Πολιτισμός
Η ΕΡΤ και η 8 Μάρτη: Οι Σουφραζέτες

Στην προβολή της ταινίας της Σάρα Γκάβρον «Σουφραζέτες» προχώρησε η ΕΡΤ2, μία ημέρα μετά τις 8 Μάρτη. Ήταν αναμφισβήτητα μια πολύ καλή επιλογή για τη φετινή επέτειο της Παγκόσμιας Ημέρας Γυναικών που μετατράπηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε πανεργατική απεργιακή κινητοποίηση. Η ταινία γυρίζει στο Λονδίνο του 1912 και το πρώτο κύμα χειραφέτησης των γυναικών, αναβιώνοντας τον σκληρό αγώνα που έδωσαν οι «σουφραζέτες» για το δικαίωμα στην ψήφο. Και αξίζει ιδιαίτερα γιατί εστιάζει στη συμμετοχή και το ρόλο των εργατριών γυναικών στη μάχη.

Η ίδια η πρωταγωνίστρια, η Μοντ, είναι μια πλύστρα από το Μπέθναλ Γκριν που ζει μια δύσκολη ζωή με τον άντρα και το μικρό γιο της. Ενεργοποιείται σταδιακά στον αγώνα όταν βρίσκεται τυχαία μπροστά σε μια ακτιβίστικη επίθεση μιας ομάδας σουφραζετών και στη συνέχεια, στην αίθουσα ακροάσεων του βρετανικού κοινοβουλίου που εξέταζε το αίτημα της γυναικείας ψήφου. Εκεί αφηγείται τη ζωή της: πώς γεννήθηκε ουσιαστικά μέσα στο πλυντήριο, έχασε τη μάνα της από αναθυμιάσεις στα τέσσερά της χρόνια, ξεκίνησε να δουλεύει στον ίδιο χώρο στα επτά για να φτάσει στα εικοσιτέσσερά της να είναι προϊσταμένη τμήματος, κερδίζοντας μόλις 13 σελίνια τη βδομάδα.

Μπορεί το αίτημα για την ψήφο των γυναικών να συγκινούσε και να κέρδιζε γυναίκες από όλες τις κοινωνικές τάξεις. Η επίσημη ηγεσία της κεντρικής οργάνωσης του κινήματος WSPU (Κοινωνική και Πολιτική Ένωση Γυναικών) με κύρια φυσιογνωμία την Έμελιν Πάνκχερστ, ήταν σχεδόν αποκλειστικά από τη μεσαία και αστική τάξη. Ήταν όμως η ένταξη των εργατριών στον αγώνα που έκανε τη διαφορά και έδωσε άλλες διαστάσεις στην πάλη τους.

Είναι κάτι που αναδεικνύεται ξεκάθαρα στην ταινία. Οι σκληρές συνθήκες δουλειάς και ζωής των εργατριών -με τα ατέλειωτα ωράρια, τα ανεπανόρθωτα προβλήματα υγείας, τη μισθολογική ανισότητα, τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις από τα αφεντικά κι επιπλέον, με όλα τα βάρη του σπιτιού και της οικογένειας- ζωντανεύουν εντυπωσιακά σε όλη τη διάρκεια. Όλα αυτά μαζί είναι που εξοργίζουν, ριζοσπαστικοποιούν και τελικά οδηγούν την Μοντ στις σουφραζέτες, για να συλληφθεί πολύ γρήγορα, να έρθει σε σύγκρουση με τον άντρά της που την πετάει έξω απ’το σπίτι τους, να χάσει τη δουλειά και το παιδί της, να συλληφθεί ξανά και να δεχτεί τα σκληρά βασανιστήρια που επεφύλασσε το βρετανικό σωφρονιστικό σύστημα στις σουφραζέτες, όπως αναγκαστική σίτιση όταν προχωρούσαν σε απεργία πείνας.

