Διεθνή
Βραζιλία: Οργή για το κατάντημα του P.T.

Περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι διαδήλωσαν στις πόλεις της Βραζιλίας πριν δέκα μέρες. Στο Σάο Πάολο οι διαδηλωτές ξεπέρασαν το 1 εκατομμύριο. Διάφοροι σχολιαστές ισχυρίζονται ότι ήταν οι μεγαλύτερες διαδηλώσεις από το 1985 όταν έπεσε η στρατιωτική χούντα. ΜΜΕ όπως η Γουόλ Στρητ Τζέρναλ, ο Εκόνομιστ και άλλα παρείχαν εκτενή και επιδοκιμαστική κάλυψη. Ο λόγος είναι απλός: οι διαδηλώσεις απαιτούσαν την καθαίρεση της Ντίλμα Ρούσεφ, της προέδρου της Βραζιλίας που είναι επικεφαλής του Κόμματος των Εργατών (ΡΤ), του αριστερού κόμματος που κυβερνάει τη χώρα από το 2002. 
 
Τις διαδηλώσεις πυροδότησαν οι εξελίξεις στο σκάνδαλο της Petrobras, της κρατικής εταιρείας ενέργειας. Πρόκειται για έναν κολοσσό, μια κρατική πολυεθνική που δραστηριοποιείται στη Λ. Αμερική και σε όλο τον κόσμο. Είναι η ενσάρκωση του success story του βραζιλιάνικου καπιταλισμού, ενός τοπικού ιμπεριαλισμού στην πραγματικότητα, και μάλιστα υπό αριστερή κυβέρνηση. 
 
Το σκάνδαλο αφορά τα μπαξίσια που έδιναν κάτω από το τραπέζι εταιρείες που ήθελαν να κάνουν μπίζνες με την Petrobras. Κάποια
από αυτά τα δις δολάρια στο πέρασμα των (πολλών) χρόνων, κατέληξαν στις τσέπες και τα ταμεία πολιτικών και κομμάτων. Πρόσφατα συνελήφθησαν οι πρόεδροι της Βουλής και της Γερουσίας, μέλη κι οι δυο τους ενός κόμματος που συγκυβερνάει με το ΡΤ, στελέχη του οποίου επίσης έχουν συλληφθεί. Κι η Ρούσεφ υπήρξε υπουργός Ενέργειας σε προηγούμενες κυβερνήσεις του ΡΤ. 
 
Το υπόβαθρο της δυσαρέσκειας το δίνει η οικονομική κρίση. Το ρεάλ, το νόμισμα της Βραζιλίας, χάνει την αξία του και ο πληθωρισμός ανεβαίνει. Για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια ο κρατικός προϋπολογισμός ήταν ελλειμματικός και η κυβέρνηση της Ρούσεφ εφάρμοσε τις γνωστές συνταγές: φοροαπαλλαγές για τις επιχειρήσεις, αύξηση έμμεσων φόρων και περικοπές για τις κοινωνικές υπηρεσίες. 
 
Δυσαρέσκεια
 
Η δεξιά σπεύδει να εκμεταλλευτεί τη δυσαρέσκεια. Έχασε τις προεδρικές εκλογές του περσινού Οκτώβρη, όταν η Ρούσεφ επανεκλέχτηκε, αλλά, με μικρή διαφορά. Στις διαδηλώσεις της 15 Μάρτη κυριαρχούσαν τα συνθήματα όπως «Κάτω η Ντίλμα» αλλά δίπλα σε αυτά ακούγονταν άλλα όπως «Λιγότεροι φόροι, λιγότερο κράτος» ή «Πατρίδα μου είναι η Βραζιλία όχι η Βενεζουέλα και η Κούβα».
 
 Τους τελευταίους μήνες πυκνώνουν οι εκκλήσεις από στρατηγούς και πολιτευτές της δεξιάς για την ανάγκη ο στρατός να «σώσει τη χώρα από τον κομμουνισμό». 
 
Για χρόνια οι κυβερνήσεις του ΡΤ υποτίθεται ότι ήταν η ενσάρκωση μιας «ρεαλιστικής» ρήξης με τον νεοφιλελευθερισμό και τη λιτότητα. Το κράτος σε συνεργασία με την «ιδιωτική πρωτοβουλία» εξασφάλιζε την οικονομική ανάπτυξη μέσω των επενδύσεων και των εξαγωγών. Παράλληλα, έπαιρνε φιλολαϊκά μέτρα: αύξησε τον κατώτερο μισθό και σύνταξη, σωρευτικά κατά 66% σε πραγματικές τιμές, καθιέρωσε κοινωνικά επιδόματα που βοήθησαν εκατομμύρια ανθρώπους να ξεφύγουν από τη μεγάλη φτώχεια. 
 
Όμως, η Βραζιλία παρέμεινε μια από τις πιο άνισες ταξικά κοινωνίες στο κόσμο. Και από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 το ποσοστό κέρδους του βραζιλιάνικου καπιταλισμού άρχισε να πέφτει, όπως έχει αναλύσει πρόσφατα ο μαρξιστής οικονομολόγος Μάικλ Ρόμπερτς. Αυτό που κρατούσε στον αφρό την οικονομία του ήταν το εξαγωγικό μπουμ. Μετά από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008-9 άρχισε κι αυτό να φθίνει. Οι ρυθμοί ανάπτυξης πέφτουν, το δημόσιο χρέος μεγαλώνει. Και για να αποπληρωθεί ήρθαν οι περικοπές σε επιδόματα και επιδοτήσεις για ενέργεια, στέγαση και συγκοινωνίες που χτύπησαν τους εργάτες και τους φτωχούς.