Διάλογος στην Αριστερά - το Συνέδριο του ΚΚΕ: Μην υποτιμάτε τον κόσμο που παλεύει σύντροφοι

Με τη δημοσίευση των «Θέσεων» της ΚΕ του ΚΚΕ για το 19ο Συνέδριό του, ξεκίνησαν επισήμως οι προσυνεδριακές διαδικασίες. Το κείμενο των Θέσεων μαζί με το νέο Σχέδιο Προγράμματος και το σχέδιο του Καταστατικού δημοσιεύτηκαν στον Ριζοσπάστη της Κυριακής 9 Δεκέμβρη. Το ίδιο το Συνέδριο θα πραγματοποιηθεί ανάμεσα στις 11 και 14 Απρίλη του 2013. Μέχρι τότε θα πραγματοποιηθεί ο προσυνεδριακός διάλογος στις κομματικές οργανώσεις και στις σελίδες του Ριζοσπάστη και της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης.

Ένας διάλογος που θα έχει περισσότερο ενδιαφέρον από κάθε προηγούμενη φορά. Όχι τόσο για τα «κουτσομπολίστικα» στοιχεία που αναδεικνύουν τα αστικά ΜΜΕ του στυλ «μένει ή φεύγει η Αλέκα». Τα πράγματα είναι πολύ σοβαρότερα και το καταλαβαίνει ο κόσμος του ΚΚΕ. Μπορεί το κόμμα να υπέστη μια μεγάλη ήττα στις «διπλές» εκλογές του Μάη και του Ιούνη. Όμως κανένα αριστερό κόμμα –και σίγουρα εκείνα που διεκδικούν τον τίτλο του επαναστατικού- δεν μετριέται μόνο ή κύρια από τα εκλογικά ποσοστά. Το τι έκανε και τι θα κάνει στις μάχες που δίνουν εργάτες και νεολαία είναι το αποφασιστικό κριτήριο. Και σε μεγάλο βαθμό αυτός ο παράγοντας είναι που καθορίζει και τις εκλογικές επιδόσεις.

Η Κεντρική Επιτροπή στις «Θέσεις» της για το 19ο συνέδριο υποστηρίζει, επί της ουσίας, ότι στα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν από το προηγούμενο συνέδριο, έκανε τις σωστές εκτιμήσεις και έδωσε τις σωστές μάχες «ανεξάρτητα από τις απώλειες στη διπλή εκλογική αναμέτρηση».

Όχι, αυτό δεν είναι αλήθεια. Σε διάφορα τμήματα του κειμένου τονίζεται ότι το ΚΚΕ ανέδειξε τον πραγματικό χαρακτήρα της κρίσης. Το κείμενο για παράδειγμα ξεκινά με μια περιγραφή της «της γενικευμένης και συγχρονισμένης οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης» ο «επόμενος κύκλος» της οποίας «σε διεθνές επίπεδο θα είναι πιο βαθύς». Όσο για τον ελληνικό καπιταλισμό γνωρίζει τη «βαθύτερη και πιο μεγάλη σε διάρκεια κρίση υπερσυσσώρευσης από τη δεκαετία του ‘50». Σωστή η έμφαση στο βάθος και την ένταση της κρίσης (αν και χρειάζεται φαντασία για να εντοπιστεί κρίση και μάλιστα υπερσυσσώρευσης στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’50).

Όμως, τέσσερα χρόνια πριν, στις «Θέσεις» για το προηγούμενο Συνέδριο κι ενώ η παγκόσμια οικονομία συγκλονιζόταν από τη κατάρρευση της Λήμαν Μπράδερς η ΚΕ εκτιμούσε ότι: «το τελευταίο τρίμηνο του 2007 παρουσιάστηκε ελαφρά επιβράδυνση της παγκόσμιας καπιταλιστικής ανάπτυξης, η οποία συνεχίστηκε και βάθυνε στη διάρκεια του 2008, χωρίς να αποκλείεται να εξελιχθεί σε κρίση». Όσο για την ελληνική οικονομία, κανένα πρόβλημα: «Διαφαίνεται ότι μεσοπρόθεσμα (επόμενη τετραετία) μάλλον δε θα σημειωθεί κάποια αξιοσημείωτη μεταβολή στη θέση του ελληνικού καπιταλισμού, λαμβάνοντας υπόψη το ρυθμό και το επίπεδο συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, το συγκριτικό μέγεθος του ΑΕΠ σε σχέση με τις γειτονικές χώρες, το μέγεθος της κοινοτικής χρηματοδότησης προς το εγχώριο κεφάλαιο». («Θέσεις» για το 18ο Συνέδριο).

