Το σινεμά της κρίσης

Το ντοκιμαντέρ «Sacro GRA» του Τζιανφράνκο Ρόζι που πήρε το πρώτο βραβείο αποτυπώνει την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζουν και κινούνται στην περίμετρο του GRA (Grande Raccordο Anulare), του περιφερειακού δακτύλιου της Ρώμης. Ένας ξεπεσμένος ευγενής από το Πεδεμόντιο και η κόρη του, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι τραβεστί, ένας ψαράς χελιών, ένας νοσοκομειακός στο ασθενοφόρο του, δίνουν την εικόνα μιας πόλης τόσο διαφορετικής από αυτήν που ύμνησε ο Φελίνι πριν 40 χρόνια με το «Ρόμα», μιας πόλης σε παρακμή αλλά και τις προσπάθειες του κόσμου για την επιβίωση.

Στην κρίση αναφέρεται επίσης το «L’intrepido» - Ο ατρόμητος (1994), του Τζιάνι Αμέλιο που το 1994 μας είχε δώσει το εξαιρετικό «Lamerica». Ο Αντόνιο είναι ένας μοναχικός μεσήλικας ήρωας που απασχολείται σαν αντικαταστάτης σε πολλές διαφορετικές επισφαλείς εργασίες στο σημερινό Μιλάνο. Ανειδίκευτος μάστορας σε γιαπί, μεταμφιεσμένος αρκούδος σε παιδότοπο σε κάποιο mall, διανομέας πίτσας με μηχανάκι, πωλητής λουλουδιών σε ρεστοράν, προσπαθεί να επιβιώσει και να διατηρήσει την ηθική και πνευματική του ακεραιότητα και παρόλο που καταλήγει μεταλλωρύχος στην Αλβανία, στέλνει με υπερφυσικό τρόπο ένα μήνυμα αισιοδοξίας στον εύθραυστο γιό του αλλά και σε όλο τον κόσμο που χτυπιέται από την κρίση.

Ο Τέρι Γκίλιαμ ξαναγυρνά στον οργουελιανό κόσμο του «Μπραζίλ» (εμβληματικό όσο και πεσιμιστικό έργο που είχε γυρίσει το 1985) με το «Μηδενικό θεώρημα», μια φουτουριστική ταινία για την εργασία, την κοινωνία και την ανθρώπινη ύπαρξη στο σήμερα και με πολύτιμο ατού τον Κριστόφ Βαλτζ στον κεντρικό ρόλο.

Από τη Βρετανία καταχειροκροτήσαμε το διαμαντάκι που ονομάζεται «Νεκρή φύση - Still Life», την ιστορία του μονόχνωτου δημοτικού υπάλληλου Τζον Μέι που μια ζωή διεκπεραιώνει επιμελώς επικήδειες τελετές αναξιοπαθούντων πολιτών, μέχρι που οι περικοπές στις δημόσιες δαπάνες τον βγάζουν στην ανεργία, με εντυπωσιακές επιπτώσεις στη ζωή που μέχρι τότε ζούσε και ένα συγκινητικό γλυκόπικρο φινάλε.

Αν η μια όψη του φεστιβάλ εκφράστηκε από το σινεμά του «αναπτυγμένου» ευρωαμερικανικού κόσμου, ο ασιατικός κινηματογράφος διεκδίκησε και πρόσφερε μια πλούσια εικόνα στηριγμένη στην παράδοση χωρών όπως το Ιράν, η Κίνα-Ταϊβάν, η Ταϊλάνδη, η Ιαπωνία. Δίκαια ξεχώρισαν τα «Αδέσποτα σκυλιά» και το «Ruin», που μεταφέρουν ένα μείγμα ρεαλισμού και ποιητικής υπέρβασης από τους φτωχοδιάβολους που επιβιώνουν στο περιθώριο της Ταϊπέι και της Πνομ Πενχ. Το ιαπωνικό σινεμά επέστρεψε με ένα εντυπωσιακό ριμέικ του γουέστερν «Ασυγχώρητοι», τοποθετημένο στην Ιαπωνική ύπαιθρο της πρώιμης καπιταλιστικής μετάβασης. Μεγάλη θετική έκπληξη το Αλγερινό «Ταράτσες», στο ύφος του έργου «Το Μέγαρο Γιακουμπιάν» αλλά αντί για το Κάιρο σε πέντε ταράτσες στο σημερινό Αλγέρι, δοσμένο από έναν μαθητή του αξέχαστου δημιουργού της «Μάχης του Αλγερίου», Τζίλο Ποντεκόρβο. Από τη Χιλή έρχονται οι «Αναλφάβητες», μια ταινία για τη σχέση ανάμεσα σε μια αναλφάβητη μεσήλικη γυναίκα και την συναισθηματικά αναλφάβητη νεαρή δασκάλα της .

Στερεότυπα

Οι σχέσεις γενικά και η κρίση των θεσμών τους, απασχόλησε μεγάλο τμήμα των ταινιών. Η «Miss Violence» συνεχίζει στο δρόμο που άνοιξαν κινηματογραφιστές όπως ο Λάνθιμος, η Αθηνά Τσαγκάρη, ο Πάνος Χ. Κούτρας, που με σκληρό, ενίοτε ωμό τρόπο σκαλίζουν τη βρωμιά και την υποκρισία της κοινωνικής καθημερινότητας, τα στερεότυπα, την αντίληψη για το τι είναι σωστό και φυσιολογικό. Οι επικρίσεις που δέχτηκε ότι σοκάρει είναι 100% άδικες. Η τέχνη δεν αφορά αποκλειστικά την ομορφιά, το τερπνόν, αλλά πολύ συχνά το αντίθετό της. Μένει να εξετάσει κανείς αν μια ταινία εξυπηρετεί το κινηματογραφικό στοίχημα που η ίδια θέτει κι αν πετυχαίνει να αφυπνήσει το κοινό. Με αυτό έχει να αναμετρηθεί η νέα γενιά Ελλήνων σκηνοθετών και όχι με τον καθωσπρεπισμό μερίδας του Τύπου. Τα όψιμα συγχαρητήρια από τον Παπούλια και τη μνημονιακή κυβέρνηση είναι χωρίς αντίκρυσμα από αυτούς που διαλύουν και τον πολιτισμό.

Πέρα απ’την ταινία του Αβρανά, ξεχωρίσαμε τρεις ακόμη από τις ταινίες που καταπιάνονται με την κρίση των σχέσεων: Την τελευταία ταινία του Κιμ Κι-Ντουκ «Μόμπιους» (οι πουριτανοί επικριτές του «Miss Violence» δεν θα πρέπει με τίποτα να το δουν), το Αμερικανικό «Medeas» (μεταφορά της ιστορίας της Μήδειας στις ΗΠΑ του ’50 με αντιστροφή των φύλων) και το καναδικό «Ο Τομ στο αγρόκτημα» του Ξαβιέ Ντολάν, που σκαλίζει με δηκτικότητα αλλά και ευαισθησία τα μυστικά και τα ψέματα στην επαρχία του σημερινού Κεμπέκ.

Το φεστιβάλ Βενετίας είχε λιγότερο ίσως γκλάμουρ, λιγότερους σίγουρα θεατές (οι ουρές για τα δωρεαν κουπόνια εισόδου ήταν ατέλειωτες), όμως έκφρασε την εποχή του και χαιρόμαστε για την συνέχιση θεσμών που προβάλλουν και ταινίες εκτός των μεγάλων κινηματογραφικών στούντιο και του Χόλιγουντ, που προσπαθούν να μας δώσουν το πανόραμα της προκλητικής περιόδου που διανύουμε.