Οι εκλογές που έγιναν στις 23 Νοέμβρη στην Ολλανδία κατέληξαν σε μια ιστορική νίκη για την αριστερά και το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Για πρώτη φορά στην ιστορία οι Εργατικοί βρέθηκαν σε ψήφους πίσω από ένα κόμμα που στέκεται στα αριστερά τους. Ολα τα κόμματα της εξουσίας έχασαν έδρες και κανένα από τα σενάρια που είχαν καταστρώσει δεν μπορεί να καταλήξει τώρα στον σχηματισμό κυβέρνησης.
Το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν το τελευταίο επεισόδιο σε μια σειρά γεγονότων που έχουν συνταράξει τα τελευταία χρόνια το πολιτικό σκηνικό στην Ολλανδία: η ανάδειξη και η δολοφονία του ακροδεξιού λαϊκιστή Πιμ Φόρτιουν το 2002, η εγκατάσταση στην εξουσία μιας δεξιάς κυβέρνησης που πέρασε το μεγαλύτερο πακέτο περικοπών της μεταπολεμικής ιστορίας, η ξαφνική έκρηξη της ταξικής πάλης που κορυφώθηκε με μια διαδήλωση 300.000 τον Μάρτη του 2004, το 62% του ΟΧΙ ενάντια στο Ευρωσύνταγμα και η μεγάλη επιτυχία των αριστερών κομμάτων στις δημοτικές εκλογές τον περασμένο Μάη.
Οι εθνικές εκλογές όξυναν την κρίση των κομμάτων της εξουσίας. Τα αποτελέσματα έδειξαν μια αποδυνάμωση του πολιτικού κέντρου και μια τόνωση της πόλωσης. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα -ένα κόμμα που ξεκίνησε σαν μια Μαοϊκή οργάνωση τη δεκαετία του 1970 για να φτάσει στις τωρινές ρεφορμιστικές του θέσεις - ανέβηκε από το 6.3% στις προηγούμενες εκλογές σε ένα εντυπωσιακό 16.6%, ένα ποσοστό που το κάνει το τρίτο μεγαλύτερο κόμμα στο ολλανδικό κοινοβούλιο. Η επιτυχία αυτή είναι αποτέλεσμα της αντίθεσής του στον νεοφιλελευθερισμό και την συνεχιζόμενη υποστήριξη της κυβέρνησης του πολέμου “κατά της τρομοκρατίας” του Μπους και των συμμάχων του. Στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος το Κόμμα Ελευθερίας (το κόμμα που είχε ιδρύσει ο Πιμ Φόρτιουν) πήρε 5.9% στηριγμένο σε μια άγρια αντι-ισλαμική καμπάνια.
Το υπόβαθρο πίσω από αυτή την πολιτική αστάθεια ήταν μια συνεχής νεοφιλελεύθερη επίθεση στην κοινωνική πρόνοια, ένα όλο και μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς και μια έξαρση της ισλαμοφοβίας. Πρόσφατα γκάλοπ έδειξαν ότι το 90% των Ολλανδών θεωρεί την κοινωνία “ατομικίστικη”, καθοδηγούμενη από το κυνήγι της υλικής επιτυχίας.
Χάσμα
Στην ερώτηση τι κοινωνία θα ήθελαν ένα παρόμοιο ποσοστό υπέδειξε ακριβώς το αντίθετο: μια κοινωνία που θα στηρίζεται στην αλληλεγγύη και την ποιότητα ζωής. Η έρευνα έδειξε, επίσης, ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσα “στο πολιτικό και το κοινωνικό” που δείχνει μια μεγάλη έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο γενικά.
Οι Χριστιανοδημοκράτες -το κόμμα που βρίσκεται στην κυβέρνηση την τελευταία πενταετία- παραμένουν πρώτο κόμμα. Αυτό μοιάζει παράξενο με δεδομένο ότι ο πρωθυπουργός Μπαλκένεντε είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλής. Η “επιτυχία” -η περιορισμένη απώλεια για την ακρίβεια- οφείλεται κύρια στο Εργατικό Κόμμα. Δεν ήταν μόνο η προεκλογική καμπάνια αδύναμη -όπου αρνήθηκαν να αντιπαραθέσουν μια αριστερή απάντηση στην κυβέρνηση. Ολη τους η αντιπολίτευση στο κοινοβούλιο ήταν αδύναμη. Το Εργατικό Κόμμα υποστήριξε σε πολλές, κρίσιμες φάσεις, την κυβέρνηση της δεξιάς. Υποστήριξε τον πόλεμο στο Ιράκ, την αποστολή στρατευμάτων στο Αφγανιστάν, το ΝΑΙ στο Ευρωσύνταγμα, τις περικοπές και τις ιδιωτικοποιήσεις. Δεν είναι καθόλου παράξενο ότι το Εργατικό Κόμμα απέτυχε να παρουσιάσει τον εαυτό του σαν εναλλακτική λύση απέναντι στην δεξιά. Στις εκλογές έχασε 6.1%, παρόλο που ήταν στην αντιπολίτευση!
Συνήθως η λογική της χαμένης ψήφου συγκρατούσε τις διαρροές στις εκλογές προς τα κόμματα της αριστεράς. Τα αποτελέσματα αυτών των εκλογών δείχνουν ότι αυτό το πρότυπο έχει πια σπάσει. Το Εργατικό Κόμμα το διαπίστωσε αυτό με τρόμο δυο βδομάδες πριν από τις εκλογές: αμέσως ξεκίνησε μια καταγγελία ενάντια “στις πολιτικές της αγοράς” και ενάντια στην “φτώχεια που μαστίζει την Ολλανδία”. Αλλά ήταν πολύ αργά.
Το Σοσιαλιστικό Κόμμα βρίσκεται τώρα αντιμέτωπο με μια τεράστια πρόκληση. Εχει κερδίσει χιλιάδες ψήφους με ένα μήνυμα προστασίας του κοινωνικού κράτους, σταματήματος των ιδιωτικοποιήσεων και καταγγελίας του “Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας” του Μπους. Ταυτόχρονα, όμως, οι ηγέτες του έχουν φιλοδοξίες συμμετοχής σε μια μελλοντική κυβέρνηση -για αυτό έχουν συχνά “νερώσει” τις θέσεις τους. Με τον δρόμο για μια νέα, δημοκρατικά αποδεκτή, νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση φραγμένο, η πολιτική σκηνή της Ολλανδίας θα παραμείνει πολύ ασταθής. Αυτό θέτει τεράστια καθήκοντα στις πλάτες της ριζοσπαστικής αριστεράς να χτίσει ένα δυνατό κίνημα ενάντια στον πόλεμο και τις ιδιωτικοποιήσεις και να συνεχίσει να εξασκεί μια ισχυρή πίεση πάνω στα κόμματα απαιτώντας μια καθαρή τομή με το νεοφιλελεύθερο παρελθόν.
Πέπιν Μπράντον
Μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος

