Το νομοσχέδιο που ανάρτησε το Υπουργείο Παιδείας σε ηλεκτρονική διαβούλευση στις 4/12 για την αξιολόγηση και χρηματοδότηση των Πανεπιστημίων είναι μια ολομέτωπη επίθεση στη δημόσια Παιδεία –ανοίγει διάπλατα την πόρτα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην αγορά. Προβλέπει την ίδρυση Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), μια ανεξάρτητη αρχή με υπερεξουσίες από την αξιολόγηση των σχολών μέχρι τη χρηματοδότηση, την ίδρυση και την κατάργηση τμημάτων. Όπως αναφέρει το σχέδιο νόμου, η ΕΘΑΑΕ εισηγείται στο Υπουργείο «το πρόγραμμα εθνικής στρατηγικής για την ανώτατη εκπαίδευση», κοντολογίς, τα πάντα.
Ενώ τα ιδρύματα ζητούν αύξηση των δαπανών για την Παιδεία και επισημαίνουν ότι ακόμη και έτσι η χρηματοδότηση θα παραμείνει σχεδόν στο μισό του ύψους που είχε το 2012, το σχέδιο του Υπουργείου Παιδείας, μέσω της ίδρυσης της ΕΘΑΑΕ, είναι να βάλει υπό αμφισβήτηση το 20% της χρηματοδότησης. Θα κατανέμεται με κριτήριο «τα μαθησιακά αποτελέσματα, τα επιδιωκόμενα προσόντα και τη ζήτησή τους στην αγορά εργασίας» καθώς και «την πορεία επαγγελματικής απορρόφησης των αποφοίτων». Κριτήριο αποτελεί επίσης η αναλογία εισερχόμενων-αποφοίτων, δηλαδή η “δημοφιλία” της σχολής –ένα φαινόμενο που γνωρίζουμε ότι επηρεάζεται από τις πιέσεις για άμεση επαγγελματική αποκατάσταση, ειδικά σε περιόδους κρίσης, λιτότητας και οικονομικής αδυναμίας των οικογενειών να στηρίξουν το κόστος σπουδών. Με άλλα λόγια, επιστημονικά αντικείμενα που δεν είναι κερδοφόρα, όπως οι ανθρωπιστικές σπουδές, θα οδηγηθούν στην υποχρηματοδότηση. Ήδη σε κάποιες περιπτώσεις στις φιλολογικές σχολές έχουν επιβληθεί δίδακτρα.
Κριτήρια
Αλλά και με κριτήρια που δεν έχουν να κάνουν με την αγορά, διαμορφώνεται μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία: «η αριθμητική επάρκεια του προσωπικού» και «η ποιότητα των υποστηρικτικών υπηρεσιών, όπως οι διοικητικές υπηρεσίες, οι βιβλιοθήκες και οι υπηρεσίες φοιτητικής μέριμνας», σε ένα σύστημα Παιδείας που υποφέρει εδώ και χρόνια από υποχρηματοδότηση, σημαίνουν ότι οι σχολές που δεν παρέχουν αρκετά θα παίρνουν ακόμα λιγότερα χρήματα και θα πέσουν σε φαύλο κύκλο. Μόνη εναλλακτική που αφήνεται στα ιδρύματα είναι να αναθέσουν τη μέριμνα σε ιδιώτες, πράγμα που άλλωστε έχει ήδη αρχίσει με πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες, catering στις λέσχες κλπ.
Για το υπόλοιπο 80% της χρηματοδότησης τα κριτήρια είναι επίσης πολλά και μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά το δοκούν. Πρόκειται για υποτίθεται «αντικειμενικά» κριτήρια όπως ο αριθμός των εγγεγραμμένων, η γεωγραφική διασπορά, το κόστος ανά φοιτητή, η διάρκεια σπουδών κλπ. Η Κεραμέως όμως δεν διευκρίνισε στην σύνοδο Πρυτάνεων με τι τρόπο θα επηρεάζουν αυτά τα κριτήρια τη χρηματοδότηση. Μετά τις κολοσσιαίες αλλαγές που επέβαλε τα προηγούμενα χρόνια το Υπουργείο Παιδείας με τις συγχωνεύσεις των ΤΕΙ σε διάφορα Πανεπιστήμια, κριτήρια όπως η «γεωγραφική διασπορά» μπορεί να αποδειχθούν καταστροφικά. Με δεδομένη δε, την πρόθεση να θεσπιστούν και οι διαγραφές φοιτητών, και το κριτήριο των «εγγεγραμμένων» μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μοχλός για την ταχύτερη εφαρμογή τους. Άλλωστε το ίδιο νομοσχέδιο καταργεί πάνω από 40 τμήματα που είχαν ιδρυθεί το 2018 και 2019 με τις συγχωνεύσεις! Το στίγμα για το προς τα πού κατευθύνονται οι μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου είναι ξεκάθαρο: προς τη συρρίκνωση των ιδρυμάτων.
Το φοιτητικό κίνημα πέτυχε με την μεγάλη δίμηνη μάχη του να αναγκάσει την Κεραμέως να αναβάλει την κατάθεση του «νόμου-πλαίσιο» μέχρι την άνοιξη. Όμως η νέα επίθεση δείχνει ότι δεν είναι ώρα για εφησυχασμό, ούτε για συντήρηση δυνάμεων. Η κερκόπορτα των ιδιωτικοποιήσεων ανοίγει με την ίδια την ΕΘΑΑΕ. Τα ιδρύματα που θα λαμβάνουν μικρότερη χρηματοδότηση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι ποιοτικά, θα αναγκαστούν να αναζητήσουν τους πόρους τους στους ιδιώτες, να αλλάξουν τα προγράμματα σπουδών στις κατευθύνσεις που ορίζει η ανεξάρτητη αρχή (δηλαδή τις κατευθύνσεις της αγοράς) ή να επιβάλουν δίδακτρα. Το φοιτητικό κίνημα, μαζί με τους εργαζόμενους/ες στα Πανεπιστήμια καθώς και μαζί με όλο το εργατικό κίνημα που συγκρούεται με τις ιδιωτικοποιήσεις, πρέπει να συνεχίσει άμεσα αυτή τη μάχη.

