Ζούμε στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Και το αδιέξοδο που έχουν βρεθεί οι ΗΠΑ και η Βρετανία στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν δε αναιρεί αυτό το γεγονός.
Ας πάρουμε το παράδειγμα του ΝΑΤΟ που αυτή τη βδομάδα πραγματοποιεί τη σύνοδο κορυφής του στη Ρίγα, τη πρωτεύουσα της Λετονίας. Το ΝΑΤΟ ιδρύθηκε το 1949, τυπικά ως μια αμυντική στρατιωτική συμμαχία ενάντια στη Σοβιετική Ενωση, στην πραγματικότητα, όμως, ως ένα μέσο με το οποίο οι ΗΠΑ θα ήταν η κυρίαρχη δύναμη στη μεταπολεμική Δυτική Ευρώπη.
Γι’ αυτό το λόγο το ΝΑΤΟ δε διαλύθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αντί να εξαφανιστεί, επεκτάθηκε περιλαμβάνοντας την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη, φτάνοντας κοντά στα σύνορα της Ρωσίας. Μέχρι το 1991 η Λετονία ήταν τμήμα της Σοβιετικής Ενωσης.
Ομως, το ΝΑΤΟ δε βοηθάει μόνο τις ΗΠΑ στην περικύκλωση της Ρωσίας. Τον Απρίλη του 1999, η σύνοδος κορυφής που επαναπροσδιόρισε την αποστολή του ΝΑΤΟ υιοθέτησε μια δήλωση σύμφωνα με την οποία η Συμμαχία θα αναλαμβάνει επιχειρήσεις «εκτός περιοχής» της. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις θα δρουν ως μικρότεροι συνεταίροι του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.
Τώρα το ΝΑΤΟ θέλει να κάνει ένα βήμα παραπέρα, κρίνοντας από ένα ντοκουμέντο για τη σύνοδο της Ρίγας με τίτλο «γενική πολιτική οδηγία» το οποίο δημοσιεύτηκε στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς τη περασμένη βδομάδα. Το ντοκουμέντο αναφέρει ότι «η πλατιάς κλίμακας συμβατική επίθεση ενάντια στη Συμμαχία εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά απίθανη αλλά στον μέλλον τυχόν επιθέσεις μπορεί να προέλθουν από περιοχές εκτός Ευρασίας και να παίρνουν μη-συμβατικές μορφές». Από δω πηγάζει η σημασία της ενίσχυσης «της δυνατότητας αποτροπής, υπεράσπισης, και προστασίας απέναντι στη τρομοκρατία από τη πλευρά του ΝΑΤΟ». Για να κατορθώσει κάτι τέτοιο η Συμμαχία θα πρέπει να είναι ικανή ανά πάσα στιγμή να διεξάγει περισσότερες από μία μεγάλη επιχείρηση όπως και μικρότερες αποστολές. Το 40% των χερσαίων δυνάμεων του ΝΑΤΟ θα πρέπει να μπορεί να αναλαμβάνει υπερπόντιες επιχειρήσεις.
Κανείς δε ξέρει το κατά πόσο θα εφαρμοστούν στ’ αλήθεια αυτές οι διακηρύξεις. Μετά τις 11 Σεπέμβρη 2001 ο Ντόναλντ Ράμσφελντ έβαλε με θεαματικό τρόπο το ΝΑΤΟ στη γωνία. Οι ΗΠΑ στηρίχτηκαν στη «συμμαχία των προθύμων» για τις επιθέσεις τους σε Ιράκ και Αφγανιστάν.
Αργότερα όμως, όσο ο Τζορτζ Μπους έβρισκε τα δύσκολα τόσο περισσότερο ζητούσε υποστήριξη από τους συμμάχους των ΗΠΑ. Ενα από τα πρώτα πράγματα που έκανε μετά την επανεκλογή του ήταν να επισκεφθεί το αρχηγείο του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλες.
Η Γαλλία και η Γερμανία μπλοκάρισαν τη σοβαρή ανάμιξη του ΝΑΤΟ στο Ιράκ. Ομως, το ΝΑΤΟ εμπλέκεται όλο και πιο βαθιά στο Αφγανιστάν, όπου πρόσφατα ανέλαβε την διοίκηση της πολυεθνικής δύναμης (ISAF) κατοχής της χώρας.
