κράτος». Σ’ αυτό, ο γραμματέας του ΚΚΙ ισχυριζόταν ότι υπάρχει ένας «δημοκρατικός δρόμος για τον σοσιαλισμό» δηλαδή κοινοβουλευτικός, που όμως δεν ταυτιζόταν με την σοσιαλδημοκρατία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, ισχυριζόταν ο Καρίγιο μπορεί να συγκροτήσει ένα «ηγεμονικό μπλοκ των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτισμού» κερδίζοντας με μια ευέλικτη πολιτική τα μεσαία στρώματα που επανδρώνουν τους «ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους» και στη συνέχεια να εκδημοκρατίσει συνολικά το κράτος και την κοινωνία.

Ο «ευρωκομμουνισμός» ήταν μια προσπάθεια κάποιων ΚΚ της εποχής, ιδιαίτερα του ισπανικού και του Ιταλικού (και του ιαπωνικού παρεμπιπτόντως) να ξεφορτωθούν τις πιο ξεπερασμένες σταλινικές αποσκευές τους και την ταύτισή τους με την Ρωσία για να κρατήσουν επαφή με τα ριζοσπαστικοποιημένα τμήματα των εργατών και της νεολαίας μετά τον Μάη του 1968. Όμως, στην πραγματικότητα, ήταν το πρώτο βήμα για την σοσιαλδημοκρατικοποίησή τους.

Ιστορικός συμβιβασμός

Σε πολιτικό επίπεδο, οι καρποί αυτής της πολιτικής ήταν καταστροφικοί. Στην Ιταλία ο «ιστορικός συμβιβασμός» έβαλε το ιταλικό ΚΚ να στηρίζει τη δεξιά χριστιανοδημοκρατική κυβέρνηση και να κηρύσσει τις αρετές της λιτότητας. Στην Ισπανία, η πολιτική των συμμαχιών του Καρίγιο έφτανε ακόμα και στα «μεταρρυθμιστικά» κομμάτια του δικτατορικού καθεστώτος.

Η πολιτική της ταξικής συνεργασίας είχε παρελθόν βέβαια, που πήγαινε πίσω στη δεκαετία του ’30 και στο Λαϊκό Μέτωπο. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 το κόμμα ισχυριζόταν ότι οι συμμαχίες είχαν σκοπό να κερδίσουν την «φιλελεύθερη αστική τάξη» σε μια πολιτική της «δημοκρατικής ρήξης» με το καθεστώς. Καθώς όμως το καθεστώς άρχισε να κλονίζεται, το κόμμα έκανε μια στροφή προς τα δεξιά όχι προς τα αριστερά: από την άνοιξη του 1976 ο στόχος ήταν η «συμπεφωνημένη ρήξη», σε συμμαχία με τα «φωτισμένα» τμήματα του ίδιου του καθεστώτος.

Τον Γενάρη του 1977 ο Καρίγιο συναντήθηκε για οχτώ ώρες με τον Αντολφο Σοάρεζ, τον πρωθυπουργό της χούντας. Το αποτέλεσμα ήταν η υπόσχεση για τη νομιμοποίηση του κόμματος με αντάλλαγμα την αναγνώριση της μοναρχίας και την υποστήριξη μιας πολιτικής «κοινωνικού συμβολαίου» (υπήρχαν και κάμποσοι συμβολικοί όροι, ανάμεσα στους οποίους και η δέσμευση του ΚΚΙ να μην τραγουδάει τη Διεθνή στις συγκεντρώσεις του). Ο Χουάν Κάρλος, ο διάδοχος του θρόνου, είχε οριστεί από τον ίδιο τον Φράνκο ως συνεχιστής του καθεστώτος και ως βασιλιάς έπαιζε κεντρικό ρόλο στις διεργασίες για την «ομαλή μετάβαση».

Το κοινωνικό συμβόλαιο ήρθε λίγους μήνες μετά, τον Οκτώβρη, με το περίφημο Σύμφωνο της Μονκλόα (πήρε το όνομά του από την πρωθυπουργική κατοικία). Το Σύμφωνο υπογράφτηκε ανάμεσα στην κυβέρνηση και τα κόμματα, το ΚΚΙ και το Σοσιαλιστικό Κόμμα, και το βασικό του σημείο ήταν ότι οι αυξήσεις στους μισθούς δεν θα ξεπερνούσαν το 20-22% ενώ ο πληθωρισμός «έτρεχε» με 29%.

Δηλαδή, οι εργάτες έπρεπε να βάλουν πλάτη στην επίτευξη της δημοσιονομικής σταθερότητας και στην ανταγωνιστικότητα του ισπανικού καπιταλισμού, αποδεχόμενοι μείωση των πραγματικών μισθών τους. Οι συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες, η UGT των σοσιαλιστών και οι CCOO που κυριαρχούταν από το ΚΚΙ αποδέχτηκαν την συμφωνία.

Το αποτέλεσμα ήταν οι απεργίες να πάρουν την κάτω βόλτα και οι εργάτες απογοητευμένοι να αρχίσουν να εγκαταλείπουν τα συνδικάτα. Το ΚΚΙ δεν είχε καν την ικανοποίηση ότι αυτή η «υπεύθυνη αντιπολίτευση» το βοήθησε εκλογικά. Στις πρώτες εκλογές που έγιναν τον Ιούνη του 1977 είχε αποσπάσει το 9,3% των ψήφων, απογοητευτικό αποτέλεσμα για ένα κόμμα με 200.000 μέλη. Και η συνέχεια ήταν ακόμα χειρότερη. Το ίδιο το κόμμα άρχισε να κατακερματίζεται και η εκλογική επιρροή του να πέφτει ακόμα χαμηλότερα.

Η δύναμη που έδρεψε τα οφέλη ήταν το Σοσιαλιστικό Κόμμα, που ήταν πρακτικά ανύπαρκτο στα χρόνια της δικτατορίας. Το 1982 κέρδισε τις εκλογές και ακολούθησε τον ίδιο δρόμο με το ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα σκορπώντας ακόμα μεγαλύτερη απογοήτευση. Και όπως και στην Ελλάδα, η «επίσημη» αριστερά έγινε ουρά της σοσιαλδημοκρατίας. Ακόμα και σήμερα η Ενωμένη Αριστερά συγκυβερνάει με το Σοσιαλιστικό Κόμμα στην περιφέρεια της Ανδαλουσίας.

Οι αγώνες των εργατών και της νεολαίας έριξαν την πιο μισητή φασιστική δικτατορία στην Ευρώπη. Όμως, η κληρονομιά της βαραίνει ακόμα την ισπανική κοινωνία. Οι συγγενείς των εκτελεσμένων του Εμφύλιου και των φασιστικών εκκαθαρίσεων που τον ακολούθησαν παλεύουν ακόμα για να ανοιχτούν οι μαζικοί τάφοι που είναι θαμμένοι.Η «αριστερά της ανανέωσης» ούτε αυτό δεν είχε καταφέρει.