Η Κίνα και οι ΗΠΑ συμφώνησαν να προχωρήσουν σε μια εκεχειρία στον εμπορικό πόλεμο που διεξάγεται μεταξύ τους τα τελευταία δύο χρόνια. Την περασμένη εβδομάδα υπογράφηκε στην Ουάσιγκτον ένα κείμενο που υποτίθεται ότι είναι η "πρώτη φάση" μιας μεγαλύτερης εμπορικής συμφωνίας.
Ωστόσο, οι σημαντικότεροι ανταγωνισμοί -που αφορούν στην υποστήριξη του Πεκίνου στις φιλοδοξίες των κινεζικών επιχειρήσεων να αναβαθμίσουν τεχνολογικά την οικονομία της Κίνας- δεν έχουν επιλυθεί. Ταυτόχρονα, οι δασμοί στις εξαγωγές μεταξύ των δύο χωρών παραμένουν πολύ υψηλότερα από ό, τι βρίσκονταν όταν ξεκίνησε η σύγκρουση, κατά μέσο όρο περίπου στο 20%.
Αλλά ένας άλλος εμπορικός πόλεμος βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, αυτή τη φορά μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Ντόναλντ Τραμπ παραπονέθηκε στο Νταβός την περασμένη εβδομάδα ότι η ΕΕ "έχει εμπορικούς φραγμούς που δεν σου επιτρέπουν να κάνεις εμπόριο, έχουν παντού δασμούς ... Είναι ειλικρινά πιο δύσκολο να συνεργαστείς μαζί τους παρά με την Κίνα".
Ο Τραμπ έχει εμμονή με τις εξαγωγές γερμανικών αυτοκινήτων προς τις ΗΠΑ και απειλεί συνεχώς ότι θα τους επιβάλει δασμούς -αν για παράδειγμα, οι Ευρωπαίοι υπογράφοντες την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν δεν αποσυρθούν από αυτήν. Το περιοδικό «Εξωτερική Πολιτική» δημοσίευσε ένα άρθρο πριν από λίγες μέρες με τον τίτλο «Η Ευρώπη είναι το Νέο Μέτωπο στον Εμπορικό Πόλεμο του Τραμπ».
Και ο Tραμπ έχει δίκιο. Η ΕΕ είναι σκληρό καρύδι όταν πρόκειται για τα εμπορικά ζητήματα. Η πραγματική επιτυχία της “ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης” ήταν η οικοδόμηση μιας τεράστιας ηπειρωτικής ενιαίας αγοράς που διέπεται από ένα σύστημα κανονισμών που εκπονήθηκε στις Βρυξέλλες. Πολλές μη ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εφαρμόζουν αυτούς τους κανονισμούς προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στην αγορά της -κάτι που προκαλεί δυσαρέσκεια στην Ουάσινγκτον.
Η κύρια προτεραιότητα της ΕΕ όσον αφορά στο Brexit είναι να διατηρήσει τη Βρετανία, όπως χαρακτηριστικά έγραψε ένας εμπειρογνώμονας, σαν ένα «δορυφόρο» που ακολουθεί τους κανονισμούς των Βρυξελλών. Οι προετοιμασίες των Βρυξελλών για τη διαπραγμάτευση μιας Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου με τον Μπόρις Τζόνσον αποσκοπούν πρωτίστως στην αποτροπή των "ανταγωνιστικών πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές” από βρετανικές επιχειρήσεις. Η ΕΕ θεωρεί δικαίωμά της να τιμωρεί τη Βρετανία όταν θεωρεί ότι παραβιάζει την συμφωνία.
Διασταυρούμενα πυρά
Το τελευταίο αυτό μέτωπο, ενός εμπορικού πολέμου ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΕ, βάζει τη Βρετανία ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Ο Tραμπ συναντήθηκε με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν στο Νταβός και ανακοίνωσε ότι αναμένει εμπορική συμφωνία με την ΕΕ πριν από τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου.
Αυτό δεν φαίνεται πιθανό. Οι συζητήσεις για το εμπόριο μεταποιημένων προϊόντων έχουν σταματήσει, κυρίως επειδή η Γαλλία αρνείται τυχόν διαπραγματεύσεις για τη γεωργία. Η προστασία των Γάλλων αγροτών από τον διεθνή ανταγωνισμό αποτελεί προτεραιότητα για το Παρίσι ήδη από τη δεκαετία του 1950.
Αλλά το πιο άμεσο σημείο τριβής είναι πάνω στους φόρους που αφορούν στην ψηφιακή οικονομία. Η Γαλλία και η Βρετανία είναι οι χώρες που μεταξύ άλλων κρατών επιθυμούν να φορολογήσουν τους γίγαντες των εταιριών πληροφορικής των ΗΠΑ, όπως το Facebook και τη Google. Οι τελευταίες βγάζουν λεφτά από τους πολίτες της Γαλλίας ή της Βρετανίας, αλλά λειτουργούν μέσω φορολογικών παραδείσων που τους προστατεύουν από τη φορολογία.
Ο Στιβ Μνούτσιν, του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών, απάντησε την περασμένη εβδομάδα στα σχέδια της Βρετανίας, λέγοντας: "Αν θέλουν αυθαίρετα να επιβάλουν φόρους στις ψηφιακές μας εταιρείες, θα εξετάσουμε το ενδεχόμενο να επιβάλλουμε αυθαίρετα φόρους στις εταιρείες αυτοκινήτων". Ήδη έχει επιβάλει δασμούς 2,4 δις δολαρίων σε γαλλικά προϊόντα σε αντίποινα για τον ψηφιακό φόρο της Γαλλίας.
Σε αυτές τις πιέσεις ήταν οι Γάλλοι τελικά που υπέκυψαν, παρά τις παραδοσιακές καταγγελίες τους για την αμερικανική κηδεμονία. Ο Μπρούνο Λε Μερ, ο γάλλος υπουργός Οικονομικών, και ο Mνούτσιν συμφώνησαν γρήγορα να αναστείλουν τόσο τον φόρο όσο και τους δασμούς αντίστοιχα, αναζητώντας παράλληλα μια διεθνή συμφωνία για την ψηφιακή φορολογία.
Οι Βρετανοί φάνηκαν σκληρότεροι. «Παίρνουμε μόνοι μας τις δικές μας αποφάσεις σχετικά με τη φορολογία και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε» απάντησε η Ντάουνινγκ Στριτ. Αυτό πιθανότατα έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι Συντηρητικοί έχουν αποφασίσει να δώσουν προτεραιότητα στην εμπορική συμφωνία με τις Βρυξέλλες σε σχέση με αυτή που επιδιώκουν με την Ουάσινγκτον. Οι ΗΠΑ λαμβάνουν το ένα πέμπτο των εξαγωγών της Βρετανίας, αλλά η ΕΕ λαμβάνει το 45%.
Υπήρξε ένα ακόμη σημείο αντιπαράθεσης, την περασμένη Κυριακή όταν ο αμερικανός υπουργός Εμπορίου, Γουίλμπερ Ρος, απείλησε με αντίποινα αν η ΕΕ πραγματοποιήσει το σχέδιο που έχει στα σκαριά για φορολόγηση των εκπομπών άνθρακα.
Βλέπουμε έναν αυξανόμενο ανταγωνισμό μεταξύ των τριών εμπορικών συνασπισμών, της ΕΕ, των ΗΠΑ και της Κίνας. Μικρότερες δυνάμεις όπως η Βρετανία, αναμένεται να βρεθούν σε συμπληγάδες.

