Αυτόν τον καιρό και με αρχή την αμέσως επομένη των εκλογών ο κόσμος της εργασίας γίνεται μάρτυρας μιας πρωτοφανούς επίθεσης της νέας κυβέρνησης σε όποια κατάκτηση με αγώνα και μάχη είχε κερδίσει το προηγούμενο διάστημα.
Η αρχή έγινε πριν ακόμη στεγνώσει το μελάνι της υπογραφής του νέου υπουργού Εργασίας κ. Βρούτση στο πρωτόκολλο ορκωμοσίας του, με την κατάργηση της Ειδικής Γραμματείας και του Ενιαίου Διοικητικού Τομέα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και την υπαγωγή του ΣΕΠΕ σε μια νεοϊδρυθείσα Γενική Διεύθυνση Εργασίας, μαζί με άλλα ετερόκλητα τομεακά αντικείμενα, εντελώς άσχετα με την αποστολή του. Μία κίνηση ξεκάθαρης υποβάθμισης του ρόλου και του έργου του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και μια στρατηγική επιλογή αποδόμησης του κύριου ελεγκτικού μηχανισμού της αγοράς εργασίας και βασικού πυλώνα προστασίας των θεμελιωδών εργασιακών δικαιωμάτων.
Η λειτουργία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας ως ελεγκτικού μηχανισμού παρουσιάζει ιδιαιτερότητες που απαιτούν ευελιξία, άμεση δράση και αντίδραση και ένα αυτόνομο ΣΕΠΕ, με ενιαίο διοικητικό τομέα, με ισχυρή κεντρική υπηρεσία και κατά τόπους περιφερειακές μονάδες, ούτως ώστε η δράση του να είναι αποτελεσματική και να συμβαδίζει με τις ραγδαία μεταβαλλόμενες εργασιακές σχέσεις. Η μετατροπή της Ειδικής Γραμματείας σε Γενική Διεύθυνση ή άλλου τύπου γραφειοκρατική δομή όχι μόνο δε συνιστά αναβάθμιση αλλά αντιθέτως, δυσχεραίνει το έργο του και καθηλώνει τη δράση του.
Η συνέχεια ήρθε με την κατάργηση μιας σειράς διατάξεων που, αν και δεν παρείχαν απόλυτη και αποτελεσματική προστασία των εργαζομένων, βρισκόταν στην σωστή κατεύθυνση. Πρώτα και κύρια καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 48 του Ν. 4611/19 που καθιέρωνε την υποχρέωση ύπαρξης βάσιμου λόγου για την καταγγελία σύμβασης εργαζομένου και μετέφερε το βάρος της απόδειξης του βάσιμου λόγου στον εργοδότη. Με αυτόν τον τρόπο δόθηκε ελεύθερο στους εργοδότες να προβαίνουν σε απολύσεις εργαζομένων, χωρίς την αναγραφή του λόγου απόλυσης και να απολύουν για οποιαδήποτε αιτία, με τον απολυμένο να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ότι δεν υπάρχει βάσιμος λόγος ή ότι η απόλυση είναι καταχρηστική.
Με την ίδια τροπολογία καταργήθηκε η διάταξη που αφορούσε στην συνευθύνη κυρίου του έργου και εργολάβου ή εργολάβου και υπεργολάβου για τις οφειλές του εργολάβου ή του υπεργολάβου προς τους εργαζόμενους (άρθρο 9 Ν. 4554/18). Μια ρύθμιση που έδινε μια ακόμη δυνατότητα στον εργαζόμενο που ο εργοδότης του (εργολάβος ή υπεργολάβος) του όφειλε δεδουλευμένα, υπερωρίες, άδειες, δώρα κλπ. να αναζητά την ικανοποίησή του και από τον κύριο του έργου ή τον εργολάβο, που κατά τεκμήριο είναι και το ισχυρότερο οικονομικά μέρος.
Η αποδόμηση συνεχίστηκε με την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 58 του Ν. 4611/2019 που καθιέρωνε την αναστολή των αποσβεστικών προθεσμιών για την κατάθεση αγωγής για ακύρωση της απόλυσης και για την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, όσο χρόνο διαρκεί η εργατική διαφορά ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας. Μια ρύθμιση που και κύρος και βαρύτητα προσέδιδε στη διαδικασία της εργατικής διαφοράς, αλλά και πρόσφερε περισσότερο χρόνο στον προσφεύγοντα εργαζόμενο να περιμένει την άποψη της Επιθεώρησης και στη συνέχεια να προσφύγει δικαστικά έχοντας όμως άθικτες τις προθεσμίες (τρίμηνο ή εξάμηνο αντίστοιχα) χωρίς τον κίνδυνο να χάσει το δικαίωμά του στη δικαστική προστασία.
Αυτή η επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα και την προστασία τους αποσκοπεί, όπως είναι ξεκάθαρο, στην ενίσχυση της θέσης των εργοδοτών και του κεφαλαίου απέναντι στον κόσμο της εργασίας. Αυτόν όμως τον κόσμο της εργασίας θα βρουν μπροστά τους εκείνοι που απεργάζονται την απελευθέρωση των εργασιακών σχέσεων και την αποδόμηση της προστασίας των εργαζομένων.
εργαζόμενος ΣΕΠΕ

