Την περασμένη εβδομάδα η Κομισιόν αποδέχτηκε, ουσιαστικά, τα ελληνικά στοιχεία για το "πρωτογενές πλεόνασμα". "Τα δυσκολότερα είναι πίσω μας", κόμπασε, για μια ακόμα φορά τη Δευτέρα -μιλώντας αυτή τη φορά στο "Ελληνοκινεζικό Επιχειρηματικό Συνέδριο- ο Γιάννης Στουρνάρας, ο υπουργός Οικονομικών. "Υπολογίζουμε ότι πάνω από το 85% της βελτίωσης που απαιτείται... ώστε να μειωθεί το χρέος σε βιώσιμα επίπεδα μέχρι το 2020, έχει ήδη επιτευχθεί". Το success story, με άλλα λόγια, συνεχίζεται.
Πρόκειται για ανέκδοτο. Οι "επιτυχίες" που επικαλείται η κυβέρνηση ανήκουν στον χώρο της (καθόλου επιστημονικής) φαντασίας.
Πρωτογενές πλεόνασμα
Την περασμένη εβδομάδα ο Σάιμον Ο' Κόνορ, ο εκπρόσωπος της Κομισιόν, ανακοίνωσε πράγματι την αποδοχή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή του "πρωτογενούς πλεονάσματος" της Ελλάδας για το 2013. Όχι όμως "χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις" -όπως έτρεξε να κομπάσει ο Στουρνάρας: με πολλούς αστερίσκους και πολλές υποσημειώσεις. Όπως έγραφε η εφημερίδα Financial Times,
"O Σάιμον Ο' Κόνορ, ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Κομισιόν), δήλωσε ότι το ελληνικό πρωτογενές πλεόνασμα... έφτασε την περασμένη χρονιά στο 1.5 δις, ή 0.8% του ΑΕΠ, ένα στόχο ο οποίος ανοίγει επίσημα τις συνομιλίες για την ελάφρυνση του χρέους...
Με τα παραδοσιακά εργαλεία μέτρησης του πρωτογενούς πλεονάσματος μιας χώρας, που εξαιρούν μόνο τις καταβολές των τόκων, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει πρωτογενές έλλειμμα περίπου 8.7%. Ο κύριος Ο' Κόνορ, όμως, είπε ότι οι Βρυξέλλες παραχώρησαν στην Ελλάδα μια εξαίρεση..."
Ποιά ήταν αυτή η εξαίρεση; Η Κομισιόν έδωσε στον Σαμαρά το «δικαίωμα» να μην μετρήσει στο έλλειμμα διάφορα έξοδα που θεωρήθηκαν "εφ' άπαξ". Σύμφωνα με τον ίδιο τον Ο' Κόνορ, "στον υπολογισμό του πρωτογενούς πλεονάσματος της Ελλάδος εξαιρούνται οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση των τόκων που αντιστοιχούν στο 4% του ΑΕΠ. Επιπλέον έχουν εξαιρεθεί ορισμένες προσαρμογές του 2013 που αντιστοιχούν στο 9,5% του ΑΕΠ, ώστε να αντανακλάται καλύτερα η πραγματική δημοσιονομική κατάσταση της Ελλάδος και ειδικότερα έχουν εξαιρεθεί τα εφάπαξ μέτρα στήριξης προς τις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες έφτασαν το 10,8% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τα όσα έχουν συμφωνηθεί στο ελληνικό πρόγραμμα προσαρμογής. Εξαιρούνται, επίσης, τα κέρδη επί των ελληνικών ομολόγων από τις κεντρικές τράπεζες των κρατών-μελών, τα οποία αντιστοιχούν στο 1,5% του ΑΕΠ" (πηγή ΑΠΕ).
Το πραγματικό, συνολικό, έλλειμμα της Ελλάδας για το 2013, αν εφαρμοστούν σωστά οι λογιστικοί κανόνες, λέει ο Χανς Βέρνερ Ζιν, ο διευθυντής του Βαυαρικού Ινστιτούτου Οικονομικών (που μόνο για συμπάθειες προς την αριστερά δεν είναι ύποπτος) θα είχε κλείσει στο 12.7% -ένα ποσοστό που αντιστοιχεί σε 23 δισεκατομμύρια ευρώ. Με άλλα λόγια το δημόσιο χρέος αυξήθηκε, παρά τα δρακόντεια μέτρα της κυβέρνησης, όχι μόνο σαν ποσοστό του ΑΕΠ αλλά και σαν απόλυτο νούμερο, μέσα στο 2013.
