Ο Βόιτσεχ Γιαρουζέλσκι, ο Πολωνός στρατηγός που πέθανε την περασμένη εβδομάδα σε ηλικία 90 ετών, δεν ήταν μια "αμφιλεγόμενη προσωπικότητα", όπως έτρεξαν να γράψουν όλες σχεδόν οι εφημερίδες: ήταν ένας αδίστακτος δικτάτορας, ο χασάπης της "Αλληλεγγύης" (Solidarnosc), του μεγαλύτερου εργατικού κινήματος που έχει γνωρίσει μέχρι σήμερα η Πολωνία.
"Σήμερα", έλεγε στον επικήδειο λόγο του ο Αλεξάντερ Κβασνιέφσκι, ένα στέλεχος του παλαιού "κομμουνιστικού" καθεστώτος που ανακηρύχθηκε πρόεδρος της δημοκρατίας το 1995, "απευθύνουμε ύστατο χαίρε στον πολιτικό που, στην πιο δύσκολη στιγμή, ανέλαβε την ευθύνη ενός κράτους και με μια ειλικρινή διάθεση επέλεξε ένα ήσσονος σημασίας κακό για να μας προστατεύσει από μια ξένη επέμβαση ή μια αδελφοκτόνο αντιπαράθεση".
Στην πραγματικότητα αυτό που προστάτευσε ο στρατηγός Γιαρουζέλσκι με την επιβολή του στρατιωτικού νόμου τον Δεκέμβρη του 1981 ήταν την άρχουσα τάξη και τα προκλητικά της προνόμια από ένα εργατικό κίνημα που είχε τολμήσει να αμφισβητήσει και την παντοδυναμία του "κόμματος" και την "αγκαλιά" της "μεγάλης σοβιετικής πατρίδας".
Αυτό που ακολούθησε, μόνο με προστασία από "μια αδελφοκτόνο αντιπαράθεση" δεν έμοιαζε: δεκάδες χιλιάδες μέλη της "Αλληλεγγύης" συνελήφθησαν από την αστυνομία και κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κάθε απόπειρα αντίδρασης πνίγηκε στο αίμα -η επέμβαση των δυνάμεων καταστολής ενάντια στους απεργούς του ανθρακωρυχείου Βούιζεκ στο Κατόβιτσε τρεις μέρες μετά το πραξικόπημα άφησε πίσω της 9 εργάτες νεκρούς και πάνω από 20 βαριά τραυματισμένους. Συνολικά η περίοδος της καταστολής άφησε πίσω της πάνω από 100 νεκρούς, ενώ χιλιάδες αγωνιστές παρέμειναν στις φυλακές ακόμα και μετά την άρση του στρατιωτικού νόμου.
Απολογητές
Αλλά και η υποτιθέμενη προστασία από «μια ξένη επέμβαση» δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Οι κάθε λογής απολογητές του πραξικοπήματος υποστηρίζουν ότι το μόνο που θα είχε πετύχει η «Αλληλεγγύη», αν κατάφερνε τελικά να ανατρέψει το καθεστώς, θα ήταν να προκαλέσει την επέμβαση των Ρωσικών τανκς -όπως είχε γίνει το 1968 στην Τσεχοσλοβακία μετά την «Άνοιξη της Πράγας». Ο ίδιος ο Γιαρουζέλσκι είχε υποστηρίξει πολλές φορές, δημόσια, αυτή την άποψη.
Τα μυστικά έγγραφα, όμως, που έχουν βγει στη δημοσιότητα μετά την κατάρρευση της «Σοβιετικής Ένωσης» δείχνουν ότι ο Γιαρουζέλσκι -που είχε αναλάβει την πρωθυπουργία στις αρχές του 1981- είχε ζητήσει επανειλημμένα τη «βοήθεια» των Ρωσικών στρατευμάτων για να αντιμετωπίσει την «απειλή» της Αλληλεγγύης. Η άρνηση της Ρωσίας τον ανάγκασε τελικά να διακινδυνεύσει τη λύση της κήρυξης του στρατιωτικού νόμου.
Το 1981 ο Γιαρουζέλσκι κατάφερε να σώσει το καθεστώς από την οργή των εργατών. Αλλά δεν κατάφερε να αντιστρέψει την ροή της ιστορίας. Η κρίση που είχε πυροδοτήσει την έκρηξη της «Αλληλεγγύης» στις αρχές της δεκαετίας του 1980 απλώθηκε μέσα στα επόμενα χρόνια σε ολόκληρο το «Ανατολικό Μπλοκ». Το 1989 τα καθεστώτα του «κρατικού καπιταλισμού» -γιατί αυτό ήταν στην πραγματικότητα αυτό που ονομαζόταν «υπαρκτός σοσιαλισμός»- άρχισαν να πέφτουν το ένα μετά το άλλο, κυριολεκτικά σαν χάρτινοι πύργοι.
