Όχι στην προγονοπληξία

Ο ίδιος υπουργός παιδείας που μέσα στο καλοκαίρι υπέγραψε την κατάργηση 52 ειδικοτήτων καθηγητών και τη διαθεσιμότητα 2500 εκπαιδευτικών, έσπευσε ν’ απαντήσει στην πρόταση που διατύπωσε η βουλευτής της ΔΗΜΑΡ Μ. Ρεπούση για την μη υποχρεωτική διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών.

Η βουλευτής «τόλμησε» να συμπεριλάβει στην επιχειρηματολογία της και τον αυτονόητο επιστημονικό χαρακτηρισμό των Αρχαίων Ελληνικών ως νεκρής γλώσσας. Νεκρές γλώσσες ορίζονται οι γλώσσες που δε μιλιούνται -και σε αυτές, μεταξύ άλλων, συγκαταλέγονται και τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά.

«Δεν είναι νεκρή γλώσσα τα αρχαία ελληνικά, ενώ τα λατινικά πράγματι είναι», ισχυρίζεται ο υπουργός. Επειδή η Αρχαία Ελληνική «διδάσκεται, εξελίσσεται και είναι μια γλώσσα διαφορετική από τα λατινικά όσον αφορά την πορεία της»!

Προκαλεί, ωστόσο: δεν έχει, λέει, «ιδεολογικές παρωπίδες», επειδή «αναγνωρίζει την συνεισφορά της αρχαίας ελληνικής στον γλωσσικό μας πλούτο». Λες και υπάρχει άνθρωπος που την αμφισβητεί.

Το επιχείρημα είναι σαθρό: η λατινική διδάσκεται, όπως και εξελίχθηκε και αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία των περισσότερων ευρωπαϊκών εθνικών γλωσσικών συστημάτων. Ωστόσο, είναι νεκρή γλώσσα, όπως ακριβώς και τα Αρχαία Ελληνικά -εκτός αν χρησιμοποιούμε την γλωσσική επιστήμη «α λα καρτ».

Τόσο τα Αρχαία Ελληνικά είναι η ρίζα της σύγχρονης ελληνικής όσο και τα λατινικά πολλών σύγχρονων γλωσσών. Αυτή η τοποθέτηση, ωστόσο, δεν νομιμοποιεί τις υπόλοιπες εθνικιστικές ασυναρτησίες περί συνέχειας από τα βάθη των αιώνων ή τις εθνικιστικές κατασκευές περί πολιτισμικής ανωτερότητας.

Στόχευση

Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου δεν μπορεί να κρύψει ότι τελικά έχει παρωπίδες, έχει συγκεκριμένη στόχευση. Θέλει να μας πείσει ότι δεν διαλύεται η εκπαίδευση στο βωμό του μνημονίου.

Αντιθέτως! Θα έχουμε αρκετά αρχαία ελληνικά, οπότε θα σωθεί η «ελληνική παιδεία». Έτσι, δεν θα περάσει ο «πραγματικός» κίνδυνος, τα (υποτιθέμενα) σχέδια αποδόμησης της ελληνικής ταυτότητας που πολλοί απεργάζονται -μεταξύ των οποίων και η Αριστερά. Καλλιτεχνικά, μουσική και φιλοσοφίες θα έχουμε; Είναι ανθρωπιστικές σπουδές αυτά;

Η πρώτη επίσημη γλώσσα του σύγχρονου ελληνικού κράτους, η καθαρεύουσα, διεκδικούσε στενή συγγένεια και την αυθεντική συνέχεια με τη γλώσσα των αρχαίων Ελλήνων. Ήταν τόσο εξώφθαλμα κατασκευασμένη γλώσσα ώστε, επειδή δεν γινόταν κατανοητή από τους απλούς ανθρώπους, υποχώρησε κάτω από την πίεση της ίδιας της πραγματικότητας.

Όσες παραπομπές και αν γίνουν στους νομπελίστες ποιητές Ελύτη ή Σεφέρη δεν αναιρούν το παραπάνω γεγονός. Ούτε το γεγονός ότι τελικά, ύστερα από δεκαετίες ισχυρής διαπάλης, κατέληξε ως επίσημη γλώσσα να θεωρείται η νεοελληνική δημοτική.

Όσοι τάσσονται σήμερα υπέρ των ατελείωτων ωρών Αρχαίων Ελληνικών και των βαρετών ασκήσεων χρονικής και εγκλιτικής αντικατάστασης των ρημάτων της, ιδεολογικά και πολιτικά θυμίζουν όλο και περισσότερο τον Μιστριώτη, τον σκοταδιστή καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών στις αρχές του προηγούμενου αιώνος, προβεβλημένο προγονόπληκτο υποστηρικτή του ελληνικού εθνικισμού.

Τα Αρχαία Ελληνικά κατά τον Μιστριώτη ήταν «τηλεβόλον» του έθνους, τηλεβόλο που έστρεφε κυρίως εναντίον του «εσωτερικού εχθρού», των υπερασπιστών του κινήματος της δημοτικής.

Σήμερα, παρομοίως, από τον Μπαμπινιώτη μέχρι τον Άνθιμο, όλη η «πολυκατοικία» της Δεξιάς βάλλει «με το όπλο των Αρχαίων Ελληνικών» προς τον ίδιο στόχο που ξεκαθάρισε ο ακροδεξιός βουλευτής Βορίδης στο πρόσφατο συνέδριο της ΝΔ: «Για όλα φταίει η Μεταπολίτευση!»

Οι απεργοί καθηγητές και οι συμπαραστάτες τους σήμερα υπερασπίζονται το δικαίωμα της δωρεάν, δημόσιας και σύγχρονης εκπαίδευσης. Είναι η συνέχεια της Μεταπολίτευσης. Έχουν να υπερασπιστούν και τη διδασκαλία της γλώσσας που μιλάμε απέναντι στην ιδεολογία των νοσταλγών του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» του δικτάτορα Μεταξά και όσων τους κάνουν πλάτες.