"Τα δημοσιονομικά υπόλοιπα μπορούν να γίνουν πάντα θετικά", λέει ο Ζιν, "αρκεί να αφήσεις απ’ έξω αρκετά στοιχεία δαπανών, κάμπτοντας τους κανόνες κατά βούληση, σύμφωνα με ό,τι είναι κάθε φορά βολικό".
Η έξοδος στις αγορές
Προϊόν δημιουργικής λογιστικής είναι και η "επιτυχημένη έξοδος στις αγορές". Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να προσφέρει επιτόκιο 5% για να δελεάσει τους επενδυτές να αγοράσουν τα νέα ομόλογα που εξέδωσε το υπουργείο Οικονομικών. Το μέσο επιτόκιο δανεισμού από την Τρόικα είναι 1.9%. Με άλλα λόγια ο Στουρνάρας πέταξε μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια (που θα κληθεί να τα πληρώσει η εργατική τάξη μέσω της αποπληρωμής του χρέους τα επόμενα χρόνια) για να μπορεί να κοκορεύεται ο Σαμαράς ότι μας "έβγαλε από την κρίση".
Αλλά δεν είναι μόνο η σύγκριση του 5% με τα επιτόκια της Τρόικας που βγάζει μάτια. Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη από τις "υπερχρεωμένες" χώρες του ευρωπαϊκού "νότου" που δοκίμασε αυτές τις μέρες την τύχη της στις αγορές: η Πορτογαλία δανείστηκε πρόσφατα (10ετή ομόλογα αξίας 750 εκατομμυρίων ευρώ) με επιτόκιο 3.57%. Τα spread του ισπανικού χρέους έχουν επιστρέψει στα επίπεδα του 2005.
Υπάρχουν δυο διαφορετικοί λόγοι πίσω από αυτή τη γενική πτώση των ευρωπαϊκών επιτοκίων. Ο πρώτος είναι η πτώση του πληθωρισμού: αυτό που ενδιαφέρει τους "επενδυτές" δεν είναι το ονομαστικό επιτόκιο αλλά το πραγματικό -που ισούται με το ονομαστικό μείον τον πληθωρισμό. Τον Μάη του 2010, όταν μπαίναμε στο μνημόνιο, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ήταν 1.7%. Σήμερα έχει πέσει στο 0.5%. Αν συνυπολογίσει κανείς τον πληθωρισμό, το 5% του Στουρνάρα αντιστοιχεί στο 7% που έστειλε τον Παπανδρέου στην αγκαλιά της Τρόικας.
Ο δεύτερος λόγος είναι η διαβεβαίωση που έδωσε ο Μάριο Ντράγκι ότι θα κάνει ό,τι κρίνει απαραίτητο για να σώσει το ευρώ. Στη γλώσσα των επενδυτών αυτό σημαίνει ακόμα πιο εύκολο και φτηνό χρήμα (για τους τραπεζίτες εννοείται) και μια ακόμα μεγαλύτερη διαβεβαίωση ότι, αν πάει κάτι στραβά, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (σε συνδυασμό με την ΕΕ και το ΔΝΤ) θα τρέξουν και πάλι να τους σώσουν.
Όπως έγραφε και πάλι η Financial Times, "σε μια ομιλία του την Πέμπτη ο Μάριο Ντράγκι... επέμεινε ότι η κεντρική τράπεζα είναι αποφασισμένη να... πάρει μη συμβατικά μέτρα" αν οι συνθήκες το απαιτήσουν. Ανάμεσα στα μέτρα που σκέφτεται να πάρει είναι ο μηδενισμός των επιτοκίων και η ποσοτική χαλάρωση (η αγορά τίτλων των χωρών της Ευρωζώνης).
Με το χρήμα φθηνό και άφθονο και τις "τοποθετήσεις" σε κρατικά ομόλογα ουσιαστικά εγγυημένες οι επενδυτές είναι έτοιμοι να πάρουν νέα ρίσκα, ακόμα και να αγοράσουν ομόλογα από τον Στουρνάρα.
