300 - Η άνοδος της αυτοκρατορίας

Γιατί αντί να στρέφεται -σώνει και καλά- εναντίον των Περσών του Ξέρξη, που στο κάτω-κάτω επικρατήσαν την τρίτη μέρα στη μάχη στις Θερμοπύλες το 480 π.Χ., περισσότερο εκδικείται τους θεατές εκείνους που μετά την πρώτη ταινία «300» και την αφήγηση της συγκεκριμένης σύγκρουσης, θα επιλέξουν να πάνε από τις 6 Μαρτίου να δούνε το σίκουελ: «300: Η Άνοδος της Αυτοκρατορίας». Θεατές που δεν ήταν και λίγοι μιας και στην Ελλάδα μόνο, οι «300» έκοψαν 1,2 εκατ. εισιτήρια, ενώ συνολικά απέφεραν εισπράξεις της τάξης των 456 εκατ. δολαρίων.

Οι «300» ταινία βασισμένη στο ομώνυμο κόμικς του Φρανκ Μίλλερ, (δεύτερη κινηματογραφική μεταφορά έργου του μετά το «Sin City» το 2005) κατάφεραν σε μεγάλο βαθμό, παντρεύοντας τις δυνατότητες που προσέφεραν τα ψηφιακά εφέ με την τεχνοτροπία των κόμικς, να δημιουργήσουν μια υποβλητική ατμόσφαιρα video game, με τη σέπια της ανάμνησης, την υποβλητική μουσική επένδυση και το στυλιζαρισμένο αίμα να ρέει άφθονο, χωρίς βέβαια να λερώνει. Τζάμπα μάγκες δηλαδή, για θεατές τύπου «Αδώνιδος» που με δημόσιες τότε δηλώσεις τους γουστάρανε τρελά.

Ιστορικές ανακρίβειες

Σκηνοθέτης εκείνης της ταινίας που αφηγείται την ιστορία της Μάχης των Θερμοπυλών, ήταν ο Ζακ Σνάιντερ με βοηθό τον ίδιο τον Φρανκ Μίλλερ. Τότε, ο βασιλιάς της Σπάρτης Λεωνίδας (Τζέραρντ Μπάτλερ) οδήγησε την φρουρά του από 300 οπλίτες σε μάχη, απέναντι στον Πέρση βασιλιά Ξέρξη (Ροντρίγκο Σαντόρο) στα στενά των Θερμοπυλών.

Τώρα, η δεύτερη ταινία αφηγείται την συνέχεια -γεμάτη ιστορικές ανακρίβειες- με την αφήγηση της ναυμαχίας στο Αρτεμίσιο (που έγινε παράλληλα με την μάχη στις Θερμοπύλες) και εκείνης που ακολούθησε στην Σαλαμίνα. Κι επειδή η παραγωγή δεν φείδεται πρωτογενούς πλεονάσματος, μας κερνάει κι ένα φλας μπακ με την μάχη του Μαραθώνα δέκα χρόνια νωρίτερα το 490 π.Χ. με πρωταγωνιστή τον Θεμιστοκλή (Σάλιβαν Στέιπλετον) και ουχί τον Μιλτιάδη. Τωρινός του αντίπαλος, η Αρτεμισία (Έβα Γκριν), αρχηγός του περσικού στόλου στην ταινία.

Το πρόβλημα της τωρινής ταινίας (που στηρίζεται στο ανέκδοτο ακόμα από το 2008 κόμικς του Φρανκ Μίλλερ «Ξέρξης») είναι ότι ο καταξιωμένος ισραηλινός διευθυντής διαφήμισης Νόαμ Μούρο κλήθηκε να επαναλάβει σκηνοθετικά στα υπερσύγχρονα αμερικανικά στούντιο «Νου Μπογιάνα» της Σόφιας, την εισπρακτική επιτυχία της πρώτης, χωρίς στην πραγματικότητα όμως να έχει τίποτα το διαφορετικό να προσφέρει. Οπότε εμμένει στις ίδιες αξίες: αίμα, και άλλο αίμα, ακόμα περισσότερο αίμα, ποτάμια αίματος και «τιμή». Παρά τις συχνές αναφορές στην ελευθερία και την δημοκρατία με έναν εντελώς «πορτοκαλί» τρόπο, επικαλείται μια ιδεατή «Ελλάδα» και μια «ενότητα» των ελλήνων, που ιδίως στην τωρινή συγκυρία της κρίσης δεν πείθει με τίποτα. Αποδεικνύοντας έτσι, πως στην εποχή της παγκοσμιοποίησης ακόμα και ο σωβινισμός, ο ρατσισμός, ο μιλιταρισμός και οι ανταγωνισμοί, μπορούν κάλλιστα να παραχθούν ακόμη κι αν οι συντελεστές είναι από κάθε γωνιά του πλανήτη.

Πάνος Κατσαχνιάς