“Ποιος τη ζωή μου...”

Πόσες φορές στις μεγάλες πανεργατικές, στις συγκεντρώσεις και στις διαδηλώσεις, δεν ακούσαμε, σιγοψυθιρίσαμε ή τραγουδήσαμε το “Ένα το χελιδόνι” ή “Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας”. Είναι αυτή η αίσθηση κοινωνικής ανυπακοής που εγείρουν, σχεδόν αντανακλαστικά, τα τραγούδια του Μίκη.

Αυτή η αίσθηση κάλυψε και την προηγούμενη Παρασκευή 10/5 το βράδυ το ξεχειλισμένο Θέατρο Μπάντμιντον με 2.500 και πλέον κόσμο να τραγουδάει, να χειροκροτεί, να συμμετέχει ακόμα και διακόπτοντας τους ηθοποιούς, στην θεατρική παρουσίαση της ζωής του Μίκη Θεοδωράκη, "Ποιος τη ζωή μου...", σε σενάριο και σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη. Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες παραγωγές της χρονιάς με πάνω από 50 τραγουδιστές, μουσικούς, ηθοποιούς και χορευτές μεταξύ τους γνωστά ονόματα όπως ο Γρηγόρης Βαλτινός, η Φιλαρέτη Κομνηνού, ο Αρης Λεμπεσόπουλος (που ερμηνεύει τον Θεοδωράκη), η Ελισάβετ Μουτάφη αλλά και οι Κώστας Μακεδόνας, Γιώτα Νέγκα, Κώστας Θωμαΐδης, κ.ά.

Πάνω στην σκηνή για σχεδόν τρεις ώρες ξετυλίγεται βιογραφικά η ζωή του Θεοδωράκη από τα πρώτα χρόνια στην Χίο όπου γεννήθηκε το 1925, με νωπές τις μνήμες της μικρασιατικής καταστροφής και τις σκληρές εικόνες προσφυγιάς μέχρι τον πόλεμο, την αντίσταση, τα Δεκεμβριανά, τον εμφύλιο τις φυλακίσεις, τις εξορίες. Αργότερα, το Παρίσι, η νίκη της ΕΔΑ, ο γυρισμός του στην Ελλάδα, η στροφή του από την συμφωνική μουσική στην μουσική για την οποία έγινε γνωστός, η σύνδεση ανάμεσα στα συμφωνικά έργα και το λαϊκό τραγούδι, η μελοποίηση της ποίησης μεγάλων δημιουργών, οι δεκάδες συναυλίες σ' όλη την Ελλάδα. Από τη δολοφονία του Λαμπράκη και το φιλειρηνικό κίνημα στο πραξικόπημα και από εκεί στον αντιδικτατορικό αγώνα στον οποίο ο Θεοδωράκης συμμετέχει σε ολόκληρο τον κόσμο, η παράσταση ξετυλίγεται με μια νοσταλγική, σχεδόν ρομαντική, αισθητική.

Ο Μουμουλίδης, είναι γνωστός για τις ευφάνταστες σκηνοθετικές του πινελιές. Με προβολές βίντεο και εικόνες από την ζωή του Μίκη. Με συνεχείς εναλλαγές τραγουδιών και μουσικής, με την συνεχή κίνηση και τις χορευτικές λεπτομέρειες που μετατρέπουν το θέατρο σε μουσική παράσταση, δημιουργεί εντάσεις και σιωπές ανάλογα με την περίοδο, ξεσηκώνοντας το κοινό όποτε το αποφασίσει. Η στιγμή της δολοφονίας του Λαμπράκη με το “μέρα Μαγιού μού μίσεψες” και τα χειροκροτήματα του κόσμου είναι χαρακτηριστική της δυνατότητας του σκηνοθέτη να παρεμβαίνει στην δραματικότητα των στιγμών.

Πολιτικές επιλογές

Ωστόσο ο Μουμουλίδης, ο οποίος έχει καταπιαστεί και με το σενάριο, προσπάθησε να αποφύγει τις κακοτοπιές. Αναπαράγει την εικόνα του αγωνιστή ξεπερνώντας τους πολιτικούς συμβιβασμούς του. Σχεδόν αγιοποιώντας τον Μίκη, δεν μιλάει καθόλου για τις πραγματικές πολιτικές του απόψεις πριν και μετά τον εμφύλιο, τις διαφωνίες και τις συμφωνίες του με το κόμμα, τις απόψεις του την περίοδο της ΕΔΑ και των Λαμπράκηδων, τις εκτιμήσεις του για τα Ιουλιανά και την δικτατορία αλλά και την ιστορική φράση “Καραμανλής ή τανκς”. Αρνείται επίσης να προχωρήσει πέρα από την πτώση της χούντας. Αρνείται να διηγηθεί την μετέπειτα πολιτική πορεία του Μίκη. Η απογοήτευση από την υπουργοποίησή του στην κυβέρνηση Μητσοτάκη το 1990 δεν μπορεί εύκολα να απαλειφθεί από την συνείδηση εκατοντάδων χιλιάδων θαυμαστών του.

Οπως συμβαίνει και με άλλους μεγάλους καλλιτέχνες που έχουν συνδεθεί με μεγάλα κινήματα και ιστορικές περιόδους, για παράδειγμα τον Μπομπ Ντύλαν, ο κόσμος που ξεσηκώθηκε και ξεσηκώνεται από τα τραγούδια του Μίκη, από την αυλή του Πολυτεχνείου το 1973 μέχρι το κίνημα των πλατειών το 2011, και το απεργιακό κύμα που φτάνει μέχρι σήμερα, προτιμάει να θυμάται τον Μίκη της αντιδικτατορικής δράσης και να ξεχνάει τον Μίκη του 1989, να ακούει τη μουσική του και πολλές φορές να κλείνει τα αυτιά στα πολιτικά του κελεύσματα. Προτιμάει τον Μίκη του αγώνα και όχι της “εθνικής συμφιλίωσης” καταφέρνοντας έτσι να αντλεί έμπνευση, κουράγιο και δύναμη από την μουσική και τα τραγούδια του στους αγώνες του σήμερα.