Ο Μπενουά Αμόν θα είναι τελικά ο υποψήφιος του Σοσιαλιστικού Κόμματος για την προεδρία της Γαλλίας στις εκλογές της 23ης Απρίλη. Η εξέλιξη σηματοδοτεί άλλο ένα μεγάλο βήμα στην πορεία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας προς το άγνωστο. Και συμβαίνει ενώ ολόκληρο το πολιτικό σκηνικό στη Γαλλία βρίσκεται σε πρωτοφανή αναστάτωση, με την Δεξιά να κατασπαράσσεται στο εσωτερικό της αντιμέτωπη με τα σκάνδαλα του υποψηφίου των Ρεπουμπλικάνων, Φρανσουά Φιγιόν.
Ο Αμόν, μέχρι σήμερα απλώς βουλευτής του κόμματος, κέρδισε το δεύτερο γύρο των προκριματικών εκλογών του Σοσιαλιστικού Κόμματος κόντρα στον Μανουέλ Βαλς, πρωθυπουργό μέχρι πρότινος. Ο Αμόν ανήκει στην αριστερή πτέρυγα του κόμματος και κατέβηκε στις προκριματικές υποσχόμενος ένα πρόγραμμα παροχής εγγυημένου εισοδήματος σε όλους, ασκώντας κριτική στις αντεργατικές επιθέσεις του Ολάντ τόσο στο επίπεδο των εργασιακών δικαιωμάτων όσο και της καταστολής και της ισλαμοφοβικής προπαγάνδας.
Το αποτέλεσμα είναι ένα ακόμη σημάδι της αδυναμίας των μηχανισμών της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας να επιβάλουν τον παραδοσιακό τους έλεγχο. Οι προκριματικές εκλογές για την υποψηφιότητα του Σοσιαλιστικού Κόμματος γίνονται τα τελευταία χρόνια με ανοιχτή διαδικασία, όπου συμμετέχουν και μη μέλη του κόμματος. Όπως και με άλλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, από το ΠΑΣΟΚ ως το Εργατικό Κόμμα της Βρετανίας, η ανοιχτή διαδικασία ήταν κομμάτι της “εκσυγχρονιστικής” στροφής, για να ακυρωθεί ο οποιοσδήποτε ρόλος είχαν ως τότε τα οργανωμένα μέλη του κόμματος. Το άνοιγμα τελικά γύρισε μπούμερανγκ τόσο στο Εργατικό Κόμμα με τη νίκη του Κόρμπιν όσο και στη Γαλλία. Στο δεύτερο γύρο μάλιστα ψήφισαν πάνω από δύο εκατομμύρια άνθρωποι, περισσότεροι από ό,τι στον πρώτο γύρο, εξασφαλίζοντας ότι μαυρίστηκε ο Βαλς.
Η προεδρία του Ολάντ υπήρξε μια τέτοια παταγώδης αποτυχία που όχι μόνο ο ίδιος πάει τώρα σπίτι του, αλλά καθορίζει και τη μοίρα των επίδοξων συνεχιστών του. Ο Ολάντ εξαπέλυσε μια ολομέτωπη επίθεση στα εργατικά δικαιώματα με τον νόμο ελ-Κομρί, ενώ παράλληλα μετέτρεψε σε επίσημη και διαρκή πολιτική την “κατάσταση έκτακτης ανάγκης”. Το αποτέλεσμα είναι ότι κατέληξε να είναι ο πρώτος Πρόεδρος της 5ης γαλλικής Δημοκρατίας που δεν ξανακατεβαίνει δεύτερη φορά υποψήφιος. Τα ποσοστά υποστήριξης που του έδιναν οι δημοσκοπήσεις ήταν πρωτοφανή για πρόεδρο: γύρω στο 5%. Ο δρόμος ήταν ορθάνοιχτος για τον Μανουέλ Βαλς να διεκδικήσει την προεδρία. Αγαπημένο παιδί του συστήματος και των ΜΜΕ, ο Βαλς έγινε πρωθυπουργός από τον Ολάντ το 2014 όταν ο τελευταίος προχώρησε σε ανοιχτή στροφή δεξιά. Προηγουμένως, ο Βαλς ως Υπουργός Εσωτερικών είχε πρωτοστατήσει στις απελάσεις και στις ρατσιστικές επιθέσεις κατά των μειονοτήτων, στέλνοντας την αστυνομία να κατεδαφίζει καταυλισμούς Ρομά.
Στραπατσάρισμα
Το στραπατσάρισμα του Ολάντ και του Βαλς είναι αποτέλεσμα της αντίστασης όλα τα τελευταία χρόνια. Είναι ιδαίτερα αποτέλεσμα του κινήματος του 2016 που ξεκίνησε από τις “Ορθιες νύχτες” της νεολαίας και μετατράπηκε σε σειρά γενικών απεργιών και ημερών δράσης στους εργατικούς χώρους και στους δρόμους. Το κίνημα αψήφησε τους έκτακτους νόμους, την “αντι-τρομοκρατική” υστερία μετά τις βομβιστικές επιθέσεις στο Παρίσι και το έγκλημα στη Νίκαια, βγήκε στους δρόμους σε απαγορευμένες διαδηλώσεις. Ο Βαλς την ίδια ώρα κλιμάκωνε τις ρατσιστικές κραυγές και περνούσε τους νόμους με διατάγματα γιατί δεν εμπιστευόταν ούτε τους ίδιους τους βουλευτές του Σοσιαλιστικού Κόμματος.
Οι σιγουριές έχουν πάει περίπατο και στο άλλο στρατόπεδο. Μέχρι πρόσφατα θεωρούσαν δεδομένο ότι στο δεύτερο γύρο των προεδρικών (στις 7 Μάη) θα πήγαινε ο Φιγιόν της Δεξιάς και η Λεπέν. Όμως ο Φιγιόν τώρα τρέχει να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, για τους μισθούς που εισέπραττε η γυναίκα του και τα παιδιά του χωρίς να κάνουν τίποτα. Ένα μέρος του κατεστημένου παίζει τώρα το χαρτί του Εμανουέλ Μακρόν. Ο Μακρόν ήταν Υπουργός Οικονομίας του Βαλς και έφυγε απ’ το Σοσιαλιστικό Κόμμα γιατί ήθελε πιο επιθετικές πολιτικές προς όφελος του κεφάλαιου. Μια σειρά στελεχών της Δεξιάς τώρα στρατεύονται πίσω του βλέποντας καμένο το χαρτί του Φιγιόν. Και στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, όμως, ο Αμόν παρά τις εκκλήσεις του να “ενωθεί η Αριστερά” πίσω του, βλέπει μια ολόκληρη πτέρυγα του κόμματος, είτε ανοιχτά είτε κρυφά, να πηγαίνει προς τον Μακρόν.
Οι εξελίξεις αποδεικνύουν πόσο ψεύτικη είναι η εικόνα που παρουσιάζαν τα ΜΜΕ όλα τα τελευταία χρόνια, ότι στη Γαλλία η επιλογή έχει περιοριστεί μεταξύ φασιστών και δεξιάς. Η αποτυχία του συστήματος σημαίνει ευκαιρία κυρίως για την Αριστερά, όχι για την ακροδεξιά.

