Ιστορία
Μάης 1936: Θεσσαλονίκη όπως Βαρκελώνη

10 Μάη. Η κηδεία των νεκρών της απεργίας μετατρέπεται σε τεράστιο συλλαλητήριο. Πλήθος κόσμου πορεύεται στην Λεωφόρο Στρατού. Πανό γράφει «Ο λαός της Τούμπας ζητεί την […] τιμωρίαν των δολοφόνων». Φωτό: Κλείτος Κύρου

Τον Μάη του 1936 ο Μακβή, ο Αμερικανός πρέσβης στην Ελλάδα περιόδευσε στην Μακεδονία. Σε υπηρεσιακή έκθεσή του προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφερε ότι «οι κραυγές ‘Ζήτω η Ισπανία!’ φαίνεται να είναι συχνές» και σε μια ειδική αναφορά στην Θεσσαλονίκη αναρωτιόταν αν: «προοριζόταν να γίνει μια άλλη Βαρκελώνη και να εξαπλώσει τη μόλυνση της οικονομικής εξέγερσης σε όλο το σάπιο πολιτικό σώμα αυτής της χώρας». 

Τον Φλεβάρη του 1936 η Αριστερά, το Λαϊκό Μέτωπο, είχε κερδίσει τις εκλογές στην Ισπανία. Ένα κύμα απεργιών σάρωνε τη χώρα ενώ οι συγκρούσεις των οργανωμένων εργατών με τους φασίστες ήταν στην ημερήσια διάταξη. Τον Ιούλη το πραξικόπημα των στρατηγών του Φράνκο θα πυροδοτούσε την Ισπανική Επανάσταση. Η Ελλάδα έζησε τις δικές της επαναστατικές μέρες την άνοιξη του 1936. Ήταν οι Μέρες που έδωσαν τον συγκλονιστικό Επιτάφιο του Γ. Ρίτσου και τον τίτλο της ταινίας του Θ. Αγγελόπουλου. 

H περίοδος που το κίνημα πήρε φόρα για να φτάσει στην αναμέτρηση του Μάη του 1936, σημαδεύτηκε από την παγκόσμια οικονομική κρίση και τον τρόπο που ο ελληνικός καπιταλισμός πέρασε από τις συμπληγάδες της. Η πολιτική κρίση στο στρατόπεδο της άρχουσας τάξης έφτασε σε σημείο παροξυσμού. Τα δυο «πολιτικοστρατιωτικά συγκροτήματα» της αστικής τάξης, οι Φιλελεύθεροι και οι Λαϊκοί, καταφεύγουν στη βία, τα όπλα και τα πραξικοπήματα για να επικρατήσουν. Όπως εξηγούσε ο Π. Πουλιόπουλος:

«Η σημερινή οξύτατη ενδοαστική σύγκρουση στην Ελλάδα έχει σε τελευταία ανάλυση τις ρίζες της στις τεράστιες δυσχέρειες της κεφαλαιοκρατίας να αντιμετωπίσει τα φοβερά και πολύμορφα προβλήματα και τις ασυμφιλίωτες αντιθέσεις των συμφερόντων που γέννησε η κρίση της αστικής οικονομίας και ο αντίχτυπος της γενικής κρίσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος».

Η πολιτική κρίση της άρχουσας τάξης σήμαινε ότι όλο και περισσότερες φωνές της αναζητούσαν μια «ισχυρή εξουσία». Και η ενσάρκωση αυτής της εξουσίας ήταν ο στρατός. Τον Οκτώβρη του 1935 ο στρατηγός Κονδύλης (που μερικά χρόνια πριν παρίστανε τον φανατικό δημοκρατικό) κάνει πραξικόπημα. Τον επόμενο μήνα οργάνωσε ένα κραυγαλέα νόθο δημοψήφισμα που επανάφερε τη μοναρχία, στο πρόσωπο του Γεωργίου Β’, του «εστεμμένου φελλού» όπως τον αποκαλούσε ακόμα και ο ακραιφνής μοναρχικός Γ. Βλάχος της Καθημερινής.

Οι εκλογές του Γενάρη του 1936 ανέδειξαν την παράλυση του αστικού στρατοπέδου. Καμιά από τις δυο παρατάξεις της άρχουσας τάξης δεν μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο βασιλιάς διατήρησε τον Κ. Δεμερτζή στην πρωθυπουργία, βάζοντας δίπλα του τον άνθρωπό του, τον πρώην στρατηγό Ι. Μεταξά. Ο Μεταξάς στη συνέχεια έγινε πρωθυπουργός παίρνοντας ψήφο εμπιστοσύνης και από τους Φιλελεύθερους στις 13 Απρίλη. Ο βουλευτής των Λαϊκών Β. Στεφανόπουλος ομολόγησε στη Βουλή τη συνολική χρεοκοπία της παραδοσιακής αστικής πολιτικής:

«Εχρεωκοπήσαμεν ως Κοινοβουλευτισμός, εξεπέσαμεν ως Συνέλευσις [...] Και έτι πλέον κ. Βουλευταί. Εχάσαμεν ίσως και τον ψυχικόν σύνδεσμον προς τον λαόν, τον οποίον ενετάλημεν να διακυβερνήσωμεν. Διότι, τι είδους ψυχικός σύνδεσμος είναι δυνατόν να διατηρηθή, όταν ο μεν λαός φωνάζει δεν θέλω να με κυβερνήση ο Μεταξάς, ημείς δε αδιαφορούντες προς την κραυγήν ταύτην του απαντώμεν: Και όμως θα σε κυβερνήση ο κ. Μεταξάς». 

Σε αυτές τις συνθήκες η παρέμβαση του εργατικού κινήματος ήταν καταλυτική. Στις αρχές του 1936 το απεργιακό κύμα είχε φουντώσει. Υπολογίζεται ότι στους τρεις πρώτους μήνες εκείνης της χρονιάς περίπου 300.000 εργάτες και εργάτριες κατέβηκαν σε απεργίες. Μια άλλη συνέπεια της κίνησης της εργατικής τάξης από τις αρχές της δεκαετίας του ’30 ήταν η πίεση για ενότητα στις ηγεσίες της. Το 1930 υπήρχαν τρεις συνομοσπονδίες: η «επίσημη» ΓΣΕΕ, η «Ενωτική ΓΣΕΕ» που είχε ιδρύσει το 1929 το ΚΚΕ και τα Ανεξάρτητα Συνδικάτα που είχαν συγκροτήσει οι αδύναμες σοσιαλδημοκρατικές ομάδες. Στην πραγματικότητα η πολυδιάσπαση ήταν χειρότερη στο επίπεδο των Εργατικών Κέντρων και των πρωτοβάθμιων σωματείων -στον Πειραιά για παράδειγμα υπήρχαν τέσσερα Εργατικά Κέντρα.

Απεργιακή επιτροπή

Στις αρχές του Απρίλη, οι δυο καπνεργατικές συνομοσπονδίες ενοποιήθηκαν σε ένα συνέδριο. Το ίδιο συνέδριο διατύπωσε μια σειρά φλέγοντα αιτήματα σε κυβέρνηση και καπνεμπόρους. Όταν τα απέρριψαν, ξεκίνησαν οι ετοιμασίες για απεργία. Δίπλα στην Εκτελεστική Επιτροπή συγκροτήθηκε μια Απεργιακή Επιτροπή. Ο σκοπός της ήταν να μεταφέρει πιο γρήγορα τις κατευθύνσεις της ηγεσίας στη «βάση», στα καπνομάγαζα. Όμως επειδή αποτελούταν από εκπροσώπους της βάσης, εν τέλει μεταβίβαζε τις μαχητικές διαθέσεις από τα κάτω προς τα πάνω, προς μια ηγεσία που έμπαινε σε μια μάχη έτοιμη να υποχωρήσει.

Η απεργία ξεκίνησε στις 29 Απρίλη στη Θεσσαλονίκη. Τις επόμενες μέρες απλώθηκε σε πολλές πόλεις. Και γινόταν όλο και πιο μαχητική, ιδιαίτερα όταν η αστυνομία χτύπησε τις απεργιακές φρουρές έξω από τα καπνομάγαζα. Και επειδή αυτοί που απεργούσαν ήταν οι καπνεργάτες, το «βαρύ πυροβολικό» του εργατικού κινήματος εκείνα τα χρόνια, οι δονήσεις της μάχης προκαλούν απεργίες συμπαράστασης σε εργοστάσια και κλάδους. Οι εργάτριες στην κλωστοϋφαντουργία και νηματουργία για παράδειγμα βγήκαν δυναμικά το Μάη στο πλευρό των καπνεργατών.

Τη δέκατη μέρα της απεργίας, ο Κ. Θέος, επικεφαλής της «Ενωτικής» ΓΣΕΕ και ο Καλομοίρης της ΓΣΕΕ αναλαμβάνουν να βρουν συμβιβαστική λύση με την κυβέρνηση στην Αθήνα. Όμως, ακριβώς την ίδια μέρα, χάνουν προς στιγμή τον έλεγχο. Στη Θεσσαλονίκη η κυβέρνηση χτυπά τους απεργούς καπνεργάτες στην Εγνατία. Όχι μόνο δεν υποχώρησαν, αλλά ενώθηκαν με τη διαδήλωση των απεργών της νηματουργίας -ένας καινούργιος κλάδος που έμπαινε στη μάχη. Την επόμενη μέρα, 9 Μάη, η χωροφυλακή άνοιξε ξανά πυρ, στο ψαχνό και δολοφόνησε 12 εργάτες και εργάτριες.

Η απεργία πλέον έγινε απόλυτη. Η χωροφυλακή κλείστηκε φοβισμένη στα τμήματά της, ύστερα από διαταγή του Ζέπου, του διοικητή του Γ' Σώματος Στρατού. Η Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή ήταν η μόνη «αρχή» που υπάκουε ο πληθυσμός της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης στην Ελλάδα. Όπως αναφέρει ο Δημήτρης Λιβιεράτος στο μνημειώδες έργο του Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα (1932-1936): 

«Εκείνη τη μέρα και τη νύχτα της 9ης προς 10 Μαΐου και την επόμενη 11 Μαΐου δεν υπάρχει καμιά επίσημη εξουσία στη Θεσσαλονίκη. Στην πραγματικότητα εξουσία είναι η απεργιακή επιτροπή. Η Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή εξελέγη από τις εργοστασιακές, σωματειακές και τοπικές απεργιακές επιτροπές όλης της Θεσσαλονίκης. Αποτελέσθηκε τελικά από σαράντα περίπου πρόσωπα τα οποία συνεδρίαζαν συνεχώς… Στις 10 Μαΐου κόλλησε ανακοινώσεις σε όλη την πόλη ότι την επόμενη θα κηρυχτεί πανελλαδική απεργία για την υποστήριξη της Θεσσαλονίκης. Συγκρότησε απεργιακή φρουρά για την άμυνα των διαδηλώσεων».

Η απεργία από «οικονομική» γίνεται πολιτική: το σύνθημα ‘Κάτω ο Δολοφόνος Μεταξάς!’ δονεί όλη χώρα. Όμως, αυτό ακριβώς τον πολιτικό χαρακτήρα φοβήθηκε η ηγεσία του ΚΚΕ. Εκ πρώτης όψεως, αυτό φαίνεται παράξενο. Η ηγεσία του ΚΚΕ, με πρώτο τον «αρχηγό» Ζαχαριάδη, δήλωνε σε όλους τους τόνους, και σε αποφάσεις των συνεδρίων και της Κεντρικής Επιτροπής, ότι το καθήκον ήταν η απόκρουση του «φασιστικού κινδύνου», της δικτατορίας. Τι μεγαλύτερη ευκαιρία για αυτό, από ένα κίνημα που θα γκρέμιζε την κυβέρνηση του βασιλιά-Μεταξά;

Κι όμως. Στη Θεσσαλονίκη, η Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή δέχεται τις διαβεβαιώσεις του Ζέπου ύστερα από μεσολάβηση του βουλευτή του ΚΚΕ Σινάκου και των Φιλελεύθερων βουλευτών Ζάνα και Μαυρογορδάτου. Δεν παίρνει μέτρα κλιμάκωσης και επέκτασης του αγώνα όπως θα ήταν το αίτημα της ανατροπής της κυβέρνησης. Στις 11 Μάη, οι ηγεσίες των συνομοσπονδιών σπεύδουν να κλείσουν την καπνεργατική απεργία. Κηρύσσουν βέβαια μια απεργία στις 13 Μάη ενάντια στις δολοφονίες, αλλά δηλώνουν ότι δεν έχει πολιτικούς σκοπούς!

Η ηγεσία του ΚΚΕ πορεύτηκε σε αυτή την κορύφωση του κινήματος στους πρώτους μήνες του 1936 με πολύ συγκεκριμένες δεσμεύσεις και επιδιώξεις. Επιδίωκε μια κυβερνητική συνεργασία με το κόμμα των Φιλελευθέρων και ήταν δεσμευμένη (αλλά μόνο αυτή όπως αποδείχτηκε) από ένα μυστικό σύμφωνο που είχε υπογράψει ο κοινοβουλευτικός του εκπρόσωπος, ο Σ. Σκλάβαινας με τον Σοφούλη, τον αρχηγό του Φιλελευθέρων. Το «σύμφωνο» ή «πρωτόκολλο» υπογράφτηκε, στις 19 Φλεβάρη του 1936.

Επειδή κανένα από τα δυο μεγάλα κόμματα δεν μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση μετά τις εκλογές του Γενάρη, το ΚΚΕ υιοθέτησε το ρόλο του «ρυθμιστικού παράγοντα» με τους 15 βουλευτές του Παλλαϊκού Μετώπου που έκλεξε. Θα ψήφιζε τον Φιλελεύθερο υποψήφιο για πρόεδρο της Βουλής και την κυβέρνηση που θα σχηματιζόταν κατόπιν, με αντάλλαγμα την υλοποίηση ενός «μίνιμουμ» προγράμματος.

Ο Σοφούλης των Φιλελεύθερων έγινε όντως πρόεδρος της Βουλής με τις ψήφους του ΚΚΕ. Όμως, η συνέχεια δεν ήταν η «δημοκρατική κυβέρνηση» αλλά η στήριξη των Φιλελευθέρων στον… Μεταξά. 

Αυτές οι καταστροφικές επιλογές της ηγεσίας του υπάκουαν στην στρατηγική που είχε υιοθετήσει το ΚΚΕ. Τον Γενάρη του 1934 στην 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του αποφάσισε ότι ο ελληνικός καπιταλισμός είναι «ανώριμος» για σοσιαλιστική επανάσταση. Χρειαζόταν ένα ενδιάμεσο στάδιο, που θα απάλλασσε την Ελλάδα από τα «μισο-φεουδαρχικά υπολείμματα» και την «εξάρτηση». Το 1936 πλέον, αυτά σήμαιναν ότι το ΚΚΕ επεδίωκε μια συνεργασία με το Φιλελεύθερο Κόμμα, στα πρότυπα του Λαϊκού Μετώπου της Γαλλίας και της Ισπανίας. 

Η δικαιολογία ήταν ότι έτσι το κόμμα επικοινωνεί με τις «μάζες» που ζητούσαν δημοκρατία κι όχι βασιλιά. Στην πραγματικότητα, η εργατική τάξη μπορούσε να ανατρέψει με τα δικά της ταξικά όπλα και τον Μεταξά και τον βασιλιά. Αντίθετα, η συμμαχία με τους Φιλελεύθερους, η πολιτική της ταξικής συνεργασίας, έφερε την παράλυση και την ήττα. Στις 4 Αυγούστου του 1936 ο Μεταξάς για λογαριασμό του Παλατιού και με την στήριξη του στρατού επέβαλε τη δικτατορία του.