Η άποψή μας
Για μια ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ έξοδο από τα Μνημόνια

Το αίτημα να μη πληρώσουμε το χρέος ήταν από την αρχή στην πρώτη γραμμή της αντίστασης στα Μνημόνια. Η φωτό είναι από Πανεργατική απεργία στις 5 Μάη 2010.

Τι τελικά αλλάζει μετά τις 21 Αυγούστου;  Η πραγματικότητα γύρω μας είναι τόσο σκληρή ώστε ακόμα και οι πανηγυρισμοί για “έξοδο από τα Μνημόνια” είναι παγωμένοι. Μετά την τραγωδία στο Μάτι που πάγωσε τα κυβερνητικά σχέδια, ήρθε η τραγωδία στη Γένοβα να δείξει πως ούτε η ΕΕ μπορεί να πανηγυρίζει ότι μετά την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, την Κύπρο και την Ιταλία “έσωσε” και την Ελλάδα.
Στην ουσία, η μόνη προοπτική που μένει σαν ελπίδα για έξοδο από το φονικό κόστος της μνημονιακής οκταετίας είναι η συνέχιση και η κλιμάκωση της δύναμης που αντιστάθηκε, της εργατικής πάλης και της επαναστατικής αριστεράς που την στήριξε και τη στηρίζει. Οργανώνοντας τους αγώνες ενάντια στα σχέδια της άρχουσας τάξης, του Μητσοτακέικου αλλά και της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, που τώρα βάζουν πλώρη να χαρίσουν τα υπερπλεονάσματα στους καπιταλιστές με φοροελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις ενώ συνεχίζουν να χτυπάνε τις εργατικές ανάγκες.
Ένα πρώτο κρατούμενο είναι ότι η λεγόμενη “μεταμνημονιακή” περίοδος κουβαλάει μαζί της όλες τις σκληρές συνέπειες από τη μνημονιακή διάλυση των κοινωνικών υπηρεσιών του κράτους. Στο Μάτι θρηνήσαμε νεκρούς γιατί οι περικοπές στέρησαν από την Πυροσβεστική τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει δυο μεγάλες πυρκαγιές ταυτόχρονα. Στη Μάνδρα πνίγηκε κόσμος γιατί οι περικοπές στις δημόσιες επενδύσεις δεν άφησαν να γίνουν αντιπλημμυρικά έργα. Στην Ιταλία οι νεκροί στη Γένοβα έφεραν στην επιφάνεια την αλήθεια ότι οι δαπάνες για τη συντήρηση του οδικού δίκτυου έπεσαν από 13,6 δις ευρώ το 2007 σε 5 δις το 2015, ενώ τα κέρδη των ιδιωτικών επιχειρήσεων που διαχειρίζονται τα διόδια ανέβηκαν κατακόρυφα. Αν δεν παλέψουμε για άμεση χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους, για λεφτά στα Νοσοκομεία, στα Σχολεία, στους Δήμους, έχουμε μπροστά μας νέες τραγωδίες που δεν θα είναι “φυσικές” καταστροφές.
Εκτός από την αδυναμία να αντιμετωπίσει τα “φυσικά φαινόμενα”, όμως, η “μεταμνημονιακή” περίοδος συγκλονίζεται και από οικονομικές καταιγίδες. Η προοπτική ότι το δημόσιο θα μπορεί να δανείζεται από τις χρηματαγορές αντί από την ΕΕ γίνεται όλο και πιο απόμακρη. Τα επιτόκια αυτού του δανεισμού γίνονται απαγορευτικά μέσα σε συνθήκες όπου κάθε τόσο επικρατεί πανικός γιατί οι τραπεζίτες υπολογίζουν ότι άλλη μια χώρα δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τα χρέη της: τον Μάη ο πανικός ήταν για την Ιταλία, τον Αύγουστο για την Τουρκία και ο κατάλογος δεν τελειώνει εδώ. Η Βραζιλία και η Νότια Αφρική είναι υποψήφιες για να μακρύνουν αυτό το σερί, ενώ ο Τραμπ απειλεί να δώσει κολοσσιαίες διαστάσεις σε μια νέα κρίση κηρύσσοντας εμπορικό πόλεμο στην Κίνα.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, οι αξιωματούχοι της ΕΕ που δίνουν συγχαρητήρια στον εαυτό τους γιατί “έσωσαν” την Ελλάδα ηχούν γελοίοι. Πρώτα απ' όλα επειδή κουκουλώνουν όλες τις βάρβαρες ταξικές επιλογές που τώρα ομολογούν ως “λάθη” που έγιναν στην πορεία: το ΔΝΤ έκανε “λάθος στον πολλαπλασιαστή” και έτσι οι περικοπές του πρώτου Μνημόνιου προκάλεσαν μεγαλύτερη οικονομική ύφεση και τίναξαν την ανεργία στα ουράνια. Το PSI φρόντισε να σώσει τις γερμανικές και τις γαλλικές τράπεζες αφήνοντας τα ασφαλιστικά ταμεία τσακισμένα και το τραπεζικό σύστημα σε κατάσταση ζόμπι. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έκλεισε τη στρόφιγγα της ρευστότητας προς την Ελλάδα το 2015, αλλά καραγκιόζηδες σαν τον επικεφαλής του Μηχανισμού Σταθερότητας Κλάους Ρέκλινγκ ισχυρίζονται ότι το πρώτο εξάμηνο μέχρι το δημοψήφισμα του ΟΧΙ κόστισε 200 δις εξαιτίας του ...Βαρουφάκη.