Κρίση

Με τέτοιες εκτιμήσεις μπήκε το ΚΚΕ στην συγκλονιστική περίοδο των τριών τελευταίων χρόνων της κρίσης, των μνημονίων και –κυρίως- της εργατικής αντίστασης. Όσο και να ακούγεται περίεργο, έχοντας διαβάσει κανείς τις τωρινές εκτιμήσεις, η υποτίμηση συνεχίζεται.

Η οικονομική κρίση έχει γεννήσει ιδεολογική και πολιτική κρίση για πολύ ισχυρότερες και «επιτυχημένες» άρχουσες τάξεις από την ελληνική. Στην «δικιά μας» περίπτωση, αυτό βγάζει μάτια. Η «πανίσχυρη» κυβέρνηση του ΓΑΠ που υποτίθεται θα περνούσε εύκολα κάθε μέτρο είναι πλέον κακή ανάμνηση και ανέκδοτο, η πραξικοπηματική κυβέρνηση του Παπαδήμου κατέρρευσε κάτω από τον εργατικό ξεσηκωμό και η τρικομματική του Σαμαρά βυθίζεται στην κρίση και την απαξίωση. Το ΠΑΣΟΚ είναι σε τροχιά διάλυσης, η ΝΔ πέφτει, κανείς δεν θυμάται το χτεσινό μαύρο δεκανίκι του ΛΑΟΣ, το «ροζ» της ΔΗΜΑΡ βάζει πλώρη για την ίδια ξέρα και το αυριανό δεκανίκι του Καμμένου, καίγεται πριν της ώρας του. Το 64% των ερωτηθέντων σε μια πρόσφατη δημοσκόπηση εκφράζει τη δυσπιστία του στην Ε.Ε δηλαδή στα ιερά και τα όσια της άρχουσας τάξης.

Παρόλα αυτά, οι «Θέσεις» εκτιμούν ότι: «Ωστόσο, αυτές οι δυσλειτουργίες δεν πήραν χαρακτηριστικά πραγματικού κλονισμού σημαντικών θεσμών του καπιταλιστικού συστήματος στην Ελλάδα, ούτε καν εκδηλώθηκαν ως αδυναμία του αστικού κοινοβουλίου να στηρίξει κυβερνήσεις που έφεραν στο Κοινοβούλιο βάρβαρες συμφωνίες - μνημόνια και αντεργατικούς νόμους. Δε διαμορφώθηκαν ακόμα συνθήκες εμφανούς αδυναμίας των κρατικών μηχανισμών, δεν επήλθε ακόμα αποδυνάμωση και αλλαγή στις διεθνείς συμμαχίες της καπιταλιστικής εξουσίας στην Ελλάδα. Παραμένει ο συσχετισμός υπέρ των δυνάμεων του καπιταλισμού και σε βάρος της εργατικής τάξης».

Το πρόβλημα με τέτοιες αναλύσεις είναι ότι αφοπλίζουν κάθε προσπάθεια να γενικευτούν και να στηριχτούν οργανωτικά, πολιτικά και ιδεολογικά οι αγώνες σε μια σειρά κρίσιμα μέτωπα.

Αναφέρουν οι «Θέσεις»: «Η εργατική τάξη και οι κοινωνικοί της σύμμαχοι… πρέπει και μπορούν να αντιμετωπίσουν τη Χρυσή Αυγή στους τόπους δουλειάς, στη συνοικία, στην ύπαιθρο». Σε άλλο σημείο: «Η ανασύνταξη του εργατικού κινήματος θα κριθεί και από την ένταξη των μεταναστών στα σωματεία, στην ταξική πάλη. Σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης οι εργάτες και εργάτριες μετανάστες πρέπει να συστρατευτούν με τους Ελληνες εργάτες – εργάτριες».

