Η Αριστερά
H Αριστερά πέρα από τον ΣΥΡΙΖΑ: Υπάρχει εναλλακτική;
«Υπάρχει εναλλακτική;» ήταν το θέμα της συζήτησης του Μαρξισμού 2016 με ομιλητές τον Πάνο Γκαργκάνα, διευθυντή της Εργατικής Αλληλεγγύης, τον Χρήστο Λάσκο, οικονομολόγο και τον Γιάννη Μηλιό, πανεπιστημιακό ΕΜΠ. Σε αυτές τις δύο σελίδες παρουσιάζουμε τα βασικά σημεία των εισηγήσεων, ολόκληρες μπορείτε να τις βρείτε στο sekonline.gr.
Πάνος Γκαργκάνας
Η αναγκαιότητα μιας συζήτησης για την εναλλακτική είναι προφανής. Είμαστε σε συνθήκες που διαψεύδονται προσδοκίες για τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι αρκετό να πάρουμε τα πεσμένα λάβαρα του ΣΥΡΙΖΑ, να επιμείνουμε σε αυτά που υποσχόταν ο ΣΥΡΙΖΑ; Χρειαζεται κατ’ αρχή να ξεκαθαρίσουμε την εναλλακτική σε σχέση με αυτό.
Η απάντηση έχει και τις δύο όψεις. Η απάντηση εν μέρει είναι «ναι». Δεν μπορεί από την εναλλακτική να λείπει το ζήτημα «θα σκίσουμε τα μνημόνια», ότι θα υπάρξουν αυξήσεις στους μισθούς, στις συντάξεις, αποκατάσταση των κατακτήσεων που χάθηκαν στο ασφαλιστικό και σε όλους τους τομείς, των απωλειών που δέχτηκε η εργατική τάξη στα μνημονιακά χρόνια.
Ταυτόχρονα, όμως, χρειάζεται να μπουν νέα στοιχεία στην ημερήσια διάταξη. Ένα θέμα που είναι ήδη ανοιχτό είναι η σχέση με το ευρώ και την ΕΕ. Αν δεν αντιμετωπίσουμε αυτό το ζήτημα βάζουμε πάνω στο κεφάλι μας περισσότερους περιορισμούς από αυτούς που ήδη αντιμετωπίζει ένα φιλεργατικό πρόγραμμα. Όλες οι διεκδικήσεις έχουν να αντιμετωπίσουν την ντόπια άρχουσα τάξη, το κράτος της, τους θεσμούς της. Η ΕΕ είναι ένα έξτρα καπέλο πάνω σε αυτούς τους μηχανισμούς, δημιουργεί επιπλέον φραγμούς και εμπόδια. Είναι θεσμοθετημένο ότι είναι μια νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική ένωση. Το θέμα της ρήξης είναι οπωσδήποτε στο προγράμμα της εναλλακτικής λύσης.
Χρειάζεται όμως να δούμε που ακριβώς εντάσσεται μια τέτοια ρήξη, με τι ρυθμούς και τι προτεραιότητες, τι έρχεται πρώτο και τι έρχεται δεύτερο, γιατί δεν είναι κάτι το αυτονόητο. Το καθοριστικό ζήτημα πάνω σε αυτό είναι η θέση της εργατικής τάξης και αν βελτιώνεται ή δεν βελτιώνεται.
Αν π.χ βάλουμε ότι προτεραιότητα έχει να φύγουμε από την ΕΕ και το ευρώ έστω και αν αυτό σημάνει μια περίοδο θυσιών για την εργατική τάξη, κάνουμε λάθος. Έγινε αυτό, είναι το λάθος που έκανε η Λαϊκή Ενότητα και χάρισε μια επιχειρηματολογία στον Τσίπρα ότι αυτοί θα κάνουν μνημόνια με δραχμή.
Η προώθηση των διεκδικήσεων της εργατικής τάξης είναι αυτό που έχει προτεραιότητα. Επειδή το πρόγραμμά μας έρχεται να υλοποιήσει διεκδικήσεις εργατικές, γι’ αυτό έρχεται σε σύγκρουση με τον Ντράγκι, τον Σόιμπλε, τις Βρυξέλλες. Δεν το τοποθετούμε ανάποδα.
