Τη βδομάδα που πέρασε, για μια ακόμα φορά, η ένταση ανάμεσα σε Τουρκία και Ελλάδα κλιμακώθηκε, ανοίγοντας τη φιλολογία ακόμα και για «θερμό επεισόδιο». Ο Ερντογάν ανακοίνωσε την έξοδο του ερευνητικού σκάφους Ορούτς Ρεΐς στη διαφιλονικούμενη υφαλοκρηπίδα νοτίως του Καστελόριζου, δέσμευσε τη θαλάσσια περιοχή με την έκδοση Navtex και έστειλε πολεμικά πλοία να περιπολούν στα πέριξ. Στο ελληνικό Πεντάγωνο «χτύπησε συναγερμός», επιβλήθηκε κατάσταση στρατιωτικής «επιφυλακής» σε νησιά και Έβρο, ανακλήθηκαν οι άδειες και ο στόλος μπήκε σε ετοιμότητα «για να βρεθεί εκεί που πρέπει», όπως δηλώθηκε.
Ο Ερντογάν προχώρησε σε μια «επίδειξη δύναμης» ανακοινώνοντας την αποστολή του Ορούτς Ρεΐς στο ακραίο σημείο που συναντιούνται –σύμφωνα με την αυθαίρετη «οικοπεδοποίηση» της ανατολικής Μεσογείου από Ελλάδα, Κύπρο, Αίγυπτο και Ισραήλ– οι ΑΟΖ των τριών πρώτων χωρών.
Η επίσημη αντίδραση από ελληνικής πλευράς ήταν ότι «δεν θα παίξουμε το παιχνίδι του Ερντογάν». Η κυβέρνηση του Μητσοτάκη ντύθηκε με τη στολή της «αθώας περιστεράς» που υπερασπίζεται την ειρήνη και κινδυνεύει από την «τουρκική προκλητικότητα». Ξεχύθηκε σε έναν αγώνα δρόμου «διπλωματικών επαφών» μέσα κι έξω από την ΕΕ κυνηγώντας συμμαχίες, από τον Τραμπ και τον Μακρόν μέχρι τον Πούτιν.
Οι δηλώσεις του Μακρόν μετά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο της Κύπρου Αναστασιάδη βρέθηκαν στα πρωτοσέλιδα και πανηγυρίστηκαν σαν «ένα φιλειρηνικό και φιλελληνικό χαστούκι στην Τουρκία». Στην πραγματικότητα, η στάση του Μακρόν δεν έχει να κάνει σε τίποτα με την ειρήνη. Αντίθετα: η Γαλλία επιδιώκει να μπει σαν κυρίαρχος παίκτης στην ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή στα πλαίσια των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και στο κενό που έχουν αφήσει οι αλλαγές από τον περιορισμό της παρουσίας των ΗΠΑ στην περιοχή.
Κουβάρι
Όταν ο Μακρόν δηλώνει «να μην αφήσουμε την ασφάλεια της Μεσογείου σε ξένα χέρια», σίγουρα είναι ένα μήνυμα στον Ερντογάν ότι στην ανατολική Μεσόγειο κουμάντο κάνουμε «εμείς», δηλαδή η Γαλλία μαζί με τον άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου. Αλλά ταυτόχρονα είναι κι ένα μήνυμα στη Μέρκελ (και τις άτυπες πρωτοβουλίες της για «εκτόνωση της κρίσης»), στον Τραμπ (και το «εγκεφαλικά νεκρό», όπως το είχε αποκαλέσει ο Μακρόν, ΝΑΤΟ), στη Ρωσία του Πούτιν (που έχει βάλει πόδι στη Συρία) –ακόμα και προς τον Μητσοτάκη, υπενθυμίζοντάς του έμμεσα να μην τολμήσει να ακυρώσει την αγορά των γαλλικών φρεγατών, που ακόμα εκκρεμεί. Είναι ξεκάθαρο ότι όλα αυτά δεν είναι «φιλειρηνικές διπλωματικές πρωτοβουλίες», αλλά μεγαλύτερο μπλέξιμο στο κουβάρι των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στην περιοχή. Γιατί να μην ξεχνάμε ότι τις ίδιες μέρες το αμερικάνικο αεροπλανοφόρο Αϊζενχάουερ πλέει στην Κρήτη, και στην Αλεξανδρούπολη τα αμερικάνικα πολεμικά ξεφόρτωναν εξοπλισμό για τη νέα στρατιωτική βάση.
Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η κρίση μοιάζει ότι αποκλιμακώνεται. Αλλά οι πολεμοκάπηλες κραυγές που ζητούν αντιπαράθεση με την Τουρκία δεν έχουν πάψει ν’ ακούγονται στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης και της Νέας Δημοκρατίας.
Κάθε φορά οι αιτίες της έντασης βρίσκονται στον αντιδραστικό –και από τις δυο πλευρές– ανταγωνισμό ανάμεσα στις άρχουσες τάξεις Ελλάδας και Τουρκίας. Αν σε προηγούμενες φάσεις αυτός ο ανταγωνισμός εντοπιζόταν στο Αιγαίο και στην Κύπρο, σήμερα το πεδίο του έχει διευρυνθεί από την ανατολική Μεσόγειο και τις ΑΟΖ μέχρι τη Λιβύη.
Γι’ αυτό η απάντηση της Αριστεράς δεν μπορεί να βρίσκεται στην κριτική ότι ο Μητσοτάκης δεν βάζει μεγαλύτερη πίεση στην ΕΕ για «κυρώσεις στην Τουρκία», ούτε ότι εγκαταλείπει «κυριαρχικά δικαιώματα» της χώρας. Και βέβαια, ούτε στη συναίνεση και την «εθνική ομοψυχία». Βρίσκεται στο χτίσιμο ενός δυνατού αντιπολεμικού κινήματος που δηλώνει «δεν πολεμάμε για τις ΑΟΖ» και διεκδικεί τον τερματισμό όλων των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στην περιοχή, την έξοδο από το ΝΑΤΟ και το κλείσιμο των βάσεων, το σταμάτημα των εξορύξεων και των εξοπλισμών, χτίζοντας τη διεθνιστική αλληλεγγύη των εργατών σε Ελλάδα και Τουρκία.

