Γερμανία: Οι εκλογές και η Αριστερά

Η προεκλογική γραμμή της Μέρκελ ήταν απλή: η Γερμανία κατάφερε, υπό την διακυβέρνησή μου, να ξεπεράσει σχετικά ανώδυνα την κρίση. Η ανεργια έχει πέσει στο 5.6%. Η "επιτυχία" του γερμανικού μοντέλου είναι, όμως, πρώτα και κύρια επιτυχία για τους εργοδότες. Η Γερμανία είχε την περίοδο 2000-2008, την οκταετία πριν από το ξέσπασμα της κρίσης, την χαμηλότερη αύξηση στα πραγματικά μεροκάματα σε όλη την Ευρώπη. Αυτή την "επιτυχία" οι εργοδότες την χρωστάνε στην "Ατζέντα 2010" του Σρέντερ και τις βαθιές περικοπές στα επιδόματα ανεργίας (οι μεταρρυθμίσεις Χάρτς IV), τις αλλαγές στη νομοθεσία για τις απολύσεις και τις μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα. Η λιτότητα συνεχίστηκε και μετά το 2009: ο μέσος μισθός έχει αρχίσει μεν να ανεβαίνει, όμως οι αυξήσεις είναι σημαντικά μικρότερες από την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.

Η γερμανική εργατική τάξη είναι χωρισμένη στα δύο. Από τα 30 εκατομμύρια των εργαζομένων στην Γερμανία, τα 7 δουλεύουν στον ονομαζόμενο "Τομέα χαμηλού κόστους" -σε εφήμερες και κακοπληρωμένες δουλειές. Τα μεροκάματα σε αυτόν τον "τομέα" βρίσκονται σήμερα κατά μέσο όρο 20% κάτω από τα επίπεδα του 2000. Ελάχιστος μισθός δεν υπάρχει στη Γερμανία -σε κάποιους κλάδους και χώρους όπου ο συνδικαλισμός είναι αδύναμος έχουν πέσει στα επίπεδα των 3 με 5 ευρώ την ώρα. Ενάμισι εκατομμύριο εργαζόμενοι επιδοτούνται σήμερα από την κυβέρνηση, μια και οι αποδοχές τους -παρόλο που δουλεύουν- δεν φτάνουν καν στα επίπεδα του επιδόματος ανεργίας!

Το Κόμμα της Αριστεράς, η Die Linke, έχει καταγγείλει πολλές φορές μέσα στα προηγούμενα χρόνια την πολιτική της αντιμετώπισης της κρίσης της Μέρκελ -την πολιτική της εξαθλίωσης του ευρωπαϊκού νότου από τη μια και της συμπίεσης των μισθών και της δημιουργίας ενός εξαθλιωμένου στρώματος εργαζομένων μέσα στην ίδια την Γερμανία. Δυστυχώς η αριστερά έμεινε μόνη της σε αυτές τις καταγγελίες. Σε όλες της κρίσιμες ψηφοφορίες στη Βουλή -για την αντιμετώπιση της Ευρωπαϊκής κρίσης και την εξωτερική πολιτική- οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Πράσινοι υπερψήφισαν τις προτάσεις της κυβέρνησης. Οι Σοσιαλδημοκράτες επέλεξαν μάλιστα σαν υποψήφιο για την Καγκελαρία τον Πέερ Στάινμπρουκ: ο Στάινμπρουκ ήταν υπουργός Οικονομικών στην πρώτη κυβέρνηση της Μέρκελ. Πολιτικά θα μπορούσε να είναι ο δίδυμος αδελφός της. Και το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην κορυφή του κόμματος: φτάνει μέχρι την ίδια την συνδικαλιστική ηγεσία: ο Μπέρτολντ Χούμπερ, ο πρόεδρος του συνδικάτου μετάλλου της Γερμανίας (IG-Metal), δήλωσε πρόσφατα ότι οι αυξήσεις στους μισθούς στον ευρωπαϊκό νότο, την περίοδο πριν από την κρίση, ήταν ακόμα πιο προβληματικές από ό,τι η λιτότητα της Μέρκελ. Διόλου παράξενο, ο κόσμος δεν αντιμετωπίζει το SPD σαν εναλλακτική λύση απέναντι στην σημερινή κυβέρνηση και η Μέρκελ αναδεικνύεται, ντε φάκτο, σαν η Καγκελάριος κάθε πιθανού κυβερνητικού συνασπισμού.

