Η ταινία του Μάριου Πιπερίδη που διακρίθηκε στα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ και αγκαλιάστηκε από το κοινό τόσο στη Βόρεια, όσο και στη Νότια Κύπρο, βρίσκεται επιτέλους στα σινεμά και αξίζει. Μια φαινομενικά απλή ιστορία δοσμένη με γλυκόπικρο χιούμορ και μια συνολικά άρτια παραγωγή που απευθύνεται σε πλατύ ακροατήριο, καταφέρνει να μιλήσει για το κυπριακό ζήτημα με τον πιο ανθρώπινο και μαζί πρωτότυπο τρόπο για ένα απλό λόγο: Βάζει στο ίδιο κάδρο με τον κεντρικό Ελληνοκύπριο ήρωα και δίνει φωνή σε έναν άνθρωπο από τα «Κατεχόμενα», όχι έναν Τουρκοκύπριο αλλά έναν γιό εποίκου. Έτσι αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη ελληνοκυπριακή ταινία που επιχειρεί να δει τα πράγματα και από την άλλη πλευρά της πράσινης γραμμής. Πρόκειται για τεράστιο βήμα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Ο Γιάννης -ο γνωστός από τις ταινίες του Φατίχ Ακίν, Αδάμ Μπουσδούκος- είναι ένας loser, ένας παρίας του φανταχτερού Κυπριακού θαύματος. Σαραντάρης αποτυχημένος ροκ μουσικός, με χρέη στη σπιτονοικοκυρά και στον υπόκοσμο και έναν πρόσφατο χωρισμό από τη φίλη του, η οποία του άφησε την κηδεμονία του σκανδαλιάρη σκύλου τους με το όνομα Τζίμι (Χέντριξ). Ο Γιάννης ετοιμάζεται να φύγει στο εξωτερικό. Ωστόσο τρεις μέρες πριν την αναχώρηση ο Τζίμι του ξεφεύγει στην Τουρκική πλευρά της Λευκωσίας. Αναζητώντας τον Χέντριξ ο Γιάννης (και μαζί ο θεατής) θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις θεμελιώδεις αρχές και ταμπού που καλλιεργεί η ελληνοκυπριακή πολιτική αφήγηση.
Ταμπού πρώτο: Ο Γιάννης προέρχεται από προσφυγική οικογένεια και δεν έχει περάσει ποτέ την πράσινη γραμμή (βασικό πρόταγμα του ελληνοκυπριακού εθνικισμού), αλλά τελικά θα το κάνει μόνο και μόνο για τον Τζίμι.
Ταμπού δεύτερο: Όταν τον βρει με τη βοήθεια ενός Τούρκου στρατιώτη στο οδόφραγμα, διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να τον φέρει πίσω στη Νότια Κύπρο, λόγω της Κυπριακής νομοθεσίας που τη στιγμή που υποκριτικά δηλώνει ότι δεν χρειάζονται διαβατήρια για το πέρασμα στο «ψευδοκράτος», ρητά απαγορεύει οποιαδήποτε διέλευση ζώων που προέρχονται από εκεί (απολαυστικά εξοργιστική η στιχομυθία με τον Ελληνοκύπριο τελωνειακό γραφειοκράτη). Εξαιτίας του Κυπριακού κράτους ο Χέντριξ βρίσκεται αποκλεισμένος στα «κατεχόμενα» κι ο Γιάννης έχει τρεις μέρες για να τον περάσει απέναντι και να τον πάρει μαζί του.
Κριτική στον εθνικισμό
Στην απελπισία του θα γνωρίσει τον Χασάν, τον έποικο μηχανικό αυτοκινήτων που μένει με την οικογένειά του στο πατρικό του Γιάννη στη Βόρεια Λευκωσία. Ο Χασάν επίσης θέλει να φύγει στο εξωτερικό, πώς όμως να το κάνει χωρίς διεθνώς έγκυρο διαβατήριο; Η εμφάνιση του Γιάννη πυροδοτεί κωμικοτραγικές σκηνές που κριτικάρουν εύστοχα τα εθνικιστικά κλισέ, όπως ο καυγάς για το σπίτι όπου μένει ο Χασάν.
Ταμπού τρίτο: Ποιός δικαιούται πραγματικά το σπίτι; Ο Γιάννης, ο πατέρας του οποίου το έχτισε ή ο Χασάν που γεννήθηκε και ζει εκεί τα τελευταία 40 χρόνια; Σε τελική ανάλυση και οι δυο θέλουν να εγκαταλείψουν το νησί. Δεν υπάρχει ζωή γι’αυτούς εδώ.
Καταφεύγουν στον Τουμπέρκ, τον τοπικό «νονό», που αναλαμβάνει έναντι αμοιβής να περάσει τον Τζίμι μαζί με κάποιο από τα λαθραία φορτία που συστηματικά πηγαινοφέρνει. Όταν η δουλειά στραβώσει, οι ήρωες θα μπλεχτούν σε ακόμη περισσότερες περιπέτειες που διατηρούν το ενδιαφέρον του θεατή μέχρι το τέλος.
Αυτό που ενδιαφέρει ωστόσο δεν είναι η κατάληξη αλλά η διαδρομή, το ότι ο Γιάννης θα αναμετρηθεί με τους εθνικιστικούς μύθους και θα τους απορρίψει. Στο τέλος της περιπλάνησης είναι ένας άλλος άνθρωπος. Αρκετές ελληνικές και ελληνοκυπριακές ταινίες έχουν κατά καιρούς αναφερθεί στην κατάσταση του διχοτομημένου νησιού, πάντα όμως από την σκοπιά και με τον πόνο της ελληνικής πλευράς, αν υπάρχουν Τουρκοκύπριοι παρουσιάζονται σαν αφελή θύματα, οι δε Τούρκοι σαν οι «κακοί» της υπόθεσης. Ο Μάριος Πιπερίδης κατάφερε να αντιστρέψει το είδωλο. Όπως δηλώνει ο ίδιος:
«Υπάρχει ένα μεγάλο σύνολο ατόμων όπως ο Χασάν που είναι μόνο αριθμοί. Είναι 50.000, 70.000, 100.000, 150.000; Πάντα είναι αριθμοί. Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι; Χρησιμοποιούνται μονάχα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Πολλοί Ελληνοκύπριοι λένε: «Nα φύγουν όλοι». Πώς χειρίζεσαι αυτούς τους ανθρώπους, τι τους λες, όταν ήδη βρισκόμαστε στην τρίτη γενιά;» (συνέντευξη που αξίζει να διαβαστεί)*.
Η ταινία βασίζεται σε πραγματικό γεγονός που προκλήθηκε από τους παρανοϊκούς κανονισμούς που επιβάλλει η Κυπριακή Δημοκρατία. Η μεγάλη ανταπόκριση που συνάντησε σε Βόρεια και Νότια Κύπρο δείχνει τις πελώριες ρωγμές στις πολιτικές του εθνικισμού και τις μεγάλες δυνατότητες μέσα στον απλό κόσμο να τις παλέψει και από τις δυο πλευρές της πράσινης γραμμής.
* https://tinyurl.com/y4szb2es