Δυστυχώς η εργατική τάξη δεν κατάφερε πουθενά να επωφεληθεί πραγματικά από αυτή την ανατροπή. Η αριστερά ήταν πολύ αδύναμη και η παλιά άρχουσα τάξη κατάφερε να διασωθεί -οι σημερινοί διαβόητοι ολιγάρχες δεν είναι παρά οι απόγονοι (συχνά με την κυριολεκτική έννοια της λέξης) της παλιάς νομενκλατούρας, της κομματικής ιεραρχίας, που κυβερνούσε την εποχή του «σοσιαλισμού» τις χώρες του «Ανατολικού Μπλοκ».
Παρά την επιτυχία της αυτή, όμως, η άρχουσα τάξη δεν έχει καταφέρει πουθενά να ξαναστήσει χούντες όπως του Γιαρουζέλσκι. Και η ιστορία δεν έχει πει, προφανώς, ακόμα την τελευταία της λέξη.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η Πολωνία βυθίστηκε σε μια τρομαχτική κρίση, μια κρίση παρόμοια με αυτή που ζούμε εμείς σήμερα στην Ελλάδα: το 1979 το ΑΕΠ έπεσε δυο μονάδες κάτω. Το 1980 έχασε άλλες 8 μονάδες. Το 1981 η οικονομία ήταν πια σε ελεύθερη πτώση: οι εκτιμήσεις για την πτώση του ΑΕΠ ποικίλουν από το 15 μέχρι το 20% -και αυτά μέσα σε μια και μοναδική χρονιά.
Η "σοσιαλιστική" κυβέρνηση προσπάθησε -τι πρωτότυπο- να μεταφέρει την κρίση στις πλάτες των εργατών. Την 1η Ιούλη του 1980, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανακοίνωσε ότι από εδώ και πέρα τα "λαϊκά καταστήματα" (που πουλούσαν επιδοτούμενα τρόφιμα για τους εργάτες) θα διέθεταν μόνο δεύτερης διαλογής κρέας -τα κρέας καλής ποιότητας θα πωλείτο πλέον μόνο από τα «ελεύθερα καταστήματα» -σε τιμές απλησίαστες, εννοείται, για τους εργάτες. Η ανακοίνωση ήταν η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει: πυροδότησε ένα πρωτοφανές κύμα απεργιών που σάρωσε κυριολεκτικά τα μεγαλύτερα βιομηχανικά κέντρα της χώρας.
Η κυβέρνηση προσπάθησε να ελέγξει την κατάσταση με την παλιά, δοκιμασμένη της συνταγή: την καταστολή. Μόνο που αυτή τη φορά, αντί να "συνετίσει" τους εργάτες, το μόνο που κατάφερε ήταν να τους εξαγριώσει ακόμα περισσότερο. Από αυτή την οργή γεννήθηκε η "Αλληλεγγύη", ένα "ανεξάρτητο συνδικάτο" που στο απόγειο της δύναμής του, το φθινόπωρο του 1980, έφτασε να έχει 10 εκατομμύρια μέλη.
Η αφορμή για τη δημιουργία της ήταν η στοχοποίηση από την διεύθυνση του τεράστιου ναυπηγείου Λένιν που βρισκόταν στην πόλη Γκτάνσκ μιας εργάτριας, της Άννας Βαλεντίνοβιτς. Η Βαλεντίνοβιτς συμμετείχε σε μια από τις μισό-παράνομες ομάδες "υποστήριξης των εργατών" που είχαν ξεπηδήσει από την κρίση και την επίθεση του καθεστώτος. Η αντίδραση της ομάδας ήταν άμεση: έβγαλε μια χειρόγραφη καταγγελία την οποία μοίρασε υπόγεια στο ναυπηγείο. Εξοργισμένο, ένα τμήμα των εργατών σταμάτησε αμέσως τη δουλειά και έκανε πορεία μέσα στο εργοστάσιο, καλώντας και τους υπόλοιπους να κατέβουν σε απεργία. Το αποτέλεσμα ήταν μια καθολική απεργία που απλώθηκε μέσα στις επόμενες μέρες σε όλα τα γύρω εργοστάσια.