Όλα αυτά έρχονται σε αντίθεση με τη ζωή των γυναικών της αστικής τάξης στις πλούσιες συνοικίες του Λονδίνου, με τη μόρφωση, τα όμορφα ρούχα, τις υπηρέτριες. Το ταξικό χάσμα που υπήρχε ανάμεσα στις μεν και τις δε, επανέρχεται ξανά και ξανά στην ταινία. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή που μια σουφραζέτα της καλής κοινωνίας ζητάει μεν από τον μεγαλοαστό σύζυγό της να πληρώσει την εγγύηση των συντροφισσών της κι όχι μόνο τη δική της, αλλά υποτάσσεται και δεν μένει μαζί τους στη φυλακή όταν εκείνος το αρνείται γιατί, σύμφωνα με το νόμο, η περιουσία της «του ανήκει».

Εργάτριες

Μπορεί όλες να είχαν απέναντί τους σύσσωμο το βρετανικό κράτος και ολόκληρο το συντηρητικό κατεστημένο. Μπορεί τυπικά να ήταν όλες στην ίδια πλευρά, να διαδήλωναν, να δέχονταν την αστυνομική βία και να συλλαμβάνονταν μαζί. Η ίδια η Έμελιν Πάνκχερστ είχε φυλακιστεί και αφεθεί ελεύθερη έντεκα φορές, στην ταινία την βλέπουμε κυνηγημένη από την αστυνομία να δίνει “παράνομες” ομιλίες και να φυγαδεύεται με διάφορα τεχνάσματα. Όμως, ήταν οι εργάτριες που έχαναν τα πάντα στον αγώνα τους για την ισότητα -τις δουλειές, τα σπίτια, τα παιδιά, τις ζωές τους. Και που δεν περιορίζονταν εκεί, αλλά συνέδεαν τη μάχη με την πάλη ενάντια στα αφεντικά και το σύστημα, για μια καλύτερη ζωή με κατακτήσεις σε όλες τις πλευρές της ζωής τους κι όχι μόνο στο εκλογικό δικαίωμα. Αυτές οι ταξικές αντιθέσεις δεν άργησαν να οδηγήσουν σε διαφωνίες και διασπάσεις για τα αιτήματα, τις μορφές πάλης και τελικά τον πολιτικό προσανατολισμό του κινήματος.

Το χάσμα ανάμεσά τους έγινε ακόμα πιο ξεκάθαρο με την έναρξη του Α'ΠΠ. Με απόφαση της Έμελιν Πάνκχερστ, η WSPU ανέστειλε τη δράση της και στρατεύτηκε πίσω από τα πολεμικά συμφέροντα της βρετανικής άρχουσας τάξης. Την ίδια χρονιά, το όνομα του περιοδικού της οργάνωσης άλλαξε από «Suffragette» σε «Britannia». Αντίθετα, άλλα κομμάτια αγωνιστριών αντιτάχθηκαν στον πόλεμο και τραβήχτηκαν ακόμη πιο αριστερά.

Αυτό εκφράστηκε μέσα στην ίδια την οικογένεια Πάνκχερστ. Η Έμελιν κατέληξε στο κόμμα των Τόριδων και μαζί με τις κόρες της Κρίσταμπελ και Αντέλα υιοθέτησε τις πιο συντηρητικές απόψεις. Αντίθετα, η άλλη κόρη, η Σύλβια Πάνκχερστ μετέτρεψε το παράρτημα της Ένωσης στις εργατογειτονιές του ανατολικού Λονδίνου σε σοσιαλιστική οργάνωση. Η ίδια πέρασε για ένα διάστημα στο Κομμουνιστικό Κόμμα Μεγάλης Βρετανίας και παρέμεινε για όλη της τη ζωή στον αγώνα ενάντια στο ναζισμό και τη Βρετανική αποικιοκρατία.

Μπορεί η ταινία να κλείνει νωρίτερα, με την κηδεία συνοδεία χιλιάδων γυναικών -και αντρών- της πρώτης “μάρτυρα” του κινήματος το 1913, ή να μην στέκεται συνολικά στην περίοδο που σημαδεύτηκε από μια γενική άνοδο του εργατικού κινήματος και της αριστεράς. Δεν της λείπουν όμως οι αναφορές στα προβλήματα που αντιμετώπιζε συνολικά η κυρίαρχη τάξη της Βρετανίας την περίοδο του Α'ΠΠ. Ούτε και τα συμπεράσματα για το πού βρίσκεται το μέλλον της γυναίκας στο δρόμο της για τη ζωή της Ελευθερίας.