Σωστές θέσεις και διαπιστώσεις και οι δυο και ιδιαιτέρως καλοδεχούμενες αν αναλογιστούμε παλιότερες θέσεις του ΚΚΕ για αυτά τα ζητήματα. Χιλιάδες αγωνιστές και αγωνίστριες αντιμετωπίζουν τους φασίστες «σε τόπους δουλειάς, στη συνοικία, στην ύπαιθρο» κι η συμβολή του ΚΚΕ σε αυτή την προσπάθεια θα βοηθούσε να πάνε μια ώρα αρχύτερα στους υπονόμους της ιστορίας. Αυτό θα έφερνε, παρεμπιπτόντως, πολύ πιο γρήγορα χιλιάδες μετανάστες εργάτες «στα σωματεία, την ταξική πάλη». Η ηγεσία του ΚΚΕ, δηλώνει ότι απορρίπτει τα νεφελώδη «αντιφασιστικά μέτωπα», μόνο και μόνο για να μην κάνει τίποτα ή πολύ λίγα στην πράξη.

Κανείς δεν θα διαφωνήσει και με την παρακάτω θέση: «Όταν ένας τόπος δουλειάς, ένας κλάδος βγαίνει μπροστά μαχητικά χωρίς να συναντά την απαιτούμενη ανάλογη στήριξη, δυσκολεύεται και ο ίδιος στο χειρισμό της εξέλιξης του αγώνα, καθώς η εργοδοσία δείχνει τη γνωστή ταξική αδιαλλαξία. Αποδείχτηκε ότι ειδικά σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και ιδιαίτερα σε κλάδους που πλήττονται, ακόμα και ένας επιμέρους αγώνας είναι δύσκολο να έχει επιτυχία εάν δε διαμορφώνονται προϋποθέσεις σύγκρουσης στο επίπεδο του επιχειρηματικού ομίλου, του κλάδου, συνολικής σύγκρουσης με το κεφάλαιο για ριζική ανατροπή στο επίπεδο της πολιτικής εξουσίας».

Όμως, είχε ευκαιρίες το ΚΚΕ να αποδείξει στην πράξη πόσο σωστά είναι αυτά, οδηγώντας σε νίκη αγώνες; Αν υπήρξε ένας τέτοιος αγώνας που απέσπασε τη γενική συμπάθεια –και αλληλεγγύη- πλατιών στρωμάτων της εργατικής τάξης, ήταν η ηρωική απεργία της Χαλυβουργίας. Αυτός ο αγώνας αποσπάει μια βιαστική, τηλεγραφική αναφορά στο κείμενο: «Πραγματοποιήθηκαν ορισμένες παρατεταμένες απεργίες με πιο χαρακτηριστική τη σχεδόν 9μηνη απεργία στην «Ελληνική Χαλυβουργία» και την πανελλαδική και διεθνούς διάστασης ηθική και υλική αλληλεγγύη προς τους απεργούς». Η αλήθεια είναι ότι οι απεργοί χαλυβουργοί ανάγκασαν Εργατικά Κέντρα να κάνουν απεργίες συμπαράστασης για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες. Όμως, η ηγεσία του ΚΚΕ αναδιπλώθηκε συνειδητά από αυτή την προοπτική και άφησε την απεργία στη τελευταία και πιο κρίσιμη φάση της να αργοσβήσει απομονωμένη.

Η ηγεσία του ΚΚΕ αρνείται να δώσει τέτοιες μάχες και τις υποκαθιστά με «σεντόνια» επιθέσεων ενάντια στη «νέα σοσιαλδημοκρατία» του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, με μια τέτοια στάση στο κίνημα αυτές οι σαρωτικές κριτικές γίνονται καταγγελία του κόσμου που ριζοσπαστικοποιείται και φέρνει την αριστερά να ‘ναι πλειοψηφικό ρεύμα στις εργατογειτονιές, παρά συμβολή στην προσπάθεια να αποκτήσει το κίνημα ξεκάθαρη αντικαπιταλιστική και επαναστατική προοπτική.