Τα αφεντικά τρομοκρατήθηκαν. Για να εμποδίσει την εξάπλωση της "πυρκαγιάς" η κυβέρνηση διέκοψε τις τηλεπικοινωνίες ανάμεσα στο Γκτανσκ και την υπόλοιπη χώρα. Μάταια. Οι εργάτες έφτιαξαν μια "Δια - επιχειρησιακή απεργιακή επιτροπή" και εξέδωσαν μια καθημερινή εφημερίδα, την "Αλληλεγγύη" που έφτασε να τυπώνεται σε 30.000 αντίτυπα.
Απεργιακές επιτροπές
Απεργιακές επιτροπές άρχισαν να ξεπηδάνε στη μια βιομηχανική περιοχή μετά την άλλη. Στις 31 Αυγούστου η τοπική «κυβέρνηση» του Γκτανσκ αναγκάστηκε να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους αντιπροσώπους των απεργιακών επιτροπών.
Οι διαπραγματεύσεις έγιναν μέσα στο ναυπηγείο Λένιν και μεταδόθηκαν ζωντανά από τα μεγάφωνα του εργοστασίου στους χιλιάδες απεργούς που είχαν συγκεντρωθεί για να τις παρακολουθήσουν. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποδεχτεί και τα «21 σημεία» που είχαν θέσει οι απεργιακές επιτροπές.
Η «Αλληλεγγύη» δεν ήταν απλά και μόνο ένα συνδικάτο. Μέσα από την δράση τους οι εργάτες της Πολωνίας είχαν ανακαλύψει ξανά αυτό που είχαν εφεύρει 75 χρόνια πριν οι συνάδελφοί τους στη Ρωσία: τα εργατικά συμβούλια. Και τώρα η νίκη στο Γκντανσκ με τη συνθηκολόγηση της κυβέρνησης -κάτι αδιανόητο λίγους μόνο μήνες πριν- χάριζε στις απεργιακές επιτροπές τρομαχτική αίγλη.
Ταυτόχρονα, όμως, τις έβαζε αντιμέτωπες και με τρομαχτικές ευθύνες. Τι θα έπρεπε να κάνει τώρα η “Αλληλεγγύη”; Να ανατρέψει το σταλινικό καθεστώς και να διεκδικήσει την εξουσία; Ή να συμβιβαστεί, διεκδικώντας απλά και μόνο κάποιες μικροβελτιώσεις;
Δυστυχώς αυτό που επικράτησε ήταν η λογική του συμβιβασμού. Και το βασικό επιχείρημα που έκανε την πλάστιγγα να γύρει προς την μετριοπάθεια ήταν το ίδιο ακριβώς που επικαλούνται σήμερα οι απολογητές του πραξικοπήματος και του Γιαρουζέλσκι: ο κίνδυνος της Ρωσικής επέμβασης. Το κίνημα έλεγαν οι «θεωρητικοί» της «Αλληλεγγύης» ήταν υποχρεωμένο να επιδείξει αυτοσυγκράτηση.
Η κρίσιμη αναμέτρηση ήρθε τον Μάρτη του 1981, ύστερα από μια επιδρομή της αστυνομίας στα τοπικά γραφεία της «Αλληλεγγύης» στο Μπιντγκός. Σαν απάντηση στην πρόκληση, η ηγεσία της “Αλληλεγγύης” κάλεσε σε γενική απεργία για τις 31 Μάρτη.
Η κυβέρνηση πανικοβλήθηκε. Ο Γιαρουζέλσκι πίεσε, με τη μεσολάβηση της εκκλησίας και την απειλή των ρωσικών τανκς, την ηγεσία της “Αλληλεγγύης”, να ανακαλέσει την απεργία. Η ηγεσία «πείστηκε». Ο Λεχ Βαλέσα, ο «πρόεδρος» της “Αλληλεγγύης” βγήκε, λίγες ώρες πριν το ξημέρωμα της 31ης Μάρτη, στην τηλεόραση και ανακάλεσε την απεργία.
Η ανάκληση έσπασε το ηθικό των εργατών. Η «Αλληλεγγύη» άρχισε να συρρικνώνεται. Ο Γιαρουζέλσκι ξέχασε όλες του τις εκκλήσεις για μετριοπάθεια και έτρεξε να αξιοποιήσει αυτή την αδυναμία για να συντρίψει τους εργάτες: αντί να προστατέψει το κίνημα από τα ρωσικά τανκς, η πολιτική της «αυτοσυγκράτησης» οδήγησε στο πραξικόπημα της 13 Δεκέμβρη, τον στρατιωτικό νόμο και τους νεκρούς.

