“Αυτές οι επιχειρήσεις μπορούν να διεξαχθούν με τον εξής τρόπο. Είτε καταστρέφοντας χωριά (βάζοντας φωτιά, ανατινάζοντάς τα και τοποθετώντας νάρκες μέσα στα ερείπιά τους) και ιδιαίτερα αυτά τα πληθυσμιακά κέντρα που είναι δύσκολο να τα ελέγξουμε σε μόνιμη βάση. Είτε διεξάγοντας επιχειρήσεις σάρωσης και ελέγχου, σύμφωνα με τις εξής οδηγίες: περικύκλωση των χωριών, εξαπολύοντας ελέγχους στο εσωτερικό τους. Σε περίπτωση αντίστασης, οι ενοπλοι πρέπει να εξολοθρεύονται και ο πληθυσμός να απελαύνεται έξω από τα σύνορα του κράτους”.
Αυτή ήταν η γενική οδηγία που δέχτηκε η ένοπλη σιωνιστική οργάνωση Χαγκανά στις αρχές του 1948. Να διαλύσει όλα τα παλαιστινιακά χωριά, να μην αφήσει τίποτα όρθιο, να εξορίσει όσο το δυνατόν περισσότερους Παλαιστίνιους και να χρησιμοποιήσει κάθε δυνατό μέσο. Ήταν το λεγόμενο Σχέδιο Ντάλετ (Δέλτα) με το οποίο το σιωνιστικό κίνημα έμπαινε στην τελική ευθεία για την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Στις 14 Μάη του 1948, ο Νταβίντ Μπεν-Γκουριόν σε μια συγκέντρωση στο Τελ Αβίβ που είχε ανακοινωθεί μόνο μερικές ώρες νωρίτερα, ανακοίνωνε ότι το Ισραήλ είχε πλέον ιδρυθεί. Τουλάχιστον 250 χιλιάδες Παλαιστίνιοι είχαν ήδη εκδιωχθεί καθώς υλοποιούταν το Σχέδιο Ντάλετ με όλες τις φρικιαστικές του οδηγίες.
Η ανακήρυξη του κράτους δεν ήταν όμως το τέλος του εγκλήματος, αλλά μόνο η αρχή. Με το που ανακηρύχθηκε το κράτος, οι ένοπλες τρομοκρατικές οργανώσεις μετατράπηκαν σε “επίσημους” κρατικούς θεσμούς, η Χαγκανά έγινε ο “ισραηλινός στρατός”. Οι Μεγάλες Δυνάμεις έτρεξαν να αναγνωρίσουν το “κράτος” του Ισραήλ. Πρώτες οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνώρισαν ντε φάκτο το σιωνιστικό κράτος. Μέσα σε τρεις μέρες ωστόσο η ΕΣΣΔ του Στάλιν έριξε το βάρος της ανακοινώνοντας πλήρεις διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ.
Οι σιωνιστές πήραν πράσινο φως για να “ολοκληρώσουν” το σχέδιό τους. Μέχρι τις αρχές του 1949 είχε εξελιχθεί η Νάκμπα, η μεγάλη καταστροφή για τους Παλαιστίνιους. Περίπου 800 χιλιάδες είχαν εγκαταλείψει κυνηγημένοι τη γη τους, καταφεύγοντας όπου μπορούσαν. Το σιωνιστικό σχέδιο ήταν ωστόσο πιο κυνικό από ό,τι μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν οι πρόσφυγες εκείνους τους μήνες. Δεν ήταν μόνο ένας μαζικός διωγμός μέσω τρομοκρατίας, αλλά συστηματική καταστροφή των παλαιστινιακών χωριών και πόλεων, σβήσιμο μιας ολόκληρης κοινωνίας και της παρουσίας της για αιώνες.