Πολλοί κάνουν λόγο για "θρίαμβο" της Μέρκελ, όμως όπως και να εξελιχθούν τα αποτελέσματα των εκλογών, το έδαφος δεν θα είναι σταθερό κάτω από τα πόδια της κυβέρνησης που θα προκύψει -ούτε οικονομικά, ούτε πολιτικά. Οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) και οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD), τα στηρίγματα της δυτικογερμανικής μεταπολεμικής τάξης, έχουν χάσει από το 1990 μέχρι σήμερα το 50% των μελών τους.

Άνοδος

Μέσα στα πέντε τελευταία χρόνια τρία κόμματα γνώρισαν μια ραγδαία άνοδο (και συχνά μια εξίσου ραγδαία πτώση): το Κόμμα της Αριστεράς αμέσως μετά την ίδρυση του, οι Πράσινοι μετά το πυρηνικό ατύχημα στην Φουκουσίμα και οι Πειρατές μετά την πρώτη τους εκλογική επιτυχία στις εκλογές του Βερολίνου. Η "έκπληξη" του δεξιού, λαϊκιστικού, αντιευρωπαϊκού AfD δείχνει στην ίδια κατεύθυνση: το πολιτικό σύστημα είναι, λόγω τους μαζικού κλονισμού της εμπιστοσύνης στα κυρίαρχα κόμματα, ρευστό.

Και το ίδιο ισχύει για το οικονομικό σύστημα: σε μια έρευνα που οργάνωσε το Ινστιτούτο Άλενσμπαχ την περασμένη χρονιά, το 48% των Γερμανών δήλωσε ότι "ο καπιταλισμός δεν ταιριάζει πια στη σημερινή εποχή". Το σύστημα είναι στα μάτια ενός μεγάλου κομματιού του πληθυσμού ταυτόσημο με την εκμετάλλευση, την απληστία και τον φόβο για το μέλλον -και όχι με την ελευθερία και την ανανέωση που επικαλούνται οι απολογητές του. Η αμφισβήτηση δεν έχει φτάσει, είναι αλήθεια, στα επίπεδα του 2005 -η ανεργία είχε εκτοξευθεί εκείνη την εποχή στα ύψη και οι επιθέσεις της κυβέρνησης ήταν στο φόρτε τους- αλλά συνεχίζει να είναι σημαντική.

Όπου η κοινωνική αριστερά κατάφερε να πάρει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, όπου κατάφερε να συνδεθεί με αυτή την αμφισβήτηση, είχαμε επιτυχίες -παρά το πολύ χαμηλό επίπεδο των ταξικών συγκρούσεων στην Γερμανία. Το κίνημα Blockupy -μια πρωτοβουλία αλληλεγγύης στους αγώνες του ευρωπαϊκού νότου και καταγγελίας της πολιτικής αντιμετώπισης της κρίσης της Μέρκελ- οργάνωσε συλλαλητήρια στην Φρανκφούρτη, μπροστά από το κτίριο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) που προσέλκυσαν δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές. Το φθινόπωρο του 2014, η ΕΚΤ ετοιμάζεται να εγκαινιάσει το νέο της κτήριο -και εμείς μια γιγάντια διαδήλωση.

Αλλά και στο επίπεδο των εργατικών αγώνων υπάρχουν παρόμοια δείγματα παρόλο που οι μεγάλες ταξιαρχίες του συνδικαλιστικού κινήματος, τα συνδικάτα της αυτοκινητοβιομηχανίας και των χημικών, είναι δεμένες σε αυτό που ονομάζεται στην Γερμανία "συντεχνιασμός της κρίσης": σε ένα μορατόριουμ ανάμεσα στις συνδικαλιστικές ηγεσίες, την εργοδοσία και το κράτος, με στόχο την αποφυγή των απεργιών και των "παράλογων" αυξήσεων που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την "ανταγωνιστικότητα" της γερμανικής οικονομίας.

Απεργίες

Στους νέους, συνδικαλιστικά κακά οργανωμένους, κλάδους του "τομέα χαμηλού κόστους", όμως, έχει γίνει μια σειρά από δυναμικές και συχνά νικηφόρες απεργίες -που δημιούργησαν κατά κανόνα και νέες συνδικαλιστικές ενώσεις. Αυτή την στιγμή γίνονται κινητοποιήσεις στον τομέα του λιανικού εμπορίου. Το συνδικάτο ver.di κατάφερε να "στρατολογήσει" 20.000 νέα μέλη μέσα σε δυο μήνες. Τώρα έχει 170.000 μέλη στον τομέα αυτό. Οι ακτιβιστές της αριστεράς, και από την Die Linke αλλά και από άλλες κινήσεις, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην οικοδόμηση της αλληλεγγύης για την στήριξη αυτών των αγώνων.