Το Αφγανιστάν δε μπορεί να θεωρηθεί ως πρότυπο για τις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ. Ενώ στο νότιο τμήμα της χώρας, αμερικάνικα, βρετανικά και καναδικά στρατεύματα έχουν εμπλακεί σε σκληρές μάχες με ένα αναζωογονημένο αντάρτικο των Ταλιμπάν, την ίδια στιγμή οι 2.700 Γερμανοί στρατιώτες στο βορρά ακολουθούν «κανόνες εμπλοκής» που με δυσκολία τους επιτρέπουν να βγουν από τις βάσεις τους για να αναλάβουν την οποιαδήποτε επιθετική επιχείρηση.
Ενα πολύ ενδιαφέρον άρθρο στους Φαϊνάνσιαλ Τάϊμς της περασμένης βδομάδας προβλέπει ότι η δυσαρέσκεια ενάντια στην κυβέρνηση του χρεοκοπημένου Χαμίντ Καρζάι θα απλωθεί και στο βόρειο Αφγανιστάν. Τον Οκτώβρη - Νοέμβρη του 2001 οι Αμερικάνοι νίκησαν τους Ταλιμπάν συνδυάζοντας συντριπτικά πλήγματα από αέρος με το ξόδεμα τεράστιων χρηματικών ποσών για να «νοικιάσουν» τις δυνάμεις της Βόρειας Συμμαχίας - όρος που χρησιμοποίησε το Stratfor, ένα ίδρυμα «στρατηγικών αναλύσεων», στην ιστοσελίδα του.
Ομως, τώρα οι πολέμαρχοι της Βόρειας Συμμαχίας που είχαν περιθωριοποιηθεί από την κυβέρνηση του Καρζάι, διαισθάνονται την αδυναμία του και έχουν αρχίσει να συγκεντρώνουν οπλισμό και να ανασυγκροτούν τις πολιτοφυλακές τους. Οπως είπε ένας Αφγανός βουλευτής στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς «η κρίση ασφάλειας απλώνεται σα πετρελαιοκηλίδα σε όλη τη χώρα». Τα γερμανικά στρατεύματα που βρίσκονται οχυρωμένα στις βάσεις τους στο βορρά μπορεί σύντομα να ανακαλύψουν ότι ο πόλεμος τους χτυπάει τη πόρτα.
Η κυβέρνηση συνασπισμού της Αγκελα Μέρκελ ενέκρινε πρόσφατα ένα προσχέδιο νόμου σχετικά με την αμυντική πολιτική, το οποίο διαπιστώνει ότι οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις πρέπει να διαδραματίσουν ένα πιο ενεργητικό διεθνή ρόλο, για τους συνήθεις λόγους - τρομοκρατία και όπλα μαζικής καταστροφής. Για να το κάνουν αυτό θα πρέπει να αναδιοργανωθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να αναλαμβάνουν επιχειρήσεις στο εξωτερικό.
Το προσχέδιο νόμου αναφέρει επίσης: «Η Γερμανία, η οικονομική ευημερία της οποίας εξαρτάται από την πρόσβαση σε πρώτες ύλες, αγαθά και ιδέες, έχει στοιχειώδες συμφέρον στον ειρηνικό ανταγωνισμό σκέψεων και απόψεων, ένα ανοιχτό εμπορικό σύστημα και σε ένα σύστημα μεταφορών χωρίς περιορισμούς και εμπόδια». Με τέτοιου είδους συλλογιστικές συνήθιζαν οι ηγέτες της Αμερικής να δικαιολογούν όλο τον προηγούμενο αιώνα την επιβολή της ισχύος τους παγκόσμια.
Φαίνεται ότι τώρα αρχίζουν να σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο κι αυτοί που κυβερνούν τη Γερμανία -τη μεγαλύτερη εξαγωγική οικονομία σήμερα. Θα είναι πράγματι μια τεράστια αλλαγή αν το πιο ισχυρό κράτος της «Παλιάς Ευρώπης» που αντιτάχθηκε στο πόλεμο του Ιράκ αρχίσει να βλέπει το κόσμο με την ματιά μιας αυτοκρατορικής δύναμης.