Δεν έπρεπε να μείνει ούτε ίχνος, να μην υπάρχει καν σκέψη για επιστροφή των προσφύγων. Μέσα στα 78 χρόνια που πέρασαν από τη Νάκμπα, το παλαιστινιακό κίνημα κατάφερε να αρνηθεί τον πυρήνα αυτού του σχεδίου. Το Ισραήλ έκαψε και ισοπέδωσε τα χωριά, αλλά δεν εξαφάνισε τους Παλαιστίνιους. Ο γενοκτονικός πόλεμος στη Γάζα τα τελευταία δυόμισι χρόνια είναι το πιο σύγχρονο επεισόδιο του ίδιου σχεδίου που εξαπέλυσαν το 1947-48. Ο λόγος ύπαρξης και ο τρόπος ύπαρξης όλων των θεσμών του Ισραήλ ήταν και είναι αυτό που ξεκαθάριζε το σχέδιο Ντάλετ: κάψτε, διώξτε και σκοτώστε.
Οι Άγγλοι μπορεί να το έπαιζαν θύματα στις τελευταίες φάσεις της υλοποίησης της Νάκμπα, αλλά κανένα Ισραήλ δεν είχε δημιουργηθεί χωρίς την υποστήριξη των ιμπεριαλιστών. Η “Εντολή” που πήραν οι Άγγλοι από την Κοινωνία των Εθνών το 1920, καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρεε, περιλάμβανε τη “Διακήρυξη του Μπάλφουρ”. Το Νοέμβρη του ‘17, ο Υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας, Μπάλφουρ, έστειλε μήνυμα προς τη Σιωνιστική Ομοσπονδία, ανακοινώνοντας πως “η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος τάσσεται υπέρ της ίδρυσης στην Παλαιστίνη μιας εθνικής εστίας για τον Εβραϊκό λαό και θα κάνει το κατά δύναμιν για να εξυπηρετήσει την υλοποίηση αυτού του σκοπού”.
Σιωνισμός
Οι σιωνιστές ήταν τότε μια μικρή προνομιούχα μειοψηφία μέσα στις εβραϊκές κοινότητες της Ευρώπης. Ανάμεσα στους Εβραίους της Ανατολής η παρουσία τους ήταν μηδαμινή. Ο σιωνισμός ήταν μια πολιτική ιδεολογία που διαμορφώθηκε από Εβραίους διανοούμενους στα τέλη του 19ου αιώνα η οποία για να απαντήσει στο καινούργιο τότε κύμα αντισημιτισμού έψαχνε τη λύση προς τη φυγή. Στον τοίχο πίσω από τον Μπεν Γκουριόν όταν ανακοίνωνε την ίδρυση του Ισραήλ το Μάη του ‘48 υπήρχε μία μόνο φωτογραφία, αυτή του Τέοντορ Χερτσλ, του ιδρυτή του σιωνισμού. Ο Χερτσλ είχε γράψει κάποτε στο ημερολόγιό του ότι θα ήθελε να έχει γεννηθεί Πρώσος αριστοκράτης. Αλλά η μοίρα τον έκανε να ανήκει σε μια μειονότητα πάνω στην οποία ο καπιταλισμός έριξε το πιο μαζικό του ρατσιστικό δηλητήριο εντός Ευρώπης.
Η λύση που ονειρευόταν ο Χερτσλ ήταν οι Εβραίοι να φτιάξουν κάπου μια δική τους αποικία στην οποία να γίνουν οι ίδιοι το αντίστοιχο των Πρώσων αριστοκρατών, κι έτσι να γίνουν “δεκτοί” σαν ισότιμο μέλος πλάι στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά έθνη. Στην εποχή της αποικιοκρατίας, το επιχείρημα ήταν πως αν θες να είσαι πραγματικός Ευρωπαίος, πρέπει να κατακτήσεις και να υποτάξεις κάποιο λαό της Ασίας ή της Αφρικής. Η Παλαιστίνη ήταν, ανάμεσα σε άλλες επιλογές, η πιο προσιτή λύση. Είχαν εξάλλου αρχίσει να καταφεύγουν εκεί διωγμένοι Εβραίοι από τα πογκρόμ του Τσάρου. Ο αρχικός ντόπιος πληθυσμός Αράβων Εβραίων ήταν περίπου 4%.