Το χρέος γίνεται βιώσιμο;
Πρόκειται για εξωφρενικό ψέμα. Πρώτα απ' όλα η Ελλάδα δεν μπορεί να καλύψει, χωρίς τη "βοήθεια" της Τρόικας ούτε καν τα χρέη της επόμενης διετίας. "Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης", γράφει η Financial Times, "η Ελλάδα θα χρειαστεί μια πρόσθετη χρηματοδότηση 14.9 δισεκατομμυρίων ευρώ μέσα στην επόμενη χρονιά, παρά την επιτυχημένη δημοπρασία ομολόγων... και το πρωτογενές πλεόνασμα του 2013". Ο νέος αυτός δανεισμός θα συνοδευτεί, ως συνήθως με ένα ακόμα μνημόνιο.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο άμεσο. Όπως έγραφε πριν από δυο περίπου μήνες η Καθημερινή,
"Για το 2014 η Ελλάδα θα πρέπει να αποπληρώσει 39,9 δισ. ευρώ (εκ των οποίων τα 15 δισ. ευρώ είναι έντοκα γραμμάτια που μέχρι σήμερα ανακυκλώνονται), ενώ έως και το 2020 η χώρα θα πρέπει να εξοφλήσει υποχρεώσεις συνολικού ύψους 84,7 δισ. ευρώ. Από το 2021 ξεκινούν οι αποπληρωμές των δανείων που έχει λάβει η Ελλάδα από την Ευρωζώνη και μέχρι το 2050 θα πρέπει να έχει εξοφλήσει 232,8 δισ. ευρώ".
Με άλλα λόγια η Ελλάδα πρέπει από σήμερα μέχρι το 2020 να πληρώνει κατά μέσο όρο κάθε χρόνο 14 δισεκατομμύρια για χρεολύσια στους δανειστές. Αν προσθέσει κανείς και τους τόκους καταλήγει σε ένα ποσό κοντά στα 20 δισεκατομμύρια. Τα συνολικά έσοδα στον προϋπολογισμό του 2013 ήταν 54.6 δισεκατομμύρια. Δεν χρειάζεται καμιά σοφία για να καταλάβει κανείς ότι αυτή η "εξίσωση" δεν έχει λύση. Ο προϋπολογισμός θα έχει ανάγκη να δανείζεται για να πληρώνει τα παλιά χρέη και αν αυτό γίνεται με επιτόκια της αγοράς η κατάσταση θα χειροτερεύει. Το ίδιο το μνημόνιο προσπαθεί να καλύψει αυτό το κενό με φανταστικούς (με τη διπλή έννοια της λέξης) ρυθμούς ανάπτυξης -που γίνονται φυσικά ακόμα πιο εξωπραγματικοί από τον φαύλο κύκλο της λιτότητας και της ύφεσης.
130 δις τόκοι!
Ούτε και αυτό είναι αποκλειστικά ελληνικό πρόβλημα. "Οι χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης",γράφει η Financial Times, "θα υποχρεωθούν να πληρώσουν πάνω από 130 δις μέσα στη φετινή χρονιά για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους από τους τόκους των δυσθεώρητων χρεών τους, ένα κόστος εξυπηρέτησης που είναι σχεδόν τρεις φορές μεγαλύτερο από ότι στις άλλες χώρες της περιοχής του κοινού νομίσματος".
Η πληρωμή των τόκων και μόνο "τρώει" σύμφωνα με τους υπολογισμούς της εφημερίδας, στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία, την Ιταλία και την Ισπανία το ένα δέκατο σχεδόν των δημοσίων εσόδων. Τα κονδύλια για την εξυπηρέτηση του χρέους είναι στους προϋπολογισμούς πολλών από αυτές τις χώρες μεγαλύτερα από τις δαπάνες για την παιδεία ή την υγεία. Είναι τουλάχιστον γελοίο να πιστεύει κανείς ότι ο "ασθενής" μπορεί να συνέλθει ύστερα από μια τέτοια, μόνιμη αφαίμαξη.
Ο Σαμαράς δεν μας "έβγαλε από την κρίση". Μας βύθισε ακόμα πιο βαθιά στο χρέος, την ανεργία, τη δυστυχία και τη μιζέρια.
Το χρέος δεν είναι βιώσιμο. Ούτε πρόκειται να γίνει βιώσιμο μέσα από τα μνημόνια. Η μόνη λύση είναι αυτή που πρότεινε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ από την πρώτη κιόλας στιγμή: στάση πληρωμών και μονομερής διαγραφή του δημοσίου χρέους. Κρατικοποίηση των τραπεζών, έξοδος από το ευρώ και αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Κομισιόν, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους μηχανισμούς της. Να περάσει ο έλεγχος ολόκληρης της οικονομίας στα χέρια των εργατών.