Που εντάσσεται αυτό το ξεκαθάρισμα; Εντάσσεται στο ότι η στρατηγική μας πρέπει να είναι αντικαπιταλιστική, και το τι είναι ο ορίζοντας μιας τέτοιας στρατηγικής έχει να κάνει με τον εργατικό έλεγχο. Και στο σκέλος των εργατικών δικδικήσεων και στο πολιτικό σκέλος της ρήξης με τους «θεσμούς», το ερώτημα «Ποιος ελέγχει;» είναι πολύ κεντρικό και θέλει καθαρή απάντηση.
Το θέμα του εργατικού ελέγχου έχει δεσπόζουσα θέση σε ένα αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα. Δεν είναι μια παράγραφος κάπου ανάμεσα στις άλλες. Αυτό που προσδιορίζει όλο το πρόγραμμα είναι αυτός ο στρατηγικός προσανατολισμός, ότι θα υπάρξει αλλαγή στην τάξη που έχει τον έλεγχο στα κλειδιά της οικονομίας και στους υπόλοιπους τομείς της κοινωνίας.
Αυτό σημαίνει ότι διεκδικούμε τρόπους για το πέρασμα του ελέγχου από τη μια τάξη στην άλλη, κάτι που έχει επίσης ανάγκη από ξεκαθαρίσματα. Όλη η Αριστερά αποδέχεται ότι ο στόχος είναι να φτιάξουμε μια άλλη κοινωνία που τον έλεγχο θα τον έχει η εργατική τάξη και όχι η τάξη των καπιταλιστών. Πότε όμως περνάει ο έλεγχος από τη μια τάξη στην άλλη; Πώς γίνεται αυτή η διαδικασία;
Κοινοβουλευτικός δρόμος
Είναι η συζήτηση που μας πάει στο πολιτικό ζήτημα του προγράμματος, το ζήτημα του κοινοβουλευτικού δρόμου, το ζήτημα μέχρι ποιου σημείου μπορείς να αξιοποιήσεις τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς της δημοκρατίας;
Δεν απέχουμε, συμμετέχουμε στις εκλογές - και στην εκπροσώπηση και στην κατάκτηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Όταν το 1958 η ΕΔΑ έγινε αξιωματική αντιπολίτευση πανηγύρισε όλη η εργατική τάξη και το μετέφρασε σε θυελλώδεις αγώνες. Δεν αγνοούμε τα βήματα αυτής της διαδικασίας, είναι σημαντικές πολιτικές μάχες. Είναι κομμάτι του προγράμματός μας, αλλά όμως έχει όρια αυτή η διαδικασία. Μπορεί να σε οδηγήσει στο σημείο να πάρεις τα κλειδιά της οικονομίας; Ναι ή όχι; Η ιστορική εμπειρία λέει Όχι.
Αυτή είναι μια κουβέντα που διαρκεί πολύ μέσα στην Αριστερά, δεν είναι μια στιγμιαία υπόθεση. Αλλά χρειάζεται να έχουμε καθαρό ότι είναι μια κουβέντα που γίνεται στα πλαίσια μιας ενιαιομετωπικής δράσης. Για τη δημιουργία της εναλλακτικής που τόσο έχουμε ανάγκη, είναι κρίσιμο τη συζήτηση για το ξεκαθάρισμα όλων αυτών των κλειδιών για την ολοκλήρωση του προγράμματος και της στρατηγικής, να τη δούμε σε μια διαδικασία που ταυτόχρονα και παρά τις διαφορές, παλεύουμε μαζί.
Η εναλλακτική Αριστερά θα μπορέσει να τα εκφράσει όλα αυτά, αν μπορέσει στη διαδρομή να εκφράσει την κοινωνική Αριστερά, η οποία υπάρχει εκεί πέρα έξω. Σήμερα, η συντριπτική πλειοψηφία είναι στα αριστερά του Τσίπρα. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό. Το ‘δειξε και με την ψήφο της στο Δημοψήφισμα και με την αλληλεγγύη στο πλευρό των προσφύγων. Αυτήν την κοινωνική Αριστερά πρέπει η πολιτική Αριστερά να την εκφράσει. Για να γίνει αυτό χρειάζεται ενιαιομετωπική δράση και παράλληλα να συνεχίσουμε τη συζήτηση για να ξεκαθαρίσουμε τα δύσκολα σημεία ενός αντικαπιταλιστικού προγράμματος.
Γιάννης Μηλιός
Είμαι πολύ χαρούμενος που βρίσκομαι σήμερα εδώ σε μια τέτοια συζήτηση. Θα περιοριστώ σε τέσσερις θέσεις τις οποίες θα εκθέσω συνοπτικά.