Για πολλούς Ευρωπαίους αντισημίτες, το να φύγουν οι Εβραίοι προς οποιαδήποτε κατεύθυνση ήταν συμβατό με το ρατσισμό τους. Ιδιαίτερα μάλιστα αν αυτή η φυγή συνδυαζόταν με ευκαιρίες για καλύτερο έλεγχο σε βάρος των ντοπιων Αράβων. Οι Βρετανοί στήριξαν τη σιωνιστική προπαγάνδα και τη σιωνιστική δραστηριότητα στην Παλαιστίνη μέχρι και στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, διευκόλυναν και κάλυψαν τις επιθέσεις και τις σφαγές σε βάρος των Παλαιστίνιων.
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, ο φρεσκοφτιαγμένος ΟΗΕ ανέλαβε να “λύσει” το πρόβλημα της Παλαιστίνης. Ποιο όμως ήταν αυτό το “πρόβλημα”; Αν έφευγαν οι Άγγλοι, η αναμενόμενη λύση θα ήταν η ανεξαρτησία της Παλαιστίνης. Το γεγονός ότι εκεί δεν ζούσαν μόνο Άραβες δεν ήταν ούτε πρόβλημα, ούτε πρωτοφανές. Στις πόλεις οι διαφορετικές εθνικές, γλωσσικές και θρησκευτικές κοινότητες αλληλεπιδρούσαν για αιώνες χωρίς ζήτημα. Ο σιωνισμός είχε διαταράξει αυτή την ισορροπία, προτρέποντας τους Εβραίους να διαχωριστούν από τους ντόπιους, αλλά αυτό θα μπορούσε να είναι παροδικό.
Όμως η επιτροπή του ΟΗΕ αυτό που άρχισε να συζητάει αμέσως ήταν το πώς θα χαραχτούν τα σύνορα ανάμεσα σε δύο κράτη. Αποδέχτηκε δηλαδή το βασικό αίτημα του σιωνισμού, να φτιαχτεί ένα ξεχωριστό κράτος για μία μειονότητα. Οι διαπραγματεύσεις κράτησαν μήνες και κατέληξαν στο διαβόητο ψήφισμα 181 (Νοέμβρης 1947) που απέδιδε το 55% των εδαφών στο εβραϊκό κράτος και το 42% στο αραβικό κράτος. Η Ιερουσαλήμ θα παρέμενε υπό διεθνή διοίκηση. Στην πραγματικότητα οι Άραβες ήταν τα δύο τρίτα του πληθυσμού και σε εβραϊκή κατοχή είχε περάσει κάτω από 10% της γης.
Όμως, για τους σιωνιστές, το ψήφισμα του ΟΗΕ δεν ήταν ικανοποίηση των σκοπών τους, παρά ένα σήμα για να μπει σε κίνηση ο μεγάλος διωγμός. Ο ισραηλινός ιστορικός Ιλάν Παπέ γράφει για μία από τις πρώτες επιθέσεις της Χαγκανά στα τέλη του ‘47, στο χωριός Μπάλαντ αλ-Σέιχ: “Ο διοικητής πήρε εντολή να περικυκλώσει το χωριό, να σκοτώσει όσο το δυνατόν περισσότερους άντρες, να καταστρέψει περιουσίες αλλά να μην επιτεθεί σε γυναίκες και παιδιά. Η επίθεση έγινε στις 31 Δεκέμβρη και κράτησε τρεις ώρες. Άφησε πίσω της 60 νεκρούς, όχι όλους τους άντρες. Αλλά… στην επόμενη συνάντηση του Συμβουλίου, αποφασίστηκε ότι ο διαχωρισμός ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες δεν θα γίνει την επόμενη φορά”.
Τρεις μέρες νωρίτερα η σιωνιστική συμμορία Στερν είχε εξαπολύσει μια βάρβαρη δολοφονική επίθεση στη Λιφτά, κοντά στην Ιερουσαλήμ. Άνοιξαν πυρ με πολυβόλα χτυπώντας κόσμο που καθόταν σε καφετέριες και περνούσε με το λεωφορείο. Η Χαγκανά καταδίκασε αρχικά την επίθεση, αλλά όταν είδαν πως το αποτέλεσμα ήταν πολλοί Άραβες να εγκαταλείψουν το χωριό, άρχισαν να αντιγράφουν τις μεθόδους. Μέχρι το Μάη του 1948 η συνεργασία της Χαγκανά με τη Στερν και άλλες συμμορίες όπως η Ιργκούν θα προχωρήσει ακόμη περισσότερο. Τελικά όλοι τους θα έβρισκαν θέση στις IDF, τον σημερινό ισραηλινό στρατό.
Σφαγές
Στις 9 του Απρίλη εξελίχθηκε μία από τις πιο εμβληματικές σφαγές. Η Χαγκανά είχε κάνει μια συμφωνία με τους κατοίκους του χωριού Ντέιρ Γιασίν κι έτσι έστειλε τη Στερν και την Ιργκούν. Σάρωσαν το χωριό με πολυβόλα, σκότωσαν στην τύχη όσους πέτυχαν. Έπειτα μάζεψαν όσους είχαν απομείνει, τους εκτέλεσαν εν ψυχρώ, βιάζοντας γυναίκες και σκοτώνοντάς τες μετά. Η εκστρατεία τρομοκρατίας δούλευε, οι Παλαιστίνιοι έφευγαν κυνηγημένοι.
Η σιωνιστική ηγεσία γενίκευσε την τακτική, επιχειρώντας να αδειάσει όλα τα αστικά κέντρα από Άραβες. Από την Άκρα κοντά στο Λίβανο μέχρι τη Γιάφα (στο σημερινό Τελ Αβίβ), ακολούθησαν την εντολή “Σκοτώστε όποιον Άραβα συναντάτε. Πυρπολήστε όλα τα εύφλεκτα αντικείμενα και σπάστε τις πόρτες με εκρηκτικά”. Τα λόγια ανήκουν στον Μορδεχάι Μακλέφ που αργότερα έγινε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Ισραήλ. Σε όλη την παλαιστινιακή ακτή, οι Παλαιστίνιοι σπρώχνονταν προς τη θάλασσα, προσπαθούσαν να εγκαταλείψουν με ψαρόβαρκες που βούλιαζαν. Κάποιοι κατάφερναν να φτάσουν ως τη Γάζα, οι πρώτοι πρόσφυγες που έφτασαν εκεί την Άνοιξη του ‘48.
Μόνο το Μάη του 1948, τα γειτονικά αραβικά κράτη αποφάσισαν να δείξουν ότι θέλουν να φρενάρουν τη σιωνιστική θηριωδία, αλλά και αυτό το έκαναν με ελάχιστο ζήλο. Το Ισραήλ βρήκε ευκαιρία να κλιμακώσει τους διωγμούς αφού πλέον… “δεχόταν επίθεση”. Στο μεταξύ, οι ΗΠΑ έχουν βάλει στην άκρη κάθε επιφύλαξή τους υπέρ του Ισραήλ, ο Στάλιν είχε αφήσει άναυδα όλα τα κομμουνιστικά κόμματα της περιοχης με τον ξαφνικό εναγκαλισμό του με τους σιωνιστές, η Τσεχοσλοβακία (του Ανατολικού τότε μπλοκ) τροφοδοτούσε ασταμάτητα με όπλα τις ισραηλινές συμμορίες. Ο ΟΗΕ έτρεχε να μαζέψει τη φωτιά που είχε ανάψει. Ο Σουηδός μεσολαβητής των Ηνωμένων Εθνών, Φόλκε Μπερναντότ, δολοφονήθηκε το Σεπτέμβρη του 1948 από τη Στερν στην Ιερουσαλήμ. Το ψήφισμα 194 για το Δικαίωμα Επιστροφής των Προσφύγων εγκρίθηκε από τον ΟΗΕ το Νοέμβρη. Αλλά οι Ισραηλινοί συνέχιζαν να κυνηγάνε Παλαιστίνιους προς πάσα κατεύθυνση ως τις αρχές του ‘49.
Αυτή είναι η ιστορία πίσω από αυτό που αποκαλεί το Ισραήλ το “δικαίωμα του να υπάρχει”. Το Ισραήλ είναι συνώνυμο της διαρκούς Νάκμπα, που ξεκίνησε το ‘47 και συνεχίζεται ως σήμερα. Το “δικαίωμα” αυτό δεν έχουμε κανένα λόγο να του το αναγνωρίσουμε. Έχουμε το καθήκον να στηρίξουμε την Αντίσταση απέναντι σε αυτή την κρατική μηχανή ρατσισμού και θανάτου.