Καταστροφείς

Τώρα, οι ίδιοι αυτοί καταστροφείς παρέα με τη ΝΔ του Μητσοτάκη αλλά και τους υπουργούς του Τσίπρα πιέζουν και εκβιάζουν για να καθορίσουν τη συνέχεια. Η λιτότητα πρέπει να συνεχιστεί, λένε, για να εξασφαλιστούν τα υπερπλεονάσματα του προϋπολογισμού. Κάθε παρέκκλιση θα τιμωρηθεί με ακύρωση της επιμήκυνσης του χρέους, δηλαδή με απαιτήσεις για άμεση πληρωμή δόσεων εξόφλησης του χρέους. Και κάθε “επιτυχία”, δηλαδή ό,τι περισσεύει από το υπερπλεόνασμα μετά την πληρωμή των τόκων, θα πρέπει να μεταφράζεται σε κίνητρο για τις επιχειρήσεις με τη μορφή φοροαπαλλαγών.
Οι φοροελαφρύνσεις έχουν γίνει σημαία για την προεκλογική εκστρατεία της δεξιάς. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης τις υπόσχεται όπου σταθεί κι όπου βρεθεί. Γιατί με αυτόν τον τρόπο, λένε, θα ενισχυθούν οι επενδύσεις και θα ανέβει ο ρυθμός ανάπτυξης. Επίσης θα επιταχυνθούν οι ιδιωτικοποιήσεις και αυτό ξανά θα ανεβάσει τις επενδύσεις. Και από πίσω τρέχει ο ΣΥΡΙΖΑ να προσαρμοστεί, ψελλίζοντας ως δικαιολογία ότι θα φροντίσει να μοιραστούν δίκαια τα οφέλη της ανάπτυξης που θα ακολουθήσει. Κανένας τους δεν παραδέχεται την απλή αλήθεια ότι οι ιδιωτικοποιήσεις ξεκίνησαν πριν από τριάντα χρόνια και τώρα πια ξέρουμε στην πράξη ότι ο ρυθμός των επενδύσεων των ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων βρίσκεται πολύ πίσω από τις επενδύσεις που έκαναν οι δημόσιες επιχειρήσεις πριν ξεπουληθούν.
Μπροστά μας, λοιπόν, ανοίγονται δυο δρόμοι. Από τη μια μεριά, συνέχιση της λιτότητας σε συνδυασμό με δώρα για τους καπιταλιστές κυνηγώντας μια ανάπτυξη σε περιβάλλον γεμάτο οικονομικούς πανικούς. Και από την άλλη, ο δρόμος της εργατικής αριστερής εναλλακτικής, που χτίζει πάνω στους αγώνες που δώσαμε ενάντια στα Μνημόνια και ανοίγει την προοπτική να απαλλαγούμε από αυτή τη βαρβαρότητα.
Άμεσα αυτό σημαίνει κλιμάκωση του κινήματος που διεκδικεί προσλήψεις και μονιμοποιήσεις ενάντια στις απολύσεις, αυξήσεις και συλλογικές συμβάσεις ενάντια στο χτύπημα των σωματείων και των εργασιακών σχέσεων, χρηματοδότηση των κοινωνικών υπηρεσιών και όχι ιδιωτικοποιήσεις. Να δοθεί εδώ και τώρα όλο το πλεόνασμα του προϋπολογισμού για να καλύψει τις εργατικές ανάγκες για δουλειά και ανθρώπινο μηνιάτικο.
Και ταυτόχρονα σημαίνει ενίσχυση της επαναστατικής αριστεράς που στάθηκε και στέκεται ξεκάθαρα ενάντια στις καταστροφικές ταξικές επιλογές του πλούτου. Η Εργατική Αλληλεγγύη είναι περήφανη γιατί άνοιξε το θέμα της διαγραφής του χρέους ήδη από τα πρώτα βήματα του νέου αντικαπιταλιστικού κινήματος, στηρίζοντας τις μάχες στο Σιάτλ κόντρα στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 1999, στην Πράγα κόντρα στο ΔΝΤ το 2000, στη Γένοβα κόντρα στους G8 το 2001. Σε συνεργασία με κορυφαίες μορφές όπως ο Σαμίρ Αμίν που χάσαμε αυτές τις μέρες. Για να ξηλώσουμε τα προνόμια αυτών που καρπώνονται τον πλούτο από τη συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα. Και να βγούμε επιτέλους σε ένα πραγματικό ξέφωτο.