Πρώτη θέση, ότι προϋπόθεση για την εναλλακτική πρόταση είναι να μπαίνει από την Αριστερά στην ημερήσια διάταξη το στρατηγικό πρόταγμα του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Αν έχουμε κάτι να πούμε από την αρνητική εμπειρία του εγχειρήματος ΣΥΡΙΖΑ, είναι αυτό ακριβώς, ότι δεν έμπαινε. Και αυτό είναι μια μεγάλη παράδοση, και του σταλινισμού και της σοσιαλδημοκρατίας. Έχουν κοινή στάση πάνω σε αυτό το ζήτημα, αυτό που κωδικά λέμε θεωρία των σταδίων.
Δεύτερη θέση, ότι είμαστε υποχρεωμένοι να σκεφτόμαστε με όρους μαζικής πολιτικής. Το ότι μπαίνει το πρόταγμα του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού σε ημερήσια διάταξη δεν σημαίνει ότι έχουμα κάποια συνθήματα ή μια θεωρητική ανάλυση μόνο. Πρέπει να μπαίνει με όρους μαζικής πολιτικής. Και αυτό σημαίνει και ενιαίο μέτωπο και ένα μεταβατικό πρόγραμμα, μια μεταβατική πολιτική.
Τι περιεχόμενο έχει η μεταβατική πολιτική και το μεταβατικό πρόγραμμα; Αυτά που λέμε ότι είναι η σημαία που άφησε στο έδαφος ο ΣΥΡΙΖΑ. Δηλαδή, οι πολιτικές δράσεις ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό και στη λιτότητα, οι θεσμοί λαϊκής συμμετοχής και εργατικού ελέγχου και τα ταυτοτικά ζητήματα της Αριστεράς που είναι ο αντιρατσισμός, ο αντισεξισμός, ο αντιεθνικισμός, η υπεράσπιση της ειρήνης, του περιβάλλοντος.
Κεντρικό ζήτημα στη συγκυρία είναι η αντιμνημονιακή πολιτική. Αυτό το έδειξε πολύ καθαρά το δημοψήφισμα. Υπάρχει ένα ρήγμα στην ελληνική κοινωνία, υπάρχει ένα φανατισμένο και οργανωμένο και πάρα πολύ ισχυρό κοινωνικά 39% που είναι από τη μια μεριά. Και υπάρχει και το 61% από την άλλη.
Και είναι καθήκον μας να διευρύνουμε αυτό το ρήγμα, να ενσωματώσουμε και να οξύνουμε τις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης για τους μισθούς, για το κοινωνικό κράτος κλπ. Επομένως το προχώρημα από αυτό το επίπεδο σε ένα επίπεδο επιθετικό, που να έχει να κάνει με την προοπτική του εργατικού και του κοινωνικού ελέγχου, του στρατηγικού προτάγματος του σοσιαλισμού και του κομμμουνισμού.
Θέση τρίτη, στον ιδεολογικό αγώνα πρέπει να αποφύγουμε μια πάρα πολύ επικίνδυνη ρεφομιστική, αλλά στην ουσία, αστική αντίληψη, ότι η λιτότητα αποτελεί «λάθος πολιτική» που εμείς πρέπει να διορθώσουμε. Η λιτότητα δεν είναι «λάθος πολιτική», είναι η σωστή πολιτική για το κεφάλαιο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να αντιμετωπίσει το κεφάλαιο την κρίση, παρά μέσα από την άμεση μείωση του κόστους ανά μονάδα προϊόντος και αυτό εμπεριέχει πρώτα απ’ όλα τη λιτότητα. Την εποχή που εξέδιδε τη δεύτερη έκδοση του πρώτου τόμου του κεφαλαίου, το 1870, υπήρχε κρίση, ο Μαρξ παρέθεσε στοιχεία από εφημερίδες για 7 μέχρι 15 θανάτους την εβδομάδα από πείνα στο Λονδίνο..
Ρήξη
Είναι πολύ σημαντικό αυτό γιατί μας οδηγεί στην τέταρτη θέση, ότι το ζητούμενό μας δεν είναι η διαχείριση του συστήματος, δεν είναι το ξεπέρασμα της κρίσης του καπιταλισμού, αλλά είναι η όξυνση της κρίσης του καπιταλισμού σε μια κατεύθυνση που να ευνοεί και να ανοίγει το δρόμο στη ρήξη. Ο στόχος της ριζοσπαστικής και επαναστατικής αριστεράς δεν είναι να διαχειριστεί καλύτερα και να αμβλύνει τις αντιφάσεις.
Αυτό ήταν ένα εγγενές στοιχείο, εσωτερικό, σύγκρουσης στον ΣΥΡΙΖΑ – και μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 2012, οι παλιοί μηχανισμοί του Συνασπισμού οργανώθηκαν με τέτοιο τρόπο, είτε μέσα από τον εθνικισμό του «για όλα φταίνε οι ξένοι» και «είμαστε αποικία χρέους» είτε μέσα από τον κλασσικό ρεφορμισμό του Συνασπισμού του 3%, προτείνοντας ουσιαστικά ότι θα διαχειριστούμε «σωστά» το σύστημα.
Επομένως μας φέρνει στην τέταρτη θέση που έχει να κάνει με το ζήτημα της κυβέρνησης της Αριστεράς. Το ζήτημα της κυβέρνησης της Αριστεράς δεν είναι απορριπτέο, ίσα-ίσα είναι ένα ζήτημα στόχου. Οι διεκδικήσεις που έχουμε, το μεταβατικό μας πρόγραμμα μπορεί να οδηγήσει και πρέπει να έχει ως στόχο και την κυβέρνηση. Αλλά εδώ με δεδομένο ότι το ζητούμενό μας δεν είναι η διαχείριση, έχουμε πάρα πολύ δύσκολα προβλήματα, τα οποία με ένα τρόπο μπαίνουν και από τώρα.
Και μια θεωρητική θέση που θέλω να βάλω είναι η εξής: Το ένα σημείο, ότι όλη αυτή η συζήτηση περί παραγωγικής ανασυγκρότησης που σημαίνει διευρυμένη συσσώρευση του κεφαλαίου, πρέπει να μπει σε κριτική. Δεν είμαστε υπέρ της παραγωγικής ανασυγκρότησης γενικώς. Τι σημαίνει παραγωγική ανασυγκρότηση; Να σταθεροποιηθεί ο καπιταλισμός και να έχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και γι’ αυτό ίσως να δώσει και κάποιες αυξήσεις; Δεν είναι αυτό το ζητούμενο.
Έρχομαι στο δεύτερο σημείο, η σχέση με το κράτος. Σε αντίθεση με όλες τις άλλες τάξεις η εργατική τάξη ενδυναμώνεται όταν το κράτος αποδυναμώνεται. Είναι η ουσία αυτή της θέσης του Λένιν για την καταστροφή του κράτους. Επομένως, η διάκριση ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και την κυβερνητική εξουσία που πάντα κάνουμε, εμπεριέχει αυτό το στοιχείο: ότι αυτό που θα πρέπει να επιδιώκει μια εργατική κυβερνητική εξουσία δεν είναι η ενίσχυση του κράτους αλλά η αποδυνάμωσή του, δηλαδή η ενδυνάμωση της ισχύος του προλεταριάτου μέσα από διαδικασίες κινηματικές, μη ανάθεσης, εργατικού ελέγχου, παράλληλων δομών εξουσίας και οικονομίας.
Η μεγάλη δυσκολία της προοπτικής της κυβέρνησης της Αριστεράς είναι να μην ενσωματωθεί σε αυτό το μηχανισμό και γίνει κομμάτι του αστικού κράτους, αλλά να συντηρήσει και να παροξύνει έναν ανατρεπτικό αγώνα για την αποδυνάμωση του κράτους. Η ταξική πάλη είναι παντού, στην επιχείρηση, στη γειτονιά, στην οικονομία, μέσα από αυτά λοιπόν, αποδυνάμωση της αστικής πολιτικής και του αστικού κράτους.
Χρήστος Λάσκος
Το θέμα μας είναι ο κομμουνισμός. Έχουμε ένα μότο που είναι διαχρονικό, μια σημαία δύο αιώνων που έχει τροφοδοτήσει όχι βιβλία, αλλά πρακτικές: από τον καθένα, από την καθεμιά σύμφωνα με τις δυνατότητές της, στην καθεμιά σύμφωνα με τις ανάγκες της. Αυτό είναι ένα μότο που μας δίνει έναν οδηγό.
Ξέρουμε ότι επιδιώκουμε μια κοινωνία η οποία θα καταργήσει το χρήμα, τη μισθωτή εργασία, το κράτος. Αυτό είναι το πρόταγμα για το οποίο παλεύουμε και πάλεψε η Αριστερά δύο αιώνες. Το επιχείρησε με διαφορετικούς τρόπους, έχει σωρεύσει πολλές ήττες όλο αυτό το διάστημα, αλλά όπως έλεγε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, μαθαίνουμε από αυτά τα πράγματα.
Αυτό που μένει να απαντηθεί είναι αν το συγκεκριμένο πολιτικό πρόταγμα, πρώτον είναι αληθοφανές, έχει μεγάλη πολιτική σημασία αυτό, και δεύτερο αν είναι βιώσιμο πραγματικά. Νομίζω ότι προκειμένου να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, της βασιμότητας και στη συνέχεια της αληθοφάνειας, έχει αξία να το αντιμετωπίζουμε στρατηγικά όχι ως όραμα αλλά, θα χρησιμοποιήσω μια καντιανή έκφραση, ως ρυθμιστικό ιδεώδες.
Και θα πάω απευθείας σε ένα άλλο μότο, το οποίο είναι πολύ παλιό μαρξικό, που λέει ότι ο κομμουνισμός είναι το κίνημα που καταργεί σήμερα την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων, δεν είναι αυτό που συμβαίνει στο τέλος της Ιστορίας, είναι αυτό που συμβαίνει από τα σήμερα, και αν είναι να συμβεί και να ολοκληρωθεί, συμβαίνει από τα σήμερα ή δεν συμβαίνει καθόλου. Αυτή είναι η έννοια του ρυθμιστικού ιδεώδους.
Αν είναι έτσι, για να το προσγειώσω στα άμεσα που έχουμε να απαντήσουμε, έχει μεγάλη σημασία το πρόταγμα να εμφανίζεται σε κάθε δράση στην οποία παίρνει μέρος το κίνημα της εργατικής τάξης, οι πολιτικοί φορείς του κλπ, πρέπει αυτές οι δράσεις να προεικονίζουν αυτό το οποίο θέλει να υλοποιήσει με μια ολοκληρωμένη μορφή - όχι στο τέλος της Ιστορίας. Ποια στοιχεία πρέπει να βάλουμε προκειμένου αυτό να έχει δραστικότητα; Πολύ σχηματικά:
Εργατική τάξη
Πρώτον, έχει μεγάλη αξία να επιδιώκεται διαρκώς η ενδυνάμωση των ανθρώπων. Βρισκόμαστε σε μια εποχή της Ιστορίας που οι άνθρωποι έχουν απεριόριστες ικανότητες συνολικά, έχουν μια εργατική τάξη που ποιοτικά και ποσοτικά είναι σε ένα πρωτοφανές επίπεδο. Έχει όλες τις δυνατότητες να υλοποιήσει αυτά τα πράγματα η ίδια αναλαμβάνοντας δημοκρατικά πάνω της χωρίς να χρειάζεται εξειδικευμένους φοβερά, ιεραρχημένα σχήματα, έχει τις δυνατότητες – και το κάνει άλλωστε, είναι κάτι που συμβαίνει. Η ενδυνάμωση έχει πολύ μεγάλη σημασία, ειδικά σε αυτήν την περίοδο.
Δεύτερο, υπάρχει ανάγκη να αξιοποιηθεί η θεσμική δημιουργικότητα των ανθρώπων, η δυνατότητα να στήνουν καινούργιους θεσμούς οι οποίοι και προεικονίζουν αλλά και είναι δείγματα, αποδείξεις βιωσιμότητας. Αυτά τα πράγματα είναι απαραίτητα, είναι επένδυση, δεν μπορεί να μένουν εκτός, το λέω γιατί πολλές φορές αυτό το θέμα μπερδεύεται με την χοντροκομμένη συζήτηση περί ρεφορμισμού και επανάστασης. Δεν πρόκειται περί αυτού. Ισχυρίζομαι ότι αυτά τα εγχειρήματα έχουν ένα εγγενές επαναστατικό δυναμικό που πολύ μπορεί να βοηθήσει αυτούς που ονειρεύονται μια συνολική ρήξη με το σύστημα.
Τρίτο ζήτημα, εξειδικεύοντας λίγο το παραπάνω, όλα τα αλληλέγγυα εγχειρήματα είναι εξαιρετικά σημαντικά, είναι πολιτικά εγχειρήματα, είναι άμεση πολιτική δράση. Ήμουν πριν δύο μέρες στο City Plaza, εξεπλάγην με αυτό που συμβαίνει, το τι μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι για να λύσουν προβλήματα, όχι για να προτείνουν γενικώς λύσεις για το μέλλον. Οι πρακτικές μετράνε.
Τέταρτο σημείο, τι πρέπει να περιλαμβάνει ένα μεταβατικό πρόγραμμα, το οποίο συνδέεται και με το θέμα της κυβέρνησης. Εύκολα δημιουργείται ένα σύνδρομο. Ζήσαμε ένα φιάσκο που εξελίχθηκε σε τραγωδία, σε εφιάλτη και το λέει ένας άνθρωπος που ήταν μέλος της πολιτικής γραμματείας επί χρόνια, άρα έχει και ευθύνες ο ίδιος. Δεν πρέπει να μας επηρεάσει αυτό και να γίνει μόνιμο σύνδρομο, ότι η κυβέρνηση είναι ένα πράγμα που σίγουρα οδηγεί σε ενσωμάτωση, σε προδοσίες.
Στοιχεία του μεταβατικού δεν μπορεί παρά να είναι: Ριζική αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου από σήμερα, είναι ταξικό casus belli αυτό, δεν είναι ρεφορμισμός. Επίθεση στην ιδιοκτησία από σήμερα. Το πρόγραμμα της Ερφούρτης το 1891 έλεγε ότι ένα από τα βασικά στοιχεία του προγράμματος είναι η επιβολή μεγάλων φόρων κληρονομιάς – δεν μεταβιβάζεται η ιδιοκτησία στην επόμενη γενιά, το κόβουμε. Και παρεμβάσεις στην φορολογία του εισοδήματος και της κατανάλωσης ήδη από σήμερα που λειτουργούν δομικά υπέρ της εργατικής τάξης με ένα μόνιμο τρόπο. Καθολικό βασικό εισόδημα συνδυασμένο με το λιγότερη δουλειά για όλους.
Κοινωνικός έλεγχος των ροών του χρήματος, των επενδύσεων κλπ, διεκδίκηση αυτών των πραγμάτων. Αποεμπορευματοποίηση μεγάλων περιοχών της οικονομίας σε μια κατεύθυνση της οικονομίας των αναγκών. Επιδίωξη δημοκρατίας στους χώρους δουλειάς σε αντιπαράθεση με το διευθυντικό δικαίωμα. Ειπώθηκαν για τον εργατικό έλεγχο, κεντρικό σημείο, άξονας οποιασδήποτε τέτοιου τύπου πολιτικής, είναι ο πραγματικός άξονας γύρω από τον οποίο μπορεί να δομηθούν όλα τα υπόλοιπα. Απόλυτη προϋπόθεση για όλα αυτά είναι μια επανάκαμψη του εργατικού κινήματος. Οι πραγματικοί άνθρωποι να λειτουργήσουν σε μεγάλους αριθμούς έτσι ώστε όλα τα προηγούμενα να αρχίσουν με ένα τρόπο να υλοποιούνται.
Αυτή τη στιγμή που ο νεοφιλελευθερισμός φαίνεται τόσο αποτελεσματικός, ταυτόχρονα ισχυρίζομαι ότι δεν είναι τόσο ηγεμονικός. Η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων δεν πιστεύουν ότι αυτό το πράγμα οδηγεί πουθενά. Το υπομένουν, δεν το αποδέχονται, τους τσαλαπατάει, δεν τους πείθει. Αυτό δεν φτιάχνει ηγεμονικό πρόταγμα, αυτό είναι άμεση άσκηση κυριαρχίας και επιβολής.
Ένα τελευταίο, ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε για πολλούς λόγους, θα πω ένα μόνο που για μένα είναι καθοριστικός. Δεν χρειαζόταν να σκίσει τα μνημόνια, έλεγε μπούρδες ο Τσίπρας γιατί ήταν δημαγωγός και άθλιος. Ένα πράγμα χρειαζόταν να κάνει όταν πήρε την κυβέρνηση. Να επαναφέρει τα εργασιακά δικαιώματα στο προηγούμενο σημείο και τα 751 στον κατώτατο. Άνοιγε μια ρήξη η οποία δεν έκλεινε στη συνέχεια. Αυτό χρειαζόταν, που μας δείχνει και ποια δραστικότητα μπορεί να έχει μια κυβέρνηση της αριστεράς, να ανοίξει ρωγμές και δυνατότητες για αυτήν τη μεγάλη εναλλακτική.