Όχι ότι και σ’ αυτό το επίπεδο οι «Θέσεις» τα πάνε καλύτερα. Το κείμενο επιφυλάσσει μια αναφορά στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ χωρίς να την κατονομάζει, συγκεκριμένα: «Προβάλλεται μια εναλλακτική εκδοχή της ρεφορμιστικής γραμμής από δυνάμεις του οπορτουνισμού που επιδιώκουν τη σύναψη πολιτικής συμφωνίας με βάση το λεγόμενο ‘μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα πάλης’.

Στόχοι όπως η ρήξη με την ΕΕ, όταν προβάλλονται αποσυνδεδεμένοι από την πάλη για την εξουσία, χάνουν τον ταξικό τους χαρακτήρα, μπορούν - ειδικά στις σημερινές συνθήκες που η ΕΕ βιώνει κλονισμό της συνοχής της να ενσωματωθούν σε αστικές επιδιώξεις. Ο στόχος της εξόδου από την Ευρωζώνη ή και από την ΕΕ έχει ταξικό χαρακτήρα από την πλευρά μερίδας της αστικής τάξης που θέτει ζήτημα αναπροσανατολισμού των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών της χώρας».

Διλήμματα

Φυσικά, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν προβάλλει «ξεκομμένα» το αίτημα για έξοδο από το ευρώ και ρήξη με την ΕΕ, αντίθετα το θέτει ως αιχμή ενός κινήματος που παλεύει για κρατικοποιήσεις με εργατικό έλεγχο, που θα ‘ναι ανεξάρτητο από κάθε απόπειρα διαχείρισης του καπιταλισμού στα πλαίσια της ΕΕ. Στη ζέση της να καταγγείλει τον «οπορτουνισμό», η ηγεσία του ΚΚΕ φτάνει να χρησιμοποιεί, παραφράζοντας, τα τρομοκρατικά διλήμματα του Σαμαρά περί «κέντρων» που στηρίζουν «το κόμμα της δραχμής».

Στον απολογισμό της δράσης της η ΚΕ επαινεί τον εαυτό της γιατί: «ανταποκρίθηκε στο κύριο, που ήταν η σθεναρή αντίσταση στην πίεση να ενδώσει το Κόμμα και να κάνει θεμελιακό λάθος ανοχής ή συμμετοχής σε κυβέρνηση συνεργασίας». Θα περίμενε κανείς υψηλότερες φιλοδοξίες από το «αντέξαμε». Όμως, πόσο ειλικρινείς είναι κι αυτές οι διακηρύξεις επαναστατικής αδιαλλαξίας;

Στις «Θέσεις» βρίσκουμε κριτική ακόμα και του ΚΚ Βιετνάμ για τα ανοίγματα στην αγορά, αλλά ούτε μια λέξη για την «αριστερή κυβέρνηση» του ΑΚΕΛ στην Κύπρο. Το Μνημόνιο που υπέγραψε ο «σύντροφος πρόεδρος Χριστόφιας», απέσπασε εγκώμια από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, ο Ριζοσπάστης που σε διαφορετική περίπτωση θα κατακεραύνωνε τον οπορτουνισμό, κάνει ότι δεν ακούει και «πέρασε» την είδηση της υπογραφής του κυπριακού μνημονίου σε ένα ουδέτερο μονόστηλο 269 λέξεων χαμένο στην έβδομη σελίδα του φύλλου της 5 Δεκέμβρη. Το ΑΚΕΛ δεν είναι μόνο «αδελφό κόμμα» του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και του ΚΚΕ.

Ο προσυνεδριακός διάλογος, λοιπόν, πρέπει να ανοίξει πλατειά και να σταθεί σε όλα αυτά που αντιμετωπίζει λαθεμένα το κείμενο της ηγεσίας για τις Θέσεις. Γιατί ο κόσμος του ΚΚΕ είναι δύναμη για να πάει μπροστά μια Αριστερά αντικαπιταλιστική και επαναστατική.