Διεθνή
ΠΑΡΙΣΙ, 10 χρόνια μετά
Εξεγέρσεις ενάντια στην αστυνομική καταστολή συγκλόνισαν τα γαλλικά προάστια πριν δέκα χρόνια. Ο Ομάρ Σλαουτί, ακτιβιστής στην Αρζaντέιγ, κοντά στο Παρίσι, μιλάει για τις ρίζες τους, την πολιτική και την παρακαταθήκη που άφησαν. Ο Ομάρ είναι μέλος της Καμπάνιας για τον Αλί Ζιρί, του δολοφονημένου από την Αστυνομία το 2009. Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του γαλλικού NPA l’Anticapitaliste και στο Socialist Worker του Λονδίνου. Μεταφράστηκε από το Μανώλη Σπαθή.
Τι πυροδότησε τις εξεγέρσεις, και ποια ήταν η απόφαση του δικαστηρίου σε σχέση με αυτά τα γεγονότα;
Στις 6:12μμ της 27ης Οκτωβρίου του 2005 στο Κλισί-σου-Μπουά, στα περίχωρα του Παρισιού, ο Μπουνά Τραορί και ο Ζιγιέτ Μπεννά πέθαναν αφού χτυπήθηκαν από ρεύμα τάσης 20.000V. Ήταν 15 και 17 χρονών αντίστοιχα. Ο φίλος τους Μουιτίν τραυματίστηκε σοβαρά. Για αρκετά λεπτά η συνοικία τους, το Σεν Πουατιέ, βυθίστηκε στο σκοτάδι.
Αυτή η παρέα των φίλων είχε μόλις φύγει από ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, με τη μπάλα στα χέρια, για να αποφύγουν μια εξακρίβωση της αστυνομίας. Η αστυνομία τους κυνήγησε και αυτοί κρύφτηκαν στον υποσταθμό της ΔΕΗ. Τα λόγια ενός αξιωματικού στο κέντρο επιχειρήσεων της αστυνομίας ακούγονται σαν θανατική καταδίκη: «αν μπουν στον υποσταθμό δεν τους κόβω να έχουν πολλές ελπίδες». Η αστυνομία έφυγε από τον τόπο του συμβάντος χωρίς να καλέσει βοήθεια.
Το δικαστήριο όμως, φέτος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι (οι αστυνομικοί) δεν είχαν αντιληφθεί την ύπαρξη «κάποιου επερχόμενου κινδύνου». Απαλλάχτηκαν. Για το δικαστικό σύστημα δεν υπήρξαν θύματα. Φεύγοντας από το δικαστήριο ο Αντέλ, αδερφός του Ζιγιέτ είπε «την αστυνομία δεν την αγγίζει κανείς».
Οι εξεγέρσεις στα φτωχά προάστια πάντα συνδέονταν με τους θανάτους νεαρών στους οποίους εμπλεκόταν η αστυνομία. Και το δικαστικό σύστημα σε όλες τις περιπτώσεις έχει σταθεί στο πλευρό της αστυνομίας.
Πώς αντέδρασαν οι αρχές στην εξέγερση;
Αρχικά αρνήθηκαν τα ίδια τα γεγονότα. Ο υπουργός Εσωτερικών Νικολά Σαρκοζί και ο πρωθυπουργός Ντομινίκ ντε Βιλπέν είπαν την επόμενη μέρα ότι η αστυνομία δεν είχε καταδιώξει τους Τραορί και Μπεννά. Από το βράδυ της ίδιας μέρας που πέθαναν οι δύο νέοι, η βίαιη καταστολή της αστυνομίας άναψε το φιτίλι της πυριτιδαποθήκης της φτώχειας και της περιφρόνησης. Με τον ίδιο τρόπο επίδρασε και η εκτόξευση χειροβομβίδας στο τζαμί της περιοχής Κλισί-σου-Μπουά κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού.
Οι φλόγες της εξέγερσης απλώθηκαν σε περισσότερες από 200 πόλεις. Πολλοί πολιτικοί, διανοητές και δημοσιογράφοι επιχείρησαν να αναπλάσουν το ερώτημα του ρατσισμού και της φτώχειας με κριτήριο την εθνική καταγωγή των εξεγερμένων. Ο συγγραφέας Αλέν Φίνκελκροτ είπε «αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι φτωχοί, είναι Μουσουλμάνοι». Ο Ζεράρ Λαρσί, υπουργός Εργασίας, υποστήριξε ότι το πρόβλημα αφορά στην πολυγαμία! Ο Βιλπέν κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, χρησιμοποιώντας έναν νόμο από το 1955 όταν η Γαλλία ξεκίνησε τον πόλεμο ενάντια στην αλγερινή ανεξαρτησία και είχε χρησιμοποιηθεί τελευταία φορά το 1984 στην αποικία της Νέας Καληδονίας.
Η καταστολή έγινε η πολιτική έκφραση του τρόπου που γινόντουσαν αντιληπτοί οι φτωχοί άνθρωποι των προαστίων. Τα προάστια έγιναν πειραματικά εργαστήρια για τη δημιουργία νέων τρόπων τσακίσματος κάθε κοινωνικού αγώνα. Σαν τέτοιο θα πρέπει να νομιμοποιήσουμε και να περιγράφουμε κάθε μορφή αντι-βίας. Όσο για το Κλισί-σου-Μπουά, μια γραμμή τραμ επρόκειτο να φτιαχτεί το 2005 για να καταστήσει πιο ανοιχτή την πόλη και να βελτιώσει την πρόσβαση σε θέσεις εργασίας. Το έργο αυτό αναβλήθηκε για το 2018.
Ποιες ήταν οι μορφές, η δυναμική και τα όρια αυτής της εξέγερσης;
Πρώτα και κύρια ήταν η ανάγκη του κόσμου να υψώσει ανάστημα και να υπερασπιστεί την αξιοπρέπεια του. «Οι ζωές μας αξίζουν όσο και οι δικές σας!», «οι δικοί μας θάνατοι είναι δικό σας πρόβλημα!». Συγκρούσεις ξέσπασαν ανάμεσα στον κόσμο των γειτονιών και την αστυνομία – μόνο την αστυνομία.
Ο τρόπος με τον οποίο απλώθηκαν (οι συγκρούσεις) σε όλη τη Γαλλία και τις αποικίες της αποκάλυψε τον συστηματικό και δομικό χαρακτήρα του κρατικού ρατσισμού. Μετά από τρεις εβδομάδες κανένας δεν μπορούσε να αγνοήσει την πολιτική διάσταση. Προφανώς και πάντα μπορούμε να εντοπίσουμε τα όρια δράσεων όπως ο εμπρησμός ενός κάδου, το πέταγμα μιας πέτρας, ή το ξέσκισμα του πουκαμίσου του αφεντικού, όπως έκαναν πρόσφατα οι εργάτες της Air France.
Αλλά αυτά είναι η έκφραση της νομιμοποιημένης αντι-βίας, και η απαρχή μιας νέας συνείδησης της συλλογικής δύναμης. Οπότε είναι πιο χρήσιμο να αναρωτιόμαστε για τα όρια της πολιτικής στήριξης που είχε αυτή η αντεπίθεση. Αυτοί που έχουν την εξουσία κάνουν ό,τι μπορούν ιδεολογικά και υλικά για να τους απομονώσουν. Μέχρι τώρα το έχουν καταφέρει.
Πώς αντέδρασαν οι διάφορες δυνάμεις του εργατικού κινήματος στην εξέγερση;
Η Επαναστατική Κομμουνιστική Λίγκα (LCR) – πρόδρομος του σημερινού Νέου Αντικαπιταλιστικού Κόμματος (NPA) – κάλεσε τον κόσμο στο δρόμο για να αμφισβητήσει την απαγόρευση κυκλοφορίας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα και οι Πράσινοι επίσης εναντιώθηκαν (στην απαγόρευση κυκλοφορίας). Η ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος (στμ. αντίστοιχο του ΠΑΣΟΚ) ρωτούσε την Δεξιά κυβέρνηση πόσες τούμπες έπρεπε να κάνει.
Η ριζοσπαστική αριστερά ήταν κατά βάση απούσα από αυτές τις περιοχές και στα δικαστήρια, όπου 526 δικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, 422 από αυτούς φυλακίστηκαν. Η απουσία «φωνάζει» σε σχέση με την αποσύνδεση της ριζοσπαστικής αριστεράς από ολόκληρα τμήματα του πληθυσμού. Παρόλα αυτά μερικούς μήνες πριν αυτές οι περιοχές ψήφισαν μαζικά Όχι – ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα της αριστεράς- στο δημοψήφισμα για το Ευρωσύνταγμα. Μερικούς μήνες αργότερα οι φοιτητές από αυτές τις συνοικίες θα βρίσκονταν ανάμεσα στα 3 εκατομμύρια διαδηλωτές ενάντια στο νόμο CPE για την απασχόληση των νέων.
Οι οργανώσεις των οποίων η πολιτική βασίζεται στην ισότητα πρέπει να επανεκκινήσουν το λογισμικό τους. Χρειάζεται να καταλάβουν ότι οι συγκεκριμένοι αγώνες ενάντια στη δομική αστυνομική βία και ενάντια στον ρατσισμό, την ισλαμοφοβία ή τις διακρίσεις ενάντια στους Ρομά είναι κεντρικοί, και όχι δευτερεύοντες. Πρέπει να αποδεχτούν την αυτό-οργάνωση αυτών των αγώνων, ως προϋπόθεση για να αναγνωρίσουν τους καταπιεσμένους ως πολιτικό υποκείμενο.
Γιατί η αστυνομική βία παίζει τόσο σημαντικό ρόλο;
Τα τελευταία 30 χρόνια έχουν γίνει συνεχείς προσπάθειες που πιέζουν προς την κατεύθυνση του «νόμος και τάξη». Νέοι νόμοι για την ασφάλεια ψηφίστηκαν το 1981, 1986, 1991, 1993, 1997, 2001 και από το 2002 μέχρι το 2008 ψηφίζονταν τουλάχιστον τρεις τον χρόνο. Κάθε ένας από αυτούς έχει περιστείλει τις ελευθερίες όλων. Αλλά κάποιοι από αυτούς αντιμετώπιζαν τους κατοίκους των προαστίων σαν ένα είδος «εσωτερικού εχθρού». Το ίδιο έκαναν και οι πολιτικοί στους λόγους τους. Στις 20 Ιουνίου του 2005 ο Σαρκοζί έδωσε μια ομιλία λέγοντας ότι ήθελε να καθαρίσει «με τη μάνικα». Στις 25 Οκτώβρη του ίδιου έτους μίλησε στην Αρζεντέιγ και χρησιμοποίησε τον όρο «όχλος». Μόλις δύο μέρες αργότερα το Κλισί-σου-Μπουά εξεγέρθηκε.
Οι πολιτικοί και πολλά από τα MME πλάθουν ένα μύθο σε σχέση με του Μαύρους, τους Άραβες, τους Ρομά και γενικότερα τους κατοίκους των προαστίων. Ονειρεύονται αξίες που τους αποδίδουν ενώ χαρακτηρίζουν τους εαυτούς τους φορείς των λεγόμενων δυτικών αξιών. Αυτό που απομένει είναι να ιεραρχήσουν αυτές τις αξίες και να μετατρέψουν την σύγκρουση των πολιτισμών σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Ο σημερινός πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς δείχνει το δρόμο. Βρίσκεται ταυτόχρονα σε πόλεμο τόσο μέσα όσο και έξω από τα σύνορα, που τόσο αγαπάει, με την ίδια ρατσιστική και νέο-αποικιακή ρητορική. Καταφέρθηκε εναντίον μιας δικαστικής απόφασης που καταδίκαζε τα ρατσιστικά κριτήρια της αστυνομίας στους ελέγχους. Αυτό αποτελεί την πολιτική στήριξη στις ρατσιστικές πρακτικές που υπάρχουν στη Γαλλία. Αυτή η προτροπή να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο μέσα από τέτοιες κατηγοριοποιήσεις είναι σχέδιο για ιδεολογική προσαρμογή. Σκοπεύει στο να διχάσει αυτούς που έχουν κάθε λόγο να ενωθούν – και για να ενώσει αυτούς που έχουν κάθε λόγο να παλεύουν ο ένας τον άλλο.
Στο μεταξύ εμείς πληρώνουμε την κρίση τους. Χρονιά με τη χρονιά η ανισότητα αυξάνει. Και στα προάστια ένας στους τρείς ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας. Οι Μουσουλμάνοι στη Γαλλία αντιμετωπίζουν περισσότερες διακρίσεις εις βάρος τους στη δουλειά από ότι οι μαύροι στις ΗΠΑ, σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη του Ιδρύματος Μουντέιν.
Τι έχει αλλάξει για το κίνημα στα προάστια και την πάλη ενάντια στην αστυνομική βία;
Αυτές οι εξεγέρσεις έχουν μακρά ιστορία αγώνων από τους μετανάστες – από το Κίνημα των Αράβων Εργατών τη δεκαετία του 1970 με διαδηλώσεις, απεργίες και συγκρούσεις. Αυτοί οι αγώνες σχημάτισαν το πολιτικό έδαφος – δυστυχώς για εκείνους τους δογματικούς που βλέπουν πραγματικούς αγώνες μόνο μέσα στους χώρους δουλειάς.
Τμήμα αυτής της ιστορίας είναι η εμπειρία ότι οι αγώνες αυτοί ενσωματώνονται από τη σοσιαλδημοκρατία, τους αρνούνται ή τους καπελώνουν. Έτσι για να αναδειχθεί μια νέα γενιά ακτιβιστών, η ανεξαρτησία του αγώνα τους είναι θεμελιώδης. Αυτό είναι και το πλαίσιο της Πορείας για Αξιοπρέπεια και Ενάντια στον Ρατσισμό που πραγματοποιήθηκε το περασμένο Σάββατο. Έφερε κοντά βετεράνους από την Πορεία για την Ισότητα και Ενάντια στον Ρατσισμό του 1983 και ακτιβιστές από πιο πρόσφατες καμπάνιες ενάντια στην αστυνομική βία.
Η πρωτοβουλία σκόπευε να είναι μια πορεία των θυμάτων της κρατικής βίας, μια πορεία όλων αυτών που παλεύουν για πραγματικά ίσα δικαιώματα. Ο σκοπός είναι να ανακτήσουμε την αξιοπρέπεια μας. Αντίθετα με όσους μας κυβερνούν εμείς δεν χάσαμε ποτέ τη δική μας.