Προφανώς περιμένουμε με αγωνία τα αποτελέσματα της Die Linke της επόμενης Κυριακής. Το 2009 η Die Linke είχε ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα -πήρε το 11,9% των ψήφων: σε αυτό είχαν συμβάλει μια σειρά από γεγονότα: η ίδρυση της λίγους μήνες πριν, η συμμετοχή του SPD στην κυβέρνηση του Μεγάλου Συνασπισμού της Μέρκελ, οι αγώνες που είχαν ξεσπάσει. Αυτό που ακολούθησε, όμως, ήταν μια μακρόσυρτη και βαθιά κρίση μέσα στο κόμμα. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είχαν πολλές φορές προβλέψει ότι θα διασπαστεί. Υπήρχαν κάποιοι αντικειμενικοί λόγοι πίσω από αυτή την κρίση: το SPD έκανε στροφή προς τα αριστερά μόλις βρέθηκε στην αντιπολίτευση, στενεύοντας έτσι τον χώρο για την Die Linke. Η κρίση οδήγησε κομμάτια της συνδικαλιστικής ηγεσίας στην συνεργασία με τους εργοδότες και την κυβέρνηση και το επίπεδο των εργατικών κινητοποιήσεων έπεσε στο ναδίρ. Αυτά όλα δυσκόλεψαν τη δράση της Die Linke.

Ένα μεγάλο κομμάτι του προβλήματος, όμως, δημιουργήθηκε από την ίδια την Die Linke. Στο οργανωτικό επίπεδο, το Κόμμα της Αριστεράς αποτελεί μια καθαρή τομή με την σοσιαλδημοκρατία. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και στο πολιτικό επίπεδο: εδώ οι τομές είναι από μικρές ως ανύπαρκτες. Πολλά από τα "κουσούρια" της Σοσιαλδημοκρατίας υπάρχουν και στην Die Linke: η εμμονή στην κοινοβουλευτική πολιτική, η πίστη ότι οι συσχετισμοί δύναμης ανάμεσα στις τάξεις μπορούν να αλλάξουν μέσα από την δράση στη Βουλή ή ακόμα και μέσα από την συμμετοχή στην κυβέρνηση. Η εμμονή στο "πρόγραμμα", η ψευδαίσθηση ότι αρκούν μερικά σωστά αντικαπιταλιστικά συνθήματα, αναλύσεις και προγράμματα για να στρίψει η κοινωνία προς τα αριστερά. Και φυσικά, η παλιά σοσιαλδημοκρατική "διάσπαση" ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική, με την άρνηση μεγάλων κομματιών του κόμματος να παρέμβουν και να πολιτικοποιήσουν τους εργατικούς αγώνες και -εφόσον αυτό χρειαστεί- να σταθούν κριτικά απέναντι στις συνδικαλιστικές ηγεσίες.

Αυτές οι αδυναμίες επιβαρύνουν το κόμμα. Αλλά κάποια πράγματα έχουν αρχίσει να αλλάζουν τον τελευταίο χρόνο. Στη νέα ηγεσία συμμετέχει, για παράδειγμα, και ο Μπερντ Ρίξινγκερ, ο βασικός αρχιτέκτονας της "κουλτούρας" των απεργιών στον τομέα του χαμηλού κόστους. Και το κόμμα δείχνει μεγαλύτερη διάθεση να μπει στον αγώνα ενάντια στην κυρίαρχη πολιτική.

Οι εκλογές στις 22 Σεπτέμβρη θα δείξουν αν αυτή η στροφή είχε, βραχυπρόθεσμα, κάποιο αποτέλεσμα. Μακροπρόθεσμα, όμως, η Die Linke έχει ακόμα πολλά να συζητήσει στο εσωτερικό της. Πρέπει να αποφασίσει τι κόμμα θέλει να είναι: ένα μαζικό αριστερό κόμμα, προσανατολισμένο στους αγώνες; Ή μια νέα σοσιαλδημοκρατία που θέτει σαν στόχο να τραβήξει προς τα αριστερά το SPD και τους Πράσινους; Η ριζοσπαστική, αριστερή πτέρυγα της Die Linke, στην οποία ανήκει και το δίκτυο Marx21 πιστεύει ότι το δεύτερο οδηγεί σε αδιέξοδο και παλεύει, πρακτικά και πολιτικά, για ένα άλλο όραμα για το κόμμα.

Στέφαν Μπόρνοστ, Marx21