Γράφει η Αφροδίτη Κουκουτσάκη, Επίκ. Καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Οι πανεκπαιδευτικές κινητοποιήσεις, που κοντεύουν πλέον να συμπληρώσουν χρόνο, είναι από τα γεγονότα τα οποία έθεσαν σε κρίση την αναπαράσταση της ελληνικής κοινωνίας ως μίας κοινωνίας η οποία χαρακτηρίζεται από συνοχή και όπου οι κανόνες γίνονται συναινετικά αποδεκτοί στο πλαίσιο μιας ενοποιημένης (και ιεραρχικά καθορισμένης) δομής. Ευγενείς όροι που αφορούν την εκπαιδευτική διαδικασία -όπως αξιολόγηση, πρόοδος, εκσυγχρονισμός κοκ.-, επαναπροσδιορίζονται ως διαδικασίες άμεσα συναρτημένες με τους κανόνες της αγοράς κι αυτός ο επαναπροσδιορισμός φαίνεται να απειλεί την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού διαμορφώνοντας όλο και ευρύτερα ακροατήρια.
Πράγματι, σ’ όλη την πρόσφατη ελληνική ιστορία, δύσκολα θα βρει κανείς παράδειγμα συνταγματικής αναθεώρησης που να απασχόλησε την ελληνική κοινωνία στο βαθμό που την απασχολεί η αναθεώρηση του άρθρου 16. Και από τα σημαντικά χαρακτηριστικά της περιόδου είναι ότι τα μέτωπα σύγκρουσης που διαμορφώθηκαν βρίσκονται έξω από το δικομματικό πολιτικό σκηνικό.
Το ευρύτερο περιβάλλον στο οποίο διαμορφώθηκε αυτή η κοινωνική δυναμική, η οποία δεν ήταν εύκολα ενσωματώσιμη και χειραγωγίσιμη από τα κόμματα εξουσίας, χαρακτηρίζεται και από δραματικές αλλαγές στην οικονομική σφαίρα, όπου η νέα κυρίως γενιά εν αναμονή της εισόδου της στην αγορά εργασίας έχει να ελπίζει, στην καλύτερη περίπτωση, σε εργασίες μερικής απασχόλησης, φτωχές σε περιεχόμενο και, κυρίως, ελάχιστα αμειβόμενες και, στην χειρότερη, παρατεταμένες περιόδους ανεργίας.
Πώς συναρτώνται αυτά τα γεγονότα με την ενίσχυση της καταστολής και τη ρητορική περί «εσωτερικού εχθρού» και περί «νόμου και τάξης»; Eφόσον μία από τις κύριες δυνάμεις του Kράτους είναι η τιμωρητική, η ποινή είναι από τα πιο πρόσφορα μέσα για να προσδιορίσει δυνάμεις και όρια κυριαρχίας. Σε παρόμοιες περιπτώσεις, το Κράτος εμφανίζεται ως εγγυητής της τάξης και της ενότητας στην κοινωνία με την εξάλειψη του κατακερματισμού και της «αναρχίας».1 Ενόψει, λοιπόν, της ανάγκης να αποκατασταθεί η εικόνα μιας ενοποιημένης, συναινετικής κοινωνίας η εγκληματικότητα έχει παίξει πάντα πολύ σημαντικό ρόλο, τόσο σε επίπεδο αναπαραστάσεων, όσο και σε επίπεδο ποινικής διαχείρισης. Από τα πιο χαρακτηριστικά σύγχρονα παραδείγματα είναι οι έρευνες που αναφέρει ο L. Wacquant στο έργο του Οι φυλακές της μιζέριας και οι οποίες αφορούν τις ποινικές πρακτικές στις ΗΠΑ και τις περίφημες πολιτικές «μηδενικής ανοχής». Σύμφωνα με τις έρευνες αυτές, οι δείκτες φυλάκισης ακολουθούν τους δείκτες της ανεργίας, ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις της εγκληματικότητας, η οποία μπορεί να παραμένει σταθερή ή και να μειώνεται. Δηλαδή, ο βασικός συσχετισμός είναι μεταξύ δεικτών ανεργίας και δεικτών εγκλεισμού, ενώ αυτόν τον συσχετισμό δεν τον επηρεάζουν οι διακυμάνσεις της εγκληματικότητας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, αναβαθμίζεται και ο ρόλος της αστυνομίας, καθώς η πρόληψη συγχέεται με την καταστολή και ο ποινικός έλεγχος αναπροσανατολίζεται από την ποινική δίκη στην αστυνόμευση, δηλαδή από τον κατηγορούμενο στον ύποπτο. Με δυο λόγια, εντατική αστυνόμευση καθώς ο «πανοπτισμός» βγαίνει από τη φυλακή και μεταφέρεται στην κοινωνία μέσα από τεράστια αρχεία συγκέντρωσης και συγχώνευσης δεδομένων και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο: στο σύγχρονο μοντέλο της παγκοσμιοποίησης, η τεχνολογική επιτήρηση διαμορφώνει ένα διακρατικό δίκτυο ελέγχου.
Στην Ελλάδα ειδικότερα, μια από τις σύγχρονες εκδοχές της «κοινωνίας σε κατάσταση επικινδυνότητας» είναι η δημιουργία ηθικών πανικών σχετικά με την εγκληματικότητα των μεταναστών, ενώ και η ρητορική περί «γνωστών-αγνώστων» και ανεπάρκειας της Αστυνομίας να προστατεύσει τον «μέσο πολίτη» επαναφέρει συνεχώς στο προσκήνιο το «αίτημα» για ενίσχυση της καταστολής ως μείζον κοινωνικό αίτημα.
Σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσεται και η γενικότερη δυσφήμιση των πανεκπαιδευτικών κινητοποιήσεων. Οι φοιτητές και οι πανεπιστημιακοί δεν ανήκουν στις ομάδες που έχουν δαιμονοποιηθεί στο πλαίσιο του δημόσιου λόγου περί εγκληματικότητας (φτωχοί, άνεργοι, μετανάστες), άρα η απονομιμοποίηση των κινητοποιήσεων και η προβολή της ως προβλήματος διασάλευσης της τάξης, απαιτούσε κάπως πιο σύνθετες διαδικασίες. Και αυτό είναι το τραγελαφικό φαινόμενο, διότι αντ’ αυτού επιστρατεύτηκε η πιο χυδαία προπαγάνδα που ενίοτε φτάνει στα όρια της γελοιότητας.2 Σταθερά παρούσα σ’ όλη τη διάρκεια των κινητοποιήσεων είναι και η ρητορική περί δημόσιου κινδύνου τον οποίο αποτελούν οι «κουκουλοφόροι». Έτσι, ο περίφημος «μέσος πολίτης»/καταναλωτής των ειδήσεων άκουγε παρεμπιπτόντως τα αιτήματα των διαδηλωτών, καθώς το ειδησεογραφικά σημαντικό γεγονός ήταν οι μολότοφ…
Η συνταγή είναι γνωστή, έστω και κακομαγειρεμένη αυτή τη φορά: τα Πανεπιστήμια, πέρα από αναχρονιστικά και λιμνάζοντα, είναι και κέντρα διακίνησης ναρκωτικών και υπόθαλψης εγκληματιών! Και από το μαγικό συνταγολόγιο ανασύρθηκε η συνήθης λύση: αλλαγή της νομοθεσίας για το άσυλο, θέμα το οποίο επανέρχεται επίσης σταθερά τα τελευταία χρόνια. Αποδόθηκαν, λοιπόν, συγκεκριμένα περιεχόμενα σε ιδιαίτερα σύνθετες και πολυσήμαντες διαδικασίες, όπως είναι η εκπαιδευτική διαδικασία και οι διεκδικήσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας, προκειμένου να αποσπασθεί συναίνεση σε κατασταλτικά μοντέλα διαχείρισης αυτών των διαδικασιών και να απονομιμοποιηθεί η εκπαιδευτική κοινότητα ως πολιτικό υποκείμενο, ως αξιόπιστος φορέας λόγου. Έτσι, ούτε λίγο ούτε πολύ, τα συλλαλητήρια εντάχθηκαν στα δελτία ως ύλη του αστυνομικού ρεπορτάζ! Καθώς, όμως, δεν υπάρχει «φυσική τάξη πραγμάτων», με την έννοια του αμετάβλητου που δεν υπόκειται σε συνεχείς μετασχηματισμούς, η δυναμική των πραγμάτων δείχνει ότι δύσκολα θα μπορέσει να παγιωθεί ως περιθωριακός και απόβλητος ένας λόγος περί ακαδημαϊκού πανεπιστημίου, ικανού να διαφυλάξει την ύπαρξη του και, μέσα από αυτήν, την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών χωρίς αστυνομικές και εισαγγελικές παρεμβάσεις. Διότι χρειάζονται πολύ πιο σύνθετες διαδικασίες και πολύ πιο «έξυπνες» πρακτικές προκειμένου στο συλλογικό συνειδησιακό οι λέξεις πανεπιστημιακός και φοιτητής να ανακαλούν εικόνες βίας και εγκληματικότητας.
Από την άλλη μεριά, χρειάζονται επίσης ιδιαίτερα σύνθετες διαδικασίες προκειμένου να παγιώσει τη θέση του στο δημόσιο πεδίο ένας λόγος περί εγκληματικότητας και ποινής που να αναδεικνύει ως αίτημα όχι ένα καλύτερο ποινικό σύστημα, αλλά κάτι καλύτερο από το ποινικό σύστημα. Τουτέστιν, συρρίκνωση του πεδίου της ποινικής παρέμβασης στη βάση της αρχής ότι η ανάγκη σεβασμού και προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα πρέπει να καθορίζει όχι μόνον το περιεχόμενο αλλά και το όριο της ποινικής παρέμβασης3.
1. Dario Melossi (1999), «Κοινωνική θεωρία και μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις του εγκληματία», στο Κουκουτσάκη, Α. (εισαγωγή-επιμέλεια), Εικόνες Εγκλήματος, Αθήνα: Πλέθρον
2. Λίγο πριν ξεκινήσει το Πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο της 8 Φλεβάρη, διαβάστηκε από τους διοργανωτές μια ανακοίνωση της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής η οποία, υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν πραγματικά για γέλια, θυμίζοντας κάτι μεταξύ Ραν Ταν Πλαν και Αστυνόμου Σαΐνη. Είμαστε υποχρεωμένοι, όμως, να την πάρουμε στα σοβαρά, γιατί φαίνεται ότι εκείνοι σοβαρολογούν!
3. Baratta, A. (1989), «Αρχές της ελάχιστης ποινικής παρέμβασης», Ελληνική Επιθεώρηση Εγκληματολογίας, τ. 3-